Σταύρε. Καλέ μου φίλε,

Τώρα πια ανέβηκες στο πλεούμενο του ανέκκλητου κι είναι μια αλήθεια πικρή, που δεν ακυρώνεται όπως δεν ακυρώνεται κι ο κεραυνός με τη σύλληψή του.

Έφυγες μέρες πριν, και τη μέρα των γενεθλίων σου στις 12-06, αυτού του μοιραίου χρόνου για σένα.

Σου γράφω τώρα από ένα τόπο μακρινό, μέχρι χτες για σένα η ίδια η πατρίδα – των ζωντανών ανθρώπων – της γης, και σήμερα ο τόπος που απουσιάζεις…

Μου λείπεις… Τις νύχτες έρχονται μνήμες βροχές και μ’ αφήνουν άγρυπνο.

Σε γνώρισα από κοντά, το φθινόπωρο του 1968, τότε που ήσουν στην ομάδα των ναυτοπροσκόπων της Σκιάθου. Δεν φόραγες τη γαλάζια στολή για να ξεχωρίζεις όπως τ’ άλλα παιδιά…

Τα χέρια σου έκαναν τη διαφορά… Τα ταπεινά συναπαντήματα του δάσους και της ακρογιαλιάς αποκτούσαν οντότητα, όταν εσύ σμίλευες με λίγες σίγουρες χαρακιές και πελεκήματα.

Φίλε μου λιθοξόε)-έτσι μου άρεσε να σε λέω- η ματιά σου έβλεπε πάντα την καλή πλευρά των πραγμάτων, πάνω σε κάθε όγκο και επιφάνεια.

«Όλα θέλουν τον παιδεμό τους» -έλεγες- « παίρνουν ανάσα άμα τα δουλεύεις όπως πρέπει»

Σήμερα βρήκα μια παλιά φωτογραφία που είσαι έφηβος, τότε που είχαμε κάνει μαζί εκείνη την έκθεση το καλοκαίρι του 1970, σε κείνο το παλιό σπίτι στην ανηφοριά της Σκιάθου, και δίπλα στην ταβέρνα  «Η αμυγδαλιά»

Στη φωτογραφία ο καθιστός είναι ο Σταύρος Τσιμπλιαράκης.
Οι όρθιοι είναι τουρίστες-επισκέπτες της έκθεσης

Πώς πέρασαν αλήθεια τα χρόνια …

Θυμάμαι ακόμα τις ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής στις γκαλερί της Αθήνας, τότε που τα έργα σου γίνονταν ανάρπαστα

Ακόμα θυμάμαι τις « μάχες » κάποιων ζωγράφων να σε πάρουν για μοντέλο, τελικά έγινες «ο πρωταγωνιστής» και το ωραίο μοντέλο του Γ.Γεωργιάδη που ξεπούλησε όλα εκείνα τα έργα το πρώτο βράδυ της έκθεσής του.

Φίλε μου θέλω να ξέρω τι έγινε, ύστερα από αυτόν τον απόπλου για την άλλη σου πατρίδα, την αιωνιότητα. Έχει ο τόπος εκεί αιωνόβια πλατάνια, ρεματιές με νεροσυρμές που φτάνουν ως το κυμοθάλασσο ;  Καλλιεργείς κι εκεί φρούτα και λαχανικά ανοίγοντας αυλακιές για το πότισμα ; Μαζεύεις ακόμα μυριστικά και φαρμακευτικά βότανα ;

Σου άρεσε ακόμα να ονομάζεις όλα αυτά με τα αρχαϊκά τους ονόματα … Είχες ξεσκονίσει την φυτολογική εγκυκλοπαίδεια του Θεόφραστου κι άλλων βοτανολόγων. Μου έλεγες « τώρα φυτρώνει το πολυκόμπι – η ιππουρίς η φαρμακευτική-. Τον άλλο μήνα έχουμε τη ρίγανη την ηρακλειώτικη και τον παραπάνω μαζεύουμε την αλιφασκιά, τον ελελίφασκον τον τρίλοβον. »

Τι να μην πρωτοθυμηθώ από σένα, που τίποτα δεν έχω να ξεχάσω. Φίλε λιθοξόε τίποτα δεν ξεχνιέται από σένα, η μνήμη δεν σε σβήνει. Είσαι σκληρή πέτρα που θέλει τα καλέμια του χρόνου, για να φέρει την ισορροπία της κατανόησης της απουσίας…

Τώρα όμως δεν μου μένει παρά να γράφω πένθιμα υμνολόγια και να μου έρχεται στην σκέψη εκείνο το ποίημα του Λορέντζου Μαβίλη

« Τους ζωντανούς τα μάτια ας θρηνήσουν

Θέλουν μα δε μπορούν να λησμονήσουν»

Αντίο δεν σου λέω. Σε περιμένω να  ’ρθεις στον ύπνο μου για να μου πεις τα νέα με λεπτομέρειες, για τον τόπο τον χλοερό, τον τόπο της αναψύξεως που ζεις.

Ο φίλος σου Νίκος Ακρίβος