Ανάμεσα στις συμπαθέστατες γιαγιάδες, σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις εποχές, υπάρχει μια «άλλη τις τάξις, η τάξις των γραϊδίων, ων οι ονειδισμοί ουδεμίαν έχον φαιδρότητα, αλλ’ ωμοιάζουν με βέλη αγρίων.

Μία τούτων, ήτις κατώκει μόνη εις οπήν τινα υποχθόνιον, ουχί μακράν της καλύβης των χαλκέων, ωνομάζετο δε κοι νώς Εφταλουτρού», ήτο «το φόβητρον» της αθώας Αϊμάς και τη συναντούμε στη «Γυφτοπούλα» το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη. «Η Εφταλουτρού εξήρχετο δις της ηµέρας εκ της φωλεάς της, και έκαµνε γύρον περί την ακτήν· επεσκέπτετο όλας τα οικίας, και εισέπραττεν ουχί ελεηµοσύνην αλλά φόρον παρ’ όλων των γυναικών» Αυτή την τρομακτική, χαιρέκακη ψεύτρα, πανούργα, μοχθηρή κι αδίστακτη γριά μάγισσα που έφτανε να λιθοβολεί και να καταριέται τα θύματά της, ο Παπαδιαμάντης ονόμασε εύστοχα Εφταλουτρού.

Το όνομα το δανείστηκε από το είδος της δηλητηριώδους αράχνης που για να φύγει το φαρμάκι της απαιτούνται κατά το λαό, επτά καυτά λουτρά- και λίγα μάλλον είναι! Επίτηδες μάλιστα, την παρουσιάζει ως λευκή να στρέφεται εναντίον των τσιγγάνων για να δείξει πως τέτοια πλάσματα υπάρχουν σ’ όλες τις κοινωνίες, συνεπώς είναι ανυπόστατοι οι γενικοί αφορισμοί κατά φυλών και εθνοτήτων οι οποίοι έχουν εδραιωθεί δυστυχώς, στις πεποιθήσεις κάποιων ως στερεότυπα και συνήθως καταλήγουν στο τυφλό μίσος.

Η Εφταλουτρού ως μυθιστορηματική ηρωίδα, εκφράζει όλη την ανθρώπινη κακία που έχει τις ρίζες της σε μια σειρά από αίτια, από κληρονομικά, μορφωτικά ως και ψυχοπαθολογικά. Εκδηλώνεται δε στο σύνολο σχεδόν των ανθρώπων σε κάποιες στιγμές της ζωής μας κι ο καθένας οφείλει να σκύψει μέσα του, να την αναγνωρίσει, να την παραδεχθεί, να την αναλύσει και να παλέψει μαζί της με ό,τι ενάρετα όπλα διαθέτει για να τη νικήσει τελικά, αν θέλει να ζει αρμονικά με τους άλλους και προπαντός, με τον εαυτό του…