Πιάνοντας το κουβάρι από εκεί που το αφήσαμε την περασμένη εβδομάδα, σχετικά με το ναυάγιο των δύο καϊκιών, με αποτέλεσμα τον φρικτό θάνατο τουλάχιστον 20 επιβαινόντων, τραγωδία από τις σπάνιες στην ιστορία για τη Μαγνησία, σήμερα θα αναφερθούμε στο μετέπειτα και στις έρευνες για το τι συνέβη με τα δύο σκάφη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχές, συμβαδίζοντας με το κλίμα της εποχής, καθώς βρισκόμασταν σε μια κρίσιμη καμπή αναφορικά με τον Εμφύλιο, άφηναν υπόνοιες πως υπεύθυνοι για το ναυτικό δράμα ήταν οι αντάρτες του ΔΣΕ. Θεωρούσαν πολύ πιθανό δηλαδή, πώς οι αντάρτες κατέλαβαν τα δύο σκάφη, απήγαγαν τους άνδρες και έπνιξαν τις γυναίκες, βυθίζοντάς τα στη συνέχεια. Ωστόσο, τους ισχυρισμούς αυτούς ήρθε να διαψεύσει ο εισαγγελέας, που θεωρούσε ότι τα καΐκια βρέθηκαν στον πάτο του Αιγαίου λόγω θαλασσοταραχής και όχι μετά από αντάρτικη ενέργεια. Η «ΘΕΣΣΑΛΙΑ» στις 19 Νοεμβρίου 1948 έγραφε πως διεξάγονται ανακρίσεις για το τραγικό ναυάγιο, και πως δεν υπήρξε καμία νεώτερη πληροφορία για τη βύθιση του «Άγιος Νικόλαος» και «Σοφία». «Ο λιμενοσταθμάρχης Σκιάθου συνεχίζων τας σχετικάς ανακρίσεις θα υποβάλη εντός των ημερών το πόρισμά του εις την προϊσταμένην του αρχήν» πληροφορούσε τους αναγνώστες το ρεπορτάζ.

Βυθίστηκαν τα δύο πλοία από τους αντάρτες;
Όπως γράφει η εφημερίδα στις 23 Νοεμβρίου 1948 επικαλούμενη τα πορίσματα από τις ανακρίσεις του τελωνοσταθμάρχη Γλώσσας Σκοπέλου: «Εις τας ενταύθα δικαστικάς και λιμενικάς αρχάς εκοινοποιήθη χθες το πόρισμα των ανακρίσεων τας οποίας ενήργησεν ο τελωνοσταθμάρχης Γλώσσης Σκοπέλου, επί των αιτιών του τραγικού ναυαγίου των πετρελαιοκινήτων «Άγιος Νικόλαος» και «Σοφία» παρά την Σκιάθον. Το πόρισμα των ανακρίσεων συνοδεύεται και από 12 μαρτυρικάς καταθέσεις. Πληροφορούμεθα ότι ο Τελωνοσταθμάρχης Γλώσσης εις το πόρισμά του αναφέρει δύο κυρίως εκδοχάς διά τα αίτια του δυστυχήματος. Η πρώτη είναι ότι τα δύο πλοία εβυθίσθησαν κατόπιν συγκρούσεως, η δε δευτέρα ότι ταύτα υπέστησαν επίθεσιν συμμοριτών. Κατά την δευτέραν αυτήν εκδοχήν, την οποίαν ο τελωνοσταθμάρχης θεωρεί πολύ πιθανωτέραν, συμμορίται επιβαίνοντες πλοίου, συνέλαβον και εβύθισον τα δύο πετρελαιοκίνητα, αφού απήγαγον προηγουμένως τους άρρενας επιβάτας και τα μέλη των πληρωμάτων των και έπνιξαν τας γυναίκας που επέβαινον του πετρελαιοκινήτου «Άγιος Νικόλαος»«.
Όπως μας πληροφορεί το συμπέρασμα αυτό του τελωνοσταθμάρχη συνάγεται από το γεγονός, ότι μετά από το ναυάγιο ξεβράστηκαν τα πτώματα γυναικών στις κοντινές ακτές, χωρίς να βρεθεί καμία σορός από άνδρα. Σε δημοσίευμα της επόμενης ημέρας (24 Νοεμβρίου 1948) ο εισαγγελέας του Βόλου Κατεβαίνης ανέθεσε στον ανακριτή του δεύτερου ανακριτικού γραφείου Μανωλόπουλο τη διενέργεια τακτικής ανάκρισης για το συμβάν. Έτσι ο δικαστικός λειτουργός επισκέφθηκε τη Σκόπελο, για να συλλέξει αυτοπροσώπως πληροφορίες για το ναυάγιο και να διεξάγει επιτόπου ανακρίσεις. «Όσον αφορά τα πορίσματα του ενεργήσαντος την προανάκρισιν Τελωνοσταθμάρχου Γλώσσης, ο κ. Εισαγγελεύς εξέφρασεν αμφιβολίας. Συγκεκριμένως ο κ. Κατεβαίνης θεωρεί ως απίθανον την εκδοχήν ότι τα πετρελαιοκίνητα «Άγιος Νικόλαος» και «Σοφία» εβυθίσθησαν κατόπιν συμμοριακής ενεργείας, και φρονεί ότι ταύτα εβυθίσθησαν μάλλον συνεπεία θαλασσοταραχής», καταλήγει το δημοσίευμα της εφημερίδας.

Ν. Διαμαντάκος: «Παράπλευρη απώλεια του εμφυλίου»
Με το ναυάγιο είχε ασχοληθεί και γράψει ένα κείμενο σε περιοδικό τη δεκαετία του ’90 ο Ζαγοριανός φιλίστωρ και συγγραφέας, Νίκος Διαμαντάκος. Τον αναζητήσαμε στο πλαίσιο του ρεπορτάζ και μας παρέδωσε το κείμενό του. Όπως έγραφε: «Στην τετράχρονη σχεδόν διάρκεια του επάρατου εμφυλίου πολέμου (1946-1949) με τις γνωστές ολέθριες συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές και υλικές καταστροφές, η συγκοινωνία Βόλου – Ζαγοράς με αυτοκίνητα διεξαγόταν με συχνές διακοπές και με πολύ φόβο και κίνδυνο, για το πολύ πιθανό ενδεχόμενο κάποιας συμπλοκής μεταξύ κρατικών στρατιωτικών τμημάτων και αντάρτικων ομάδων. Αναγκαστικά η μεταφορά των εμπορευμάτων και η μετακίνηση των ανθρώπων από Ζαγορά και τα περίχωρα προς Βόλο, και αντιθέτως, γινόταν στο μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου με καΐκια και κάπου – κάπου με πολεμικό αρματαγωγό, που μπορούσε να ανοίξει την μπροστινή μπουκαπόρτα στην αμμουδιά του Χορευτού», γράφει αρχικά και στη συνέχεια αναφέρεται στο δημοσίευμα της «ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ». Ο πατέρας του στο προσωπικό του ημερολόγιο σημείωνε: «Το φρικτόν αυτό γεγονός έχει προκαλέσει σφοδράν συγκίνησιν εις όλον τον λαόν της κωμοπόλεώς μας. Λεπτομέρειαι της συγκρούσεως των πλοίων δεν εγνώσθησαν καθότι ουδείς εκ των επιβατών διεσώθη». Σύμφωνα με τον Ν. Διαμαντάκο: «Το μεγαλύτερο ονομαζόταν «Άγιος Νικόλαος» και είχε τριμελές πλήρωμα: τον ιδιοκτήτη και κυβερνήτη του Φίλιππο Κοντογιάννη ή Τζιότζιο, τον αδελφό του Ελευθέριο, ναύτη, και τον Δ. Πολυγάλακτο, μηχανικό του πλοίου, καταγόμενους από το Κεραμίδι. Το άλλο καΐκι ονομαζόταν «Σοφία», με ιδιοκτήτη και καπετάνιο του τον Νικόλαο Γκέκα, από τη Μακρυράχη και ναύτη τον Κυριάκο Κωνσταντέλια, από το Ανήλιο, γαμπρό του οδοντιάτρου Σταύρου Μπουρλότου. Η «Θεσσαλία» γράφει ότι στο πρώτο καΐκι επέβαιναν 15 επιβάτες και στο δεύτερο κανένας, ενώ ο «Ταχυδρόμος» γράφει ότι στο πρώτο επέβαιναν 22 επιβάτες και 2 στο δεύτερο». Ο συγγραφέας αναφέρει τα ονόματα 11 επιβαινόντων από τη Ζαγορά, ενώ επικαλούμενος τα ρεπορτάζ των εφημερίδων λέει πως ανάμεσά τους ήταν ο Ανδρέας Σίνας, ετών 42, η Συραγώ Κυρ. Χριστοδούλου ετών 50, ο Μιχαήλ Χατζηκουμπής, ετών 64 από τη Μακρυράχη και η Ελένη Ν. Τέζα, ετών 37, από το Πουρί. «Επιπλέον ο πατέρας μου γράφει και τα ονόματα της Συνοδής Πανταζή, της Κατίνας Ν. Κουτσάφτη -τις θυμόταν καλά και της Μαγδαληνής Τέζα από το Πουρί με το μικρό κοριτσάκι της. Το πλοίο Άγιος Νικόλαος είχε αποπλεύσει από τον Βόλο στις 9 Νοεμβρίου και το «Σοφία» στις 11 του μήνα, αλλά λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής δεν μπόρεσαν να πλησιάσουν την ακτή του Χορευτού και επέστρεψαν στη Σκιάθο – όπου προφανώς είχαν διανυκτερεύσει την προηγούμενη νύχτα -περιμένοντας βελτίωση του καιρού. Τέτοιες αναποδιές και καθυστερήσεις ήταν συχνές. Κάποιοι από τους επιβάτες κοιμούνταν σε γνωστές τους οικογένειες, ενώ οι περισσότεροι πλάγιαζαν στριμωγμένοι στο αμπάρι ή στο κατάστρωμα των καϊκιών με όση κακοπέραση αυτό συνεπαγόταν. Έχω προσωπική εμπειρία τέτοιας διανυκτέρευσης, όταν μαθητής του Γυμνασίου επέστρεφα από τη Ζαγορά στον Βόλο με έναν παρόμοιο «σκυλοπνίχτη», μετά τις διακοπές του Πάσχα, της χρονιάς του 1949». «Κατά τη γνώμη των ναυτικών το μεγαλύτερο καΐκι ο «Άγιος Νικόλαος» απέπλευσε πρώτο, αλλά ύστερα περίπου από μία ώρα αναγκάστηκε εξαιτίας της μεγάλης φουρτούνας που συνάντησε, να επιστρέψει στη Σκιάθο. Αλλάζοντας, όμως, ρότα συγκρούστηκε με το άλλο, που το ακολουθούσε από κάποια απόσταση. Φαίνεται πως η ομίχλη ήταν τόσο πυκνή και ο κυματισμός τόσο μεγάλος που δεν μπόρεσαν οι κυβερνήτες να αντιληφθούν τον ερχομό του άλλου καϊκιού». «Τις επόμενες μέρες εκβράστηκαν στις βόρειες ακτές της Σκιάθου δύο πτώματα ανδρών και δύο γυναικών, η αναγνώριση των οποίων στάθηκε αδύνατη. Ακόμα βρέθηκαν στις ακτές της Σκοπέλου τα πτώματα της Κατίνας Κουτσάφτη και της Συνοδής Πανταζή, έχοντας στην αγκαλιά της το τετράχρονο κοριτσάκι της Μαγδαληνής Τέζα. Το πιο τραγικό της θαλασσινής αυτής τραγωδίας ήταν ο πνιγμός τριών μελών από την ίδια οικογένεια: της Συνοδής Πολυμέρου, της κόρης της Μαρίας και του γαμπρού της Αλέξ. Μακραραχλή. Το νεανικό ζευγάρι είχε στεφθεί σε εκκλησία του Βόλου πριν οχτώ ημέρες, όμως, αντί να πάνε χαρούμενοι στη Ζαγορά πήγαν στον βυθό της θάλασσας. Εκείνη την αποφράδα ημέρα του Νοεμβρίου 1948 συντελέστηκε μια θαλασσινή τραγωδία, που αν ερευνήσει κανείς τα βαθύτερα αίτιά της, θα την καταχωρήσει στις παράπλευρες απώλειες, που προκάλεσε η εμφυλιοπολεμική σύρραξη εκείνων των χρόνων» καταλήγει ο κ. Διαμαντάκος.

Πανελλήνια εμβέλεια
Ένα τέτοιο τραγικό γεγονός δεν μπορούσε να μη λάβει έκταση και σε αθηναϊκά μέσα της εποχής. Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθερία» στις 18 Νοεμβρίου 1948 όπου αναφέρεται ότι:
Δραματική σύγκρουση δύο πλοίων κοντά στη Σκιάθο
Πνίγηκαν είκοσι επιβάτες
«Κατά τηλεγράφημα εκ Βόλου, προς το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, δύο πετρελαιοκίνητα πλοία, το «Άγιος Νικόλαος» και το «Σοφία» συγκρούσθηκαν σε απόσταση λίγων μιλίων από τις ακτές της Σκιάθου. Λόγω της σύγκρουσης πνίγηκαν 20 άτομα συνολικά, τα οποία επέβαιναν στα πλοία. Η σύγκρουση, σύμφωνα με τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από τις ναυτικές αρχές, έγινε υπό τις ακόλουθες περιστάσεις στις 5 το πρωί της προηγούμενης Δευτέρας.
Το πρώτο από τα σκάφη ο «Άγιος Νικόλαος» με κυβερνήτη τον Φιλ. Κοντογιάννη, με μηχανικό τον Δ. Πολυγαλάκη και ναύτη τον αδελφό του κυβερνήτη, Ελευθ. Κοντογιάννη, είχε αποπλεύσει με 11 επιβάτες από τον Βόλο προ οκταημέρου για το Χορευτό της Ζαγοράς. Λόγω, όμως, της σφοδρής θαλασσοταραχής, αναγκάστηκε να «δέσει» στη Σκιάθο, από όπου παρέλαβε άλλους τέσσερις επιβάτες. Την ίδια ημέρα που απέπλευσε από τον Βόλο, απέπλευσε και το δεύτερο πετρελαιοκίνητο «Σοφία» με κυβερνήτη τον Νικ. Γκέκα και ένα ναύτη. Αυτό το σκάφος είχε επίσης προορισμό το Χορευτό της Ζαγοράς, για να μεταφέρει άλευρα και άλλα εμπορεύματα. Όπως και το «Άγιος Νικόλαος», έτσι και το «Σοφία» ξεκίνησε από τον Βόλο πριν από μία εβδομάδα για το Χορευτό, δεν κατάφερε να ακολουθήσει τον πλου του λόγω της μεγάλης τρικυμίας και αναγκάστηκε να προσεγγίσει τη Σκιάθο, έως ότου βελτιωθεί ο καιρός.
Και τα δύο σκάφη απέπλευσαν από τη Σκιάθο στις 4 το πρωί της προηγούμενης Δευτέρας με προορισμό το Χορευτό της Ζαγοράς. Μετά από μία ώρα, το «Άγιος Νικόλαος» λόγω του σφοδρού ανέμου και της πρωινής ομίχλης, την οποία συνάντησε στο πέλαγος, αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Σκιάθο. Η ορατότητα, όπως φαίνεται, ήταν ελάχιστη και εμπόδιζε το ένα πλοίο να αντιληφθεί την πορεία του άλλου και το μοιραίο επήλθε. Με όλη τους την ταχύτητα τα δύο σκάφη συγκρούστηκαν και μέσα σε ελάχιστα λεπτά βούλιαξαν. Στην περιοχή της τραγικής σύγκρουσης έσπευσε το πολεμικό «Τομπάζης», το οποίο ερεύνησε για αρκετή ώρα τον τόπο της σύγκρουσης για να περισώσει τυχόν επιζώντες ναυαγούς. Δυστυχώς, όμως, οι έρευνές του απέβησαν άκαρπες. Μέχρι στιγμής ξεβράστηκαν τρία πτώματα στις ακτές της Σκιάθου. Τα δύο ανήκουν σε γυναίκες 45 -50 ετών και το τρίτο σε 4χρονο κοριτσάκι. Από το υπουργείο Ναυτικών εκδόθηκε χθες η παρακάτω ανακοίνωση: «Κατά πληροφορίες που λήφθηκαν στη ναυτική διοίκηση Βόλου, περί ώρα 12.5 της 15ης Νοεμβρίου στα ανοικτά της Άκρας Κάστρο – Σκιάθου, συγκρούστηκαν δύο πετρελαιοκίνητα λόγω του σκοταδιού και της θαλασσοταραχής και βυθίστηκαν και τα δύο. Αμέσως διατάχθηκε το αντιτορπιλικό «Τομπάζης» να πλεύσει στην παραπάνω περιοχή και να πραγματοποιήσει έρευνα για την περισυλλογή τυχόν ναυαγών. Από πληροφορίες που παρείχε ο λιμενοσταθμάρχης Σκιάθου, πρόκειται για το πλοίο «Άγιος Νικόλαος» που προερχόταν από τον Βόλο μέσω Σκιάθου για το Χορευτό, με πλήρωμα δύο άντρες και 15 επιβαίνοντες και το «Σοφία» από απέπλευσε από τη Σκιάθο για το Χορευτό με πλήρωμα δύο άντρες. Μέχρι στιγμής περισυνελλέγησαν από το «Τομπάζης» ένα τεμάχιο κουπαστής, το οποίο αναγνωρίστηκε ότι ανήκει στο πλοίο «Σοφία» καθώς επίσης και το πτώμα μίας μεσήλικης γυναίκας, το οποίο μεταφέρθηκε στη Σκιάθο. Στη Γλύκεια Σκιάθου, επίσης εκβράσθηκαν δύο πτώματα μεσήλικων γυναικών και στη Σκόπελο το πτώμα ενός κοριτσιού».

«Δεν μιλούσε ποτέ για το περιστατικό»
Ο γνωστός Βολιώτης δικηγόρος Γιάννης Βογιατζάκης, ανάμεσα στους πνιγμένους του ναυαγίου είχε τον παππού του, με το ίδιο όνομα, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 47 ετών. Όπως αναφέρει στη «Θ», το γεγονός αυτό το είχε ακούσει, χωρίς, όμως, να το γνωρίζει εις βάθος, καθώς η γιαγιά του, δεν ήθελε να αναφέρεται καθόλου σε αυτό. «Γνώριζα λίγα πράγματα για το ναυάγιο. Δηλαδή ότι χάθηκε ο παππούς σε αυτό, ωστόσο, η γιαγιά, δεν ήθελε να μιλά για το περιστατικό, γιατί προφανώς την πονούσε το πώς χάθηκε ο σύζυγός της», τονίζει χαρακτηριστικά.