Το σκιαθίκο κρασί, ο περίφημος αλυπιακός οίνος, οφείλει την ονομασία του στον Αλύπιο Δημητριάδη, ηγούμενο της μονής Ευαγγελισμού την περίοδο 1822-1829, στα ταραγμένα χρόνια δηλαδή της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Δημητριάδης, προπάππους του Παπαδιαμάντη, εμφανίζεται στο διήγημα «Τα μαύρα κούτσουρα», στο οποίο ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων» έγραψε για τη ζωή του προγόνου του, αν και φρόντισε να δώσει τη δική του ερμηνεία, υποστηρίζοντας πως το κρασί λεγόταν έτσι γιατί έδιωχνε μακριά τη λύπη και ανακούφιζε τον κόσμο από τα βάσανά του. «Ποιητική αδεία συνέδεσε το κρασί της Σκιάθου με τη λύπη και έγραψε για τον… άλυπο βίο», σχολίασε χαρακτηριστικά ο συγγραφέας, ο οποίος έπειτα εξήγησε τους λόγους που τον ώθησαν να προχωρήσει στην κυκλοφορία της συγκεκριμένης έκδοσης: «Ήταν και οικογενειακό μεράκι. Ο παππούς μου Μάρκος Ρήγας, πατέρας της μητέρας μου για την ακρίβεια, στον Μεσοπόλεμο επιστρέφοντας στο νησί από την Αμερική που βρέθηκε μετανάστης, ασχολήθηκε με την αμπελουργία. Έτσι, το κρασί από τότε κυριαρχούσε στη ζωή της οικογένειάς μου, αφού η ελαιοκαλλιέργεια προέκυψε πολύ αργότερα. Χάρη στο κρασί γνωρίστηκαν και οι γονείς μου. Ήταν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όταν ο πατέρας μου επισκέφτηκε το πατρικό της μάνας μου στα Κοτρώνια, όπου αποθήκευαν το κρασί. Είχε πάει εκεί για να πάρει κρασί και τον εξυπηρέτησε εκείνη, καταλήγοντας τελικά να παντρευτούν λίγο αργότερα. Έτσι, χάρη στην ενασχόληση της οικογένειάς μου με το κρασί, είχα ερεθίσματα για να γράψω».


Στη συνέχεια, ο Σκιαθίτης οικονομολόγος με το πλούσιο συγγραφικό έργο, αναφέρθηκε στη σχέση των συντοπιτών του με την καλλιέργεια των αμπελιών. «Ανέκαθεν υπήρχαν πολλοί αμπελουργοί. Όμως, η παραγωγή ήταν μικρή, ο καθένας έβγαζε το κρασί της χρονιάς, σε αντίθεση με τη γειτονική Σκόπελο που εξήγαγε μεγάλες ποσότητες», σημείωσε, ενώ έπειτα αναφέρθηκε στις πηγές που ανέτρεξε για την έρευνά του: «Πέρα από τον Παπαδιαμάντη και τη σπουδαία παρακαταθήκη που μας έχει αφήσει ο λαογράφος και ιερέας Γιώργος Ρήγας, αξιοποίησα τα «Σκιαθίτικα», το τετράτομο έργο του θεολόγου Ιωάννη Φραγκούλα».

Ο αλυπιακός οίνος αναβίωσε τα τελευταία χρόνια χάρη στην πρωτοβουλία των μοναχών της Μονής Ευαγγελίστριας, που λάνσαραν στην αγορά την ομώνυμη ετικέτα. «Οι μοναχοί κράτησαν το παλιό όνομα στο κρασί που παράγουν και εμφιαλώνουν», τόνισε ο κ. Σανιδάς, που συμπλήρωσε: «Πλέον στο νησί έχουμε έναν άλλο δραστήριο Σκιαθίτη, τον Γιάννη Παρίση, που έχει στήσει στον Ξάνεμο ένα σύγχρονο οινοποιείο, το πρώτο που έγινε στις Βόρειες Σποράδες και στηρίζει την παραγωγή του στα δικά του αμπέλια, αλλά και ορισμένων άλλων εγχώριων μικροκαλλιεργητών. Συντηρεί έτσι μία παράδοση πολλών ετών, αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μέχρι το 1830, όταν εγκαταλείφθηκε το Κάστρο και οι Σκιαθίτες μετοίκησαν στη νέα πόλη, η καλλιέργεια του αμπελιού μονοπωλούσε την αγροτική παραγωγή του νησιού».

e-thessalia.gr