Έχουμε γράψει πάρα πολλά άρθρα για τα όσα συνέβησαν στη Σκιάθο λίγο πριν και κατά τα χρόνια της Επανάστασης. Πώς βρήκε όμως το νησί η επόμενη μέρα μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς και τη σύσταση του πρώτου ελληνικού κράτους στο οποίο εντάχθηκε; Σίγουρα σε τραγική κατάσταση καθώς αιώνες κατοχής, πολέμων και πειρατικών εισβολών είχαν αφήσει βαθιές πληγές στον τόπο και τους κατοίκους του.

Ωστόσο, παρά τους κινδύνους που ελλόχευαν ακόμα από τους στεριανούς λήσταρχους, οι κάτοικοι -όχι όλοι- βρήκαν τη δύναμη να ξεκολλήσουν σιγά- σιγά από το Κάστρο της άγριας βορινής εσχατιάς και να επιστρέψουν στον ευλίμενο ανατολικό κόλπο όπου υπήρχαν τα λείψανα της αρχαίας πόλης και ήδη είχαν εγκατασταθεί οικογένειες από την απέναντι Λίμνη της Ευβοίας, ενώ στο μεταξύ είχαν εγκαταλείψει το νησί οι φοβεροί Λιάπηδες που επέφεραν τόσα δεινά στους κατοίκους….

Την εικόνα της Σκιάθου εκείνης της ζοφερής εποχής, αποτύπωσε γλαφυρά ένας αυτόπτης μάρτυς! Ο Γερμανός διαπρεπής περιηγητής και μεταλλειολόγος Κάρολος Fiedler που ήρθε στο νησί στις 8 Δεκεμβρίου του 1834 και έφυγε την 1 Ιανουαρίου του 1835.

Τις εντυπώσεις του μας μετέφερε ο αείμνηστος Δρας Ιωάννης Φραγκούλας στο περιοδικό του Δήμου ‘’με του βορηά τα κύματα’’ (τεύχος 33-34 σελ. 38-40) και αξίζει να τις αναπαράγουμε κι από εδώ σε τρία άρθρα εμπλουτισμένες με λίγα σχόλια. Σήμερα θα μιλήσουμε για το πως βρήκε τη νέα πόλη στην οποία οι κάτοικοι άρχισαν να επανέρχονται από το Κάστρο το 1829…

Στα ερείπια της αρχαίας Σκιάθου, οι ταλαίπωροι κάτοικοι έχτιζαν όπως- όπως τα σπίτια τους μεταφέρνοντας οικοδομικά υλικά ακόμα και απ’ το μακρινό Κάστρο. Τα περισσότερα χτίσματα του φρουρίου θυσιάστηκαν γι’ αυτό το σκοπό, μέχρι και τα ιστορικά μνημεία. Δεν είναι τυχαίο πως σε σπίτι του που ήταν χτισμένο το 1850, βρέθηκαν πρόσφατα τρία οθωμανικά σπαράγματα, που συμμετείχαν στη λιθοδομή. Φυσικά, τα καινούργια σπίτια -40 τον αριθμό στα 1834, 500 στα 1839- ήταν με τέσσερεις λασπόχτιστους ξηρούς τοίχους, χωρίς ανέσεις και πλουμίδια, χωρίς καν τζάμια στα παράθυρα. Ζεσταίνονταν με χάλκινα μαγκάλια με κάρβουνα που η ζέστη τους το χειμώνα ίσα που έφτανε για τα χέρια. «Μόνο ο δημογέροντας, γράφει ο περιηγητής, είχε ένα δωμάτιο ευρωπαϊκά τακτοποιημένο με οροφή από σανίδες καλά προσαρμοσμένες, μεγάλο καθρέφτη και καναπέ και το πάτωμα σκεπασμένο μ’ ένα πολύ καλό χαλί, ενθύμιο από την Αλεξάνδρεια». Και κατά την επάνοδο στη νέα πόλη, αυτοδιοικητική εξουσία εξακολουθούσαν να ασκούν οι δημογέροντες του νησιού μέχρι το έτος 1835.

Οι δημογέροντες, ασκούσαν διοικητικά και αστυνομικά καθήκοντα. Σύμφωνα με το Ι/1828 Ψήφισμα του Καποδίστρια, σε κάθε εκατό οικογένειες αναλογούσε ένας δημογέροντας, με ανώτατο όριο του τέσσερις. Στα 1835 εκλέχτηκε πρώτος δήμαρχος ο Αναγνώστης Μπονάκης που παρέμεινε ως το 1841. Υπήρξε εκ των επιφανέστερων Σκιαθιτών, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ’21, έσωσε μάλιστα τον Άνθιμο Γαζή όταν πήγαν να τον κάψουν ζωντανό οι πηλιορείτες πρόσφυγες στο νησί γιατί τον θεώρησαν υπαίτιο του αποτυχημένου ξεσηκωμού τους στη Μαγνησία και της προσφυγιάς τους στη συνέχεια. Πάνω απ’ τα θεμέλια των αρχαίων σπιτιών, σηκώθηκαν τα νέα.

Ένα ορειχάλκινο άγαλμα, μας πληροφορεί ο περιηγητής, πωλήθηκε στη Σύρα, σ’ ένα Άγγλο αντί δύο χιλιάδων ισπανικών τάλιρων και δεν ήταν το μόνο….