One winter morning during one of those moments when I was lost in a daydream, instead of following the road in Platanias I drove into a riverbed and within three meters I was up to my tailpipe in mud. Oh my God! The wheels were spinning and the tailpipe was sputtering water. Cell phone. Call home. It rang once, twice then died. I forgot to charge it.

After gingerly leaping out of the car onto a dry surface I quickly scanned the area: across the street a summerhouse with several rooms to let, and next to the stream a chain link fence enclosing a lot with a small but charming two story house hidden behind trees and, across a yard of miscellaneous claptrap, an open concrete shell of two single rooms, one atop the other. Otherwise nothing.

Two small barking dogs guarded the summerhouse so, thinking someone had to feed them, I negotiated my way through jumping and dancing, grateful for the noise, though it proved fruitless. Just then across the street an old man appeared from behind the concrete structure swaying from side to side like an old fisherman in a calm sea. Small but square with a few wisps of white hair on his head and a brush mustache, he was a man of indeterminate age, but easily over seventy years. I called for his attention “Para kalo!” He stopped abruptly then noticed my treasure sitting in the mud stream astride his property. He didn’t speak a word of English but I was soon able to conclude that he didn’t have a cell phone but I shouldn’t worry he’d take a closer look.

In his slippers in mud up to his ankles in the stream, the old man looked at me and indicated that we needed to push the car ahead two meters, then reverse onto firmer ground and back out onto the road. He thought for a moment, motioned for me to relax, then hurried behind the structure and returned a moment later with a thick nautical rope and a small winch. Without kneeling in the mud, he attached one end of the rope to the bottom of the car then sloshed through the stream as he carried the other end downstream with the winch and tied them on the opposite bank around a large tree. As he began pumping the winch and the rope began tightening, a car drove up and stopped and a younger Greek man stepped out in slacks and loafers with a familiar greeting and the old man explained the situation while continuing to pump.

The younger man went around to the car on tiptoe, careful not to soil his shoes too much, and peeked inside, then reached in, smiled, and released the emergency brake. While the old man continued pumping the young man stepped into the car and began spinning the tires until the winch broke down and, after a reset, they continued until it broke down again and again and again until, finally, they gave up. By then another car pulled up. A middle aged Greek man in work clothes had heard about it from a neighbor. Now we had two men to push, me from the riverbank, while the young man spinned the tires and the old man pumped and in a moment the wheels spun out and the car jerked forward two meters then suddenly slammed into reverse and blasted out of the riverbed. I offered the old man fifty Euros. He wouldn’t have any of it.

“No problem’” And to think the only one not to get his shoes dirty was me. I like this neighborhood.

Η Γειτονιά

Ένα χειμωνιάτικο πρωινό κάποια από εκείνες τις στιγμές που ονειρεύομαι με τα μάτια ανοιχτά, αντί να πάρω τον δρόμο για τον Πλατανιά συνέχισα να οδηγώ μέχρι την κοίτη ενός ποταμού και στα τρία μέτρα βρέθηκα μέσα στη λάσπη μέχρι και την εξάτμιση. Θεέ μου! Οι ρόδες γύριζαν τρελλά και η εξάτμιση ξερνούσε νερό. Το κινητό. Να πάρω στο σπίτι. Χτύπησε μια φορά, δυό φορές και μετά έκλεισε. Είχα ξεχάσει να το φορτίσω.
Αφού πήδηξα έξω από το αυτοκίνητο με μεγάλη προσοχή και πάτησα σε στεγνό χώμα κατόπτευσα στα γρήγορα την περιοχή: στην απέναντι πλευρά του δρόμου ένα εξοχικό σπίτι με ενοικιαζόμενα δωμάτια, και δίπλα στο ποταμάκι ένα φράχτης από συρματόπλεγμα γύρω από ένα οικόπεδο με ένα μικρό αλλά χαριτωμένο διώροφο κρυμμένο πίσω από κάποια δέντρα και, απέναντι μια μάντρα με ένα συνονθύλευμα από διάφορα πράγματα, ένα ανοιχτό τσιμεντένιο γιαπί με δύο δωμάτια, το ένα πάνω από το άλλο. Τίποτε άλλο.
Δύο μικρά φωνακλάδικα σκυλιά φύλαγαν το εξοχικό κι έτσι, πιστεύοντας ότι κάποιος θα έπρεπε να τα ταΐζει, κατευθύνθηκα προς τα εκεί με πηδηχτά και χορευτικά βήματα, ευγνωμονώντας την τύχη μου για τον θόρυβο αυτόν, άνκαι αποδείχθηκε άχρηστος. Εκείνη ακριβώς την στιγμή στην απέναντι πλευρά του δρόμου ένας ηλικιωμένος άνδρας εμφανίστηκε πίσω από την τσιμεντένια κατασκευή μπατάροντας δεξιά αριστερά σαν κανένας γέρος ψαράς σε ήρεμη θάλασσα. Μικρόσωμος αλλά γεροδεμένος, με λίγες τούφες άσπρα μαλλιά στο κεφάλι του και ένα χοντρό μουστάκι, ήταν ένας άνδρας ακαθόριστης ηλικίας, όμως σίγουρα πάνω από εβδομήντα. Του φώναξα για να τραβήξω την προσοχή του “Παρα καλώ!” Σταμάτησε απότομα, έπειτα πρόσεξε τον θησαυρό μου βουτηγμένο μέσα στα λασπόνερα καβάλα στην ιδιοκτησία του. Δεν μιλούσε ούτε λέξη αγγλικά αλλά σύντομα κατάλαβα ότι δεν είχε κινητό τηλέφωνο, όμως δεν θα έπρεπε να ανησυχώ γιατί θα έριχνε μια ματιά.
Με τις παντόφλες του μέσα στη λάσπη μέχρι τους αστραγάλους του ο γέρος με κοίταξε και μου έδωσε να καταλάβω ότι έπρεπε να σπρώξουμε το αυτοκίνητο δύο μέτρα πιο μπροστά, έπειτα να το φέρουμε με την όπισθεν σε πιο στέρεο έδαφος και πίσω στο δρόμο. Σκέφτηκε για λίγο, μου έκανε νόημα να ηρεμήσω, μετά πήγε γρήγορα πίσω από το γιαπί και γύρισε σε ένα λεπτό με ένα χοντρό ναυτικό σκοινί και ένα μικρό βίντσι. Χωρίς να γονατίσει μέσα στη λάσπη, αγκίστρωσε την μία άκρη του σκοινιού κάτω από το αυτοκίνητο, έπειτα τσαλαβουτώντας μέσα στο ποταμάκι έφερε την άλλη άκρη με το βίντσι και τα έδεσε στην απέναντι όχθη γύρω από ένα μεγάλο δέντρο. Καθώς άρχισε να δουλεύει το βίντσι και το σκοινί να τεντώνεται, φάνηκε ένα αυτοκίνητο, σταμάτησε και ένας νεώτερος Έλληνας βγήκε από αυτό φορώντας ένα καλό παντελόνι και μοκασίνια. Χαιρέτησε φιλικά τον γέρο και εκείνος του εξήγησε την κατάσταση δουλεύοντας συνεχώς την αντλία. Ο νεώτερος άνδρας έκανε τον γύρο του αυτοκινήτου στις μύτες των ποδιών του, προσέχοντας να μην λερώσει πάρα πολύ τα παπούτσια του, και έριξε μια ματιά μέσα, έπειτα άπλωσε το χέρι του, χαμογέλασε και τράβηξε το χειρόφρενο. Όσο ο γέρος συνέχιζε να δουλεύει την αντλία ο νέος μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο και άρχισε να δίνει κίνηση στους τροχούς μέχρι που το βίντσι σταμάτησε και, αφού ξαναπήρε εμπρός, συνέχισαν μέχρι που σταμάτησε πάλι και πάλι και πάλι έως ότου, τελικά, το παράτησαν. Τότε εμφανίστηκε άλλο ένα αυτοκίνητο. Ένας μεσόκοπος Έλληνας με εργατικά ρούχα είχε ακούσει για το περιστατικό από κάποιον γείτονα. Τώρα είχαμε πια δύο άντρες που έσπρωχναν, κι εγώ από την όχθη, ενώ ο νεαρός άντρας έδινε κίνηση στους τροχούς και ο γέρος δούλευε την αντλία – σε ένα λεπτό οι ρόδες γύρισαν τρελλά, αναδύθηκαν από τη λάσπη και το αυτοκίνητο βρέθηκε με ένα τίναγμα δυο μέτρα μπροστά, έπειτα ξαφνικά γύρισε στην όπισθεν και ξεπετάχτηκε από την κοίτη. Προσέφερα στον γέρο πενήντα Ευρώ. Δεν τα δεχόταν με τίποτε. “Κανένα πρόβλημα”. Και να σκεφθεί κανείς ότι ο μόνος που δεν λέρωσε τα παπούτσια του ήμουν εγώ. Λατρεύω αυτήν την γειτονιά.