Η Μαρία Βοναπάρτη στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη | γράφει ο Γιώργος Σανιδάς

Η Μαρία Βοναπάρτη, κόρη του πρίγκιπα Ρολάνδου εγγονού του αδελφού του αυτοκράτορα Ναπολέοντα, στα 25 της χρόνια, το 1907, υπέκυψε στην επιθυμία του πατέρα της και παντρεύτηκε έναν άντρα που δεν είχε δει ποτέ στη ζωή της.  Τον 40χρονο πρίγκιπα Γεώργιο, δευτερότοκο γιο  του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου Α’ και αδερφό του μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνου Α’. Έτσι βρέθηκε ως πριγκίπισσα στην Ελλάδα.

Ήταν μια γυναίκα με πανίσχυρη προσωπικότητα, ασχολούταν παθιασμένα με τα μυστικά της ψυχής κι έτρεφε μεγάλη εκτίμηση στους ανθρώπους των γραμμάτων. Γι’ αυτό το λόγο έθεσε υπό την προστασία της τη  γιορτή  της 13ης  Μαρτίου του 1908  στον “Παρνασσό” προς τιμήν του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη τον οποίο θαύμαζε απεριόριστα για το έργο του. Ο ίδιος, όπως είναι γνωστό, δεν παρευρέθηκε τότε και δεν γνώρισε ποτέ την αξιαγάπητη πριγκίπισσα καθώς στη συνέχεια, εκείνος έφυγε στη Σκιάθο όπου και πέθανε τον Ιανουάριο του 1911.

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος, τον Οκτώβριο του 1912, η Μαρία Βοναπάρτη ανέλαβε δράση. Με δικά της χρήματα μετέτρεψε το δικάταρτο ατμόπλοιο “Αλβανία”, το οποίο είχε κατασκευαστεί το 1887 για λογαριασμό της Πανελληνίου Ατμοπλοΐας του Πειραιά συμφερόντων Ανδρέου Συγγρού, σε πλωτό νοσοκομείο με διευθυντή τον έγκριτο ιατρό Βαρθολομαίο Γκίζη, για να μεταφέρονται οι τραυματίες από το μέτωπο στην Αθήνα. Κι όχι μόνο αυτό, η Πριγκίπισσα ήταν καθ’ όλη την διάρκεια των επιχειρήσεων επί του “Αλβανία” περιποιούμενη η ίδια τους τραυματίες.

Στις 22/11/1912, το πλοίο ταξιδεύοντας από την Αθήνα για τη Θεσσαλονίκη αναγκάσθηκε να αράξει στην Σκιάθο λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής.  Οι πρόκριτοι του νησιού έσπευσαν στο λιμάνι  για την υποδοχή της πριγκίπισσας και ο δήμαρχος Φιλοκλής Γεωργιάδης άνοιξε το σπίτι του να τη δεξιωθεί. Μάταια. Όπως έγραψε ο Κ. Φαλτάιτς τον Ιανουάριο του 1921 στην Ελληνική Επιθεώρηση (τεύχος 159 σελ 6-7),  η Μαρία ζήτησε μόνο, διά του υπασπιστή της Λεμπέση, να δει το σπίτι του Παπαδιαμάντη και να γνωρίσει τις τρεις χαροκαμένες αδελφές του.

«-Αγάπησα πολύ το έργο του αδελφού σας και ήρθα να σας δω.

Γονάτισε στο δωμάτιο που πέθανε ο Παπαδιαμάντης, το φωτογράφησε, φωτογράφισε όλο το σπίτι και τις τρεις αδελφές…»

Ύστερα επισκέφτηκε τον χωμάτινο τάφο του με τον απλοϊκό ξύλινο σταυρό και οι επιφανείς της Σκιάθου απόμειναν με την απορία:

«-Δεν ξέρουνε τάχα κι άλλοι γράμματα στον τόπο, μόνο ο Παπαδιαμάντης ήξερε;».