Πατατούκα ονομαζόταν το μάλλινο (1) ημίπαλτο- μακρύτερο από σακάκι, κοντύτερο από παλτό- , το πολύ χοντρό αντρικό πανωφόρι (κάπα-επενδύτης) με σταυρωτό σχέδιο που φορούσαν συνήθως οι ναυτικοί. Είχε μεγάλα κουμπιά και γιακά ντυμένο με φέλπα, ένα ύφασμα πολυτελείας, μαλακό μαύρο-γυαλιστερό, για να μη προκαλεί η άγρια τρίχα της τσούκνας (2) γδάρσιμο του λαιμού.. Η λέξη αποτελεί άμεσο δάνειο από τη βενετική patatuko. Η αντίστοιχη αγγλική ονομασία του είναι pea coat. Όλοι γνωρίζουμε πως ένα τέτοιο μαύρο παλτό φορούσε κι ο Παπαδιαμάντης και ήταν το μοναδικό αποφόρι του- μάλλον δώρο του εύπορου συγγραφέα Αλέξανδρου Πάλη (1851-1935) απ’ το Λονδίνο (3) στα τα τέλη της δεκαετίας του 1870. Λαχταρούσε να το αποκτήσει τουλάχιστον δυο χρόνια πριν.

Σε επιστολή του στον πατέρα του, (22/11/1878) τον πληροφορεί πως έστειλε επιστολή στον αδελφό του Γεώργιο στην οποία του λέει: «έχω ανάγκην να με συνδράμη μόνον δι’ εν παλτόν, όπερ χρειάζομαι διά τον χειμώνα». Αφού το απέκτησε, το φορούσε χειμώνα καλοκαίρι πιστεύοντας πως κρύβει την απελπιστική του φτώχεια που δυστυχώς φαινόταν πιο πολύ αφού το προσάρμοζε με παραμάνες, ήταν καταλιγδιασμένο, ξεθωριασμένο και τσαλακωμένο. Τριβόταν απ’ την πολύχρονη χρήση και πολλές φορές του έλειπαν και κουμπιά, γι’ αυτό και το κρατούσε με το χέρι. Γράφει ο Ιωάννης Κονδυλάκης σε άρθρο του στο Εμπρός (8/8/1908): «Ως συνήθως ο διηγηματογράφος είχε ράβδον υπό μάλης και εκράτει με το χέρι τα δύο επί του στήθους άκρα του ενδύματός του διά να το κρατή κλειστόν, διότι ίσως δεν έκλειεν όσον ήθελεν ή το πιθανότερον διότι του έλειπεν το κουμπί». Tα μανίκια του δε ήταν μονίμως ξεφτισμένα, όπως σημειώνει ο επιστήθιος φίλος του, γιατρός και πεζογράφος Π. Νιρβάνας (1866-1937). Τόσο μεγάλη η φτώχεια του που ακόμα και στα σαράντα γράφει στους γονείς του πως «Ευρίσκομαι χωρίς λεπτόν…», θέτοντας σε διαρκή αγωνία τη μάνα του- παπαδιά να προσπαθεί να του εξοικονομήσει κανένα «υποκάμισο» και κανένα «εσώβρακο».

σκίτσο του Νίκου Νομικού (1911-1974) / αφιερωμένο στην εκδημία του κυρ- Αλέξανδρου 2-3/1ου

Η εικόνα του γενικά, όπως σημειώνει σε άρθρο του ο συνάδελφός του στις εφημερίδες Στέφανος Στεφάνου (1868-1944) με τίτλο “Παπαδιαμάντης. Φιλολογικές Αναμνήσεις» δεν οφείλεται μόνο στη φτώχεια αλλά και –ίσως περισσότερο- στην αδιαφορία του, όπως και σε κάθε τι που αφορά το φαίνεσθαι και την ύλη: «Ο Παπαδιαμάντης δεν είχε σχέσεις με κανένα. Ακοινώνητος, σκοτεινός, αμίλητος. Ήρχετο εις το γραφείον σε ώρες που δεν τον έβλεπε κανείς. Ηργάζετο μόνος σε ένα δωμάτιο. Ήτανε πάντοτε κακοντυμένος. Όχι τόσο από φτώχεια όσο από αδιαφορία. Τέλειος Μποέμ. Ένα καπέλο της κακής ώρας. Πουκάμισο σαν νυχτικό. Λαιμοδέτη, άλλοτε φορούσε και άλλοτε όχι. Πανταλόνι με ξέφτια, γόνατα και χρώματος ακαθορίστου. Παπούτσια σαν αρβύλες. Και για να κρύψη όλο αυτό το χάλι, εφορούσε από επάνω ένα μαύρο χοντρό παλτό, που είχε όλα τα χρώματα της ίριδος, φόδρες σχισμένες, λεκέδες, τρύπες, μπαλώματα …γιατί ο Παπαδιαμάντης ποτέ του δεν έβγαζε το παλτό». («Αθηναϊκά Νέα», 10 Φεβρουαρίου 1936) Στα διηγήματά του πατατούκα φορούσε ο τραγικός μπάρμπα Γιαννιός- ‘’ο Έρωντας’’ στο διήγημα «Έρωτας στα χιόνια»: «ἔρριπτεν εἰς τοὺς ὤμους τὴν παλιὰν πατατούκαν του, τὸ μόνον ροῦχον ὁποὺ ἐσώζετο ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας του χρόνους»… «ἡ σκιά του, μακρά, ὑψηλή, λιγνή, μὲ τὴν πατατούκαν φεύγουσαν καὶ γλιστροῦσαν ἀπὸ τοὺς ὤμους του» O μπάρμπα Γιαννιός μοιάζει με τον συγγραφέα στα στερνά του χρόνια τα οποία τον βρήκαν στο νησάκι του τυλιγμένο στην μονάκριβη πατατούκα. To πανωφόρι του αποτελούσε ένα είδος συμβόλου. Γράφει σχετικά ο Μ. Γ. Μερακλής στο «Ο Παπαδιαμάντης πάλι» «Παραλείπω άλλες ενδιαφέρουσες αναφορές, γιατί θέλω να αναφέρω και κατά κάποιο τρόπο να μείνω κάπως στο παλτό του Παπαδιαμάντη. Είναι τόσες οι μνείες, ώστε έχει γίνει και ένα είδος συμβόλου.

Φορεί ένα «πανωφόρι που του πέφτει μεγάλο» (Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης). Το μνημονεύει ήδη στον τίτλο τού υπαρξιακά τονισμένου ωραίου διηγήματος ο Καραγάτσης («Ο άνθρωπος με το κανελί πανωφόρι»)· και με αυτό κλείνει: «Κι εκεί που στεκόταν κι έπεσε στο ξανέμισμα του πλάνου ισκιερού κορμιού το βαρύ ρούχο που τον σκέπαζε: ένα κανελί πανωφόρι παλιό, ξεβαμμένο, τριμμένο, βρώμικο, λεκιασμένο κρασί, δυσώδες από αμαρτία και μυρωμένο από αγιοσύνη· που όρμησα, τ’ άρπαξα, το ’σφιξα στην αγκαλιά μου κλαίγοντας, και το πότισα δάκρυα απέραντης λατρείας»· «…εφορούσε από πάνω ένα μαύρο χοντρό παλτό, που είχε όλα τα χρώματα της ίριδος, φόδρες σχισμένες, λεκέδες, τρύπες, μπαλώματα, ξέφτια στα μανίκια, τσέπες ξεχαρβαλωμένες σαν σακούλες. Μ’ αυτό έμενε ώρες εις το γραφείο του, με αυτό έγραφε, με αυτό έτρωγε, με αυτό περπατούσε στο δρόμο, χειμώνα-καλοκαίρι, ίσως και με αυτό κοιμόταν…» (Βασίλης Καραγιάννης). Και με αυτό σκεπάστηκε πεθαίνοντας. Ο τίτλος του κειμένου αυτού είταν: «Το “παλτό” του Νικολάι Αλεξάνδρου ΠΠΔ», καθώς ο συντάκτης του έκανε μια συσχέτιση με το διήγημα του Νικολάι Γκόγκολ «Το παλτό» (που φορούσε ένας, ο δικός του ήρωας, πονεμένος άνθρωπος). Ασφαλώς, οι αναφορές στο παλτό του Παπαδιαμάντη είναι κι άλλες…» ( https://diastixo.gr/epikaira/psigmata/13392-papadiamantis-pali)

Το φορούσε μέχρι και την αποφράδα μέρα στις τρεις Γενάρη του 1911… Ήτο ήδη… «Χειμὼν βαρύς, οἰκία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ἀνία, κόσμος βαρύς, κακός, ἀνάλγητος. Ὑγεία κατεστραμμένη. Σῶμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικὰ λυωμένα. Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ ζήσῃ, νὰ αἰσθανθῇ, νὰ χαρῇ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εὕρῃ παρηγορίαν, νὰ ζεσταθῇ…»

 

Σημειώσεις: (1) από προβατίσιο ή τραγίσιο ύφασμα – το οποίο είχε περαστεί από το μαντάνι δηλαδή από πλύσιμο με τρεχούμενο νερό- για να πυκνώσει (2) ύφασμα αργαλειού (3) Η. Παπαδημητρακόπουλος- “Επί Πτίλων Αύρας Νυκτερινής” Πέντε κείμενα για τον Παπαδιαμάντη – [Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήναι 1992 (4) Αθήναι, 18 Αυγούστου 1889. Παπαδιαμάντης Α., Αλληλογραφία, Οδυσσέας, Αθήνα 1981.