#ΠΡΟΣΟΧΗ Άδεια Χρήσης
Απαγορεύεται ρητά η οποιαδήποτε χρήση, αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά του περιεχομένου του δικτυακού τόπου και των υπηρεσιών που προσφέρονται σε αυτό, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια της εταιρείας «Α.Ν.Α Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε. Skiathoslife.gr»

 

Το Αρχοντοχώρι (παλαιά ονομασία: Ζάβιτσα) είναι χωριό του Δήμου Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας με πληθυσμό 655 κατοίκων, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 2011. Από εκεί καταγόταν ο θρυλικός καπετάνιος του ΕΛΑΣ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ – ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ – ΛΕΥΚΑΔΑΣ, Στάθης Αντ. Λιάκας ή Καπετάν Φουρτούνας. Γεννήθηκε το 1915. Ήταν το πέμπτο και το μικρότερο παιδί της αγροτικής οικογένειας του Αντώνη Λιάκα και της Μάρως Νικολέ (Γοβιά). Σπούδασε πολιτικός μηχανικός και πολέμησε ηρωικά το 40. Για τα ανδραγαθήματά του στη μάχη της Κρήτης (Μάιος του 1941) πήρε το βαθμό του Υπολοχαγού. Με τη λήξη του πολέμου πέρασε στην αντίσταση.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΝΙΔΑΣ

Στην αρχή στη Μέση Ανατολή κι ύστερα στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Μετά τη «Συμφωνία της Βάρκιζας»(12-2-1945), δεν κατέθεσε τα όπλα. Όταν αποκεφάλισαν τον Αρχηγό του ΕΛΑΣ της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας Βασίλη Τσέλιο ή Γεροδήμο, τον Ιούλιο του 1946, συνέλαβαν τον πατέρα του μαζί με άλλους Αρχοντοχωρίτες, συγγενείς αντιστασιακών. Τον γέρο τον έστειλαν τελικά εξορία στη Σκιάθο μαζί με τη γυναίκα του Μαρία Νικολέ (Γοβιά) ή Αντώναινα Λιάκα. Τους ακολούθησε κι η κόρη τους Γεωργία που στο νησί γέννησε τον Ηλία Ν. Σιδερά. Μεταφέρθηκαν επίσης οι συγγενείς του Επαμ. Ι. Μπανιά- καπετάν Πελεκούδα και του Νίκου Στ. Λιοντάκη ή Τσακνή . Πρόκειται για τις παρακάτω γυναίκες, μάνες ή αδερφές ανταρτών: Μαρία Νικολέ Λιοντάκη, την αδελφή της Ευφροσύνη Λιοντάκη Μπανιά, τη Μαρία Πεταλιά Μπανιά, την Αλεξάνδρα- Τσάντα Μπανιά με τον αβάπτιστο γιο της Τάσο Γαλούνη, την Καλομοίρα Μπανιά, την Καλλιόπη και τη Φρούδα Νικολέ, τη Στάθαινα και τη Σταυρούλα Λιοντάκη με τον πατέρα της Δημήτριο Κρικώνη ή ‘’Αμερικάνο’’.

Στάθης Αντ. Λιάκας ή Καπεταν Φορτούνας

Στη Σκιάθο βρέθηκαν συνολικά 10 γυναίκες, 2 γέροι και ένα μωρό! Στο νησί έμεναν σε καταυλισμό για περίπου εννέα μήνες. Γράφει ο Σπύρος Μήτσης * « Εκεί ζούσαν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Οι κυριότερες και μαρτυρικότερες στιγμές τους ήταν η πείνα, το κρύο … και ιδιαίτερα η έλλειψη των αγαπημένων τους προσώπων. Όλους τους μήνες κράτησης ζούσαν πότε με τη βοήθεια του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και πότε, σύμφωνα με την αφηγηματική τους μαρτυρία, από την βοήθεια-ελεημοσύνη που τους έδιναν κάποιες φίλες του ανθρώπου οικογένειας. Πολλές φορές για να ξεγελάσουν την πείνα, τον υποσιτισμό, μηχανεύονταν πράξεις και πρακτικές εντός των ορίων της λογικής: Έπλεκαν κάλτσες, φανέλες και μπλούζες και τις πουλούσαν. Στις δε δύσκολες στιγμές επισκέπτονταν τα σπίτια ή πήγαιναν στα σκαλιά της κεντρικής εκκλησίας του νησιού και «ζητιάνευαν». Ιστορικές αναφορές προσεγγίζουν την απελευθέρωση των εξόριστων γυναικών και «στην ευχαρίστηση του διοικητή του νησιού» προς τη Φροσύνη Μπανιά, η οποία προθυμοποιήθηκε να θεραπεύσει την κόρη του από τις οδυνηρές παρενέργειες της παρωτίτιδας (μαγουλάδες). Κατά την ιστορική μνήμη του Στ. Γαλούνη, η αποφυλάκιση των εξόριστων γυναικών και των σεβάσμιων γερόντων οφείλονταν στον τότε υπουργό των Ναυτικών και προσωρινώς της Δημοσίας Τάξεως της κυβέρνησης συνασπισμού του Δημ. Μαξίμου, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος «τις είδε τυχαία ρακένδυτες, τις λυπήθηκε και έδωσε εντολή να ελευθερωθούν και να γυρίσουν στα σπίτια τους». Βέβαια, για όσο χρόνο παρέμειναν εξόριστες στη Σκιάθο, «οι ντόπιοι τις θεωρούσαν «μιάσματα» και δεν τις βοηθούσαν ανθρωπιστικά…. Ίσως και να φοβόντουσαν…».

Στάθης Αντ. Λιάκας ή Καπεταν Φορτούνας

Η Μαρία Νικολέ ή Χρήσταινα Λιοντάκη,αφηγήθηκε σχετικά: «Μετά από μέρες ταλαιπωρίας, δίψας και πείνας μας έβαλαν σε ένα καράβι. Κάποιος ναύτης φώναξε πως «το καράβι έχει προορισμό το νησί Σκιάθο». Κοιταχτήκαμε προς στιγμή, μα δεν αντέδρασε ουδεμία, αφού δεν ξέραμε ούτε τι νησί ήταν αυτό και ούτε κατά που έπεφτε. Τέλος, δεχτήκαμε να συνταξιδέψουμε με τη μοίρα μας! Ταξιδεύαμε επί ώρες στο άγνωστο και το πουθενά, και με επιπρόσθετη συντροφιά την αίσθηση της αρμύρας, η οποία κάθονταν απαλά στα ξεροκαμένα πρόσωπά μας. Ταξιδεύαμε και ο χρόνος μας φαίνονταν ατέλειωτος. Κι αν τύχαινε και συλλογιζόμασταν τους ανθρώπους που είχαμε αφήσει πίσω τότε πιάναμε το μοιρολόι και κλαίγαμε πνιχτά τα βάσανά μας κάτω από τα μαύρα πέπλα μας. Όταν μετά από ώρες φτάσαμε στο λιμάνι της Σκιάθου οι συνοδοί χωροφύλακες μας παρέδωσαν στους στρατοχωροφύλακες του νησιού, οι οποίοι με τη σειρά τους μας οδήγησαν, κακοντυμένες και πεινασμένες, τη μία πίσω από την άλλη στο αστυνομικό τμήμα του νησιού. Στη συνέχεια, αφού έγινε η πρώτη καταγραφή, μας πήγαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης ή «συμμόρφωσης». Σαν φτάσαμε στο στρατόπεδο μας χώρισαν σε θαλάμους κατά ομάδες. Άλλες εδώ και άλλες εκεί. Κι όσο περνούσαν οι μέρες η ζωή μας γινόταν κόλαση. Εκεί, στο στρατόπεδο των γυναικών, ζήσαμε όλο το δράμα του υποσιτισμού και του αυταρχισμού των δεσμωτών μας. Επί μέρες μας τάιζαν πλιγούρι και μας έδιναν ψωμί ξερό και μουχλιασμένο. Πολλές φορές νιώθαμε πως είχαν αποφασίσει να μας ξεκάνουν με τη μέθοδο του αργού θανάτου, δηλαδή με τη στέρηση της τροφοδοσίας. Υπήρχαν μέρες που φοβηθήκαμε πάρα πολύ, πρώτον, γιατί η Γίτσα Λιάκα, η σύζυγος του Ν. Σιδερά, είχε γεννήσει τον γιό της (Ηλία) μέσα στο στρατόπεδο και δεύτερον, γιατί η Τσάντα-Αλεξάνδρα Μπανιά, η σύζυγος του Ι. Γαλούνη, είχε μαζί της το 4-6 μηνών μικρό παιδί της, Τάσο. Εγώ κείνη τη χρονική περίοδο ήμουν στην αρχή της εγκυμοσύνης μου, στο Λάκια. Επίσης οι άλλες γυναίκες ήταν καθημερινά στεναχωρημένες, γιατί είχαν αφήσει πίσω στο χωριό φαμίλιες. Η Λόπη, η σύζυγος του Φώτη Νικολέ, είχε αφημένα πίσω στο χωριό τρία μικρά παιδιά (Τάκη, Στέλιο, Γκόλφω), η Σταυρούλα, η σύζυγος του Ν. Λιοντάκη με την πεθερά της Ελένη Πιτσινέλη, είχαν αφήσει πίσω το Στάθη και την Όλγα, η Ευφροσύνη είχε αφήσει πέντε-5 κορίτσια και ένα γιο (Αθανασία, Θεοδώρα, Αγγελική, Ουρανία, Σοφία και Διονύση), …. Όλες οι γυναίκες ήταν αδύναμες, φοβισμένες και άρρωστες, και οι γέροντες αρκετά εξαντλημένοι και ανήμποροι … Μπρος στην απόγνωσή μας και για να μην πάθουμε τα χειρότερα, μηχανευτήκαμε τρόπους επιβίωσης: Θυμηθήκαμε τρόπους και πρακτικές του χωριού μας …. και καταστρώσαμε σχέδια σωτηρίας.. Θεωρούσαμε ντροπή, για μας και τους κυνηγημένους άνδρες μας, να υπογράφαμε την επαίσχυντη «δήλωση μετανοίας» που μας έφερναν συνεχώς οι φύλακες. Και η σωτηρία μας άρχισε να υφαίνεται χάρη στην επινόηση της κυρά Φροσύνης Μπανιά, η οποία είχε μάθει πως η κόρη του διοικητή ήταν βαριά άρρωστη από μαγουλάδες (παρωτίτιδα). Πήγε στο διοικητήριο και προσφέρθηκε να κάνει την κόρη του καλά με βότανα και ξόρκια. Μάλιστα τον έπεισε και για τη βέβαιη αποτελεσματικότητά τους! Πράξη που έγινε. Και η κόρη του διοικητή μέσα σε λίγες μέρες ανάρρωσε και άρχισε να απολαμβάνει τις χαρές ζωής.

Ο πυρετός, ο πονοκέφαλος, το αίσθημα κόπωσης και ο μυϊκός πόνος εξαφανίστηκαν με τα πρώτα ροφήματα από τα βότανα της κυρά Φροσύνης… Έτσι, αποφεύχθηκαν και τυχόν επιπλοκές από τη νόσο. Χάρη στα «γιατροσόφια» της κυρά Φροσύνης όλες οι συν-εξόριστες γυναίκες, αλλά και οι γέροντες, παίρναμε από το διοικητή άδεια εξόδου από τον καταυλισμό των κρατουμένων γυναικών, το κολαστήριο…. Αρπάζοντας την ευκαιρία αυτή προχωρήσαμε στα επόμενα βήματα των σχεδίων μας: Κακοντυμένες και πεινασμένες καθώς ήμασταν επισκεπτόμασταν τα σπίτια των Σκιαθιτών. Τους ζητούσαμε βοήθεια. Λίγο ψωμί, λίγο λάδι, και ό,τι καλό περίσσευε από το σπιτικό τους. Οι περισσότεροι μας έδιναν κάτι από το δικό τους περίσσευμα. Κάποιοι, όμως, μόλις μας έβλεπαν μας νόμιζαν για «γύφτισσες» και μας έδιωχναν, σιγοψιθυρίζοντας τα ντροπιαστικά για μας λόγια: «τραβάτε γύφτισσες», «φύγετε από εδώ γύφτισσες…»! Και εμείς, με σκυμμένο το κεφάλι και χωρίς δεύτερη κουβέντα αποχωρούσαμε. Τι να έκανες; Η ανάγκη νικούσε την ντροπή!

Πολλές φορές τους δείχναμε καλύτερη εικόνα. Πλέκαμε κάλτσες και πουλόβερ και τους τα πουλούσαμε. Έτσι, με τα ελάχιστα χρήματα που μαζεύαμε αγοράζαμε ρουχαλάκια για τα μικρά παιδιά, τον Τάσο (Γαλούνη) και τον Ηλία (Σιδερά). Βέβαια, το συντονισμό όλων αυτών των ενεργειών τον είχε η καθ’ όλα δραστήρια και ανυποχώρητη Ζαβι-φ-τσάνα, Καλομοίρα Ι. Μπανιά…. Περάσαμε δύσκολες ώρες στο νησί. Μια φορά, ένας νησιώτης μας φώναζε δυνατά και αυστηρά. «γύφτισσες»: Τότε, στο χαρακτηρισμό του αυτόν, ο σεβάσμιος μπαρμπα-Αντώνης, που πάντα μας προστάτευε, με το μειλίχιο λόγο του είπε για την περηφάνια μας, αλλά και για τη ζωντανή ιστορία του χωριού μας. Του είπε ήρεμα και καθαρά για τη δράση και τα κατορθώματα του γιου του Στάθη-καπετάν Φουρτούνα, και το λόγο για τον οποίο μας τυραννούσαν όλους στο νησί τους. (κείνες τις μέρες, ο Στάθης, βρίσκονταν στις φυλακές της Ικαρίας) Ο αντίλογος του γερο-Αντώνη είχε ως αποτέλεσμα να τον συλλάβουν οι στρατοχωροφύλακες, και να τον οδηγήσουν στην απομόνωση. Κείνες τις ώρες το γέρικο κοκαλιάρικο κορμί του έτρεμε από φρίκη και η κουρασμένη καρδιά του χτυπούσε ασταμάτητα. Ευτυχώς, χωρίς να έχουμε καμία δυσάρεστη εξέλιξη. Από τη μέρα εκείνη άρχισαν να μας πιέζουν συνεχώς για να υπογράψουμε «δήλωση μετανοίας», «για να αποκτήσουμε το δικαίωμα ένταξης στην κοινωνία»!

Ο γερο- Αντώνης, όχι μόνο απέρριπτε -περιφρονητικά- την πρότασή τους, αλλά σαν μεγαλύτερος και σοφότερος που ήταν, μας συμβούλευε και μας για το τι πρέπει να κάνουμε. Επίσης, μας εμψύχωνε ανελλιπώς με αστεία και σοφά λόγια.» Η εξορία τους τερματίστηκε το Σεπτέμβριο του 1947, όταν δηλαδή παρέδωσαν οι καταδιωκόμενοι Λιοντακαίοι και Σιδεραίοι…. μέρος του οπλισμού τους ή όταν η κυβέρνηση αποφάσισε την αποσυμφόρηση των φυλακών.. Στο μεταξύ, τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου με διάταγμα του Πρωθυπουργού Σοφούλη («αμνηστία… για αποσυμφόρηση των φυλακών»), αποφυλακίστηκε ο καπετάν- Φουρτούνας αλλά αμέσως επιστρατεύτηκε η κλάση του και έτσι αναγκάστηκε να περάσει στον εθνικό στρατό για να ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία. Κατά το τέλος όμως του 1948, μη αντέχοντας το νέο του ρόλο, πέρασε με ομάδα στρατιωτών που διοικούσε στο Δημοκρατικό Στρατό Πελοποννήσου (Δ.Σ.). Ώσπου , λένε κάποιοι, συνελήφθη σε ενέδρα που του έστησαν παραστρατιωτικές ομάδες του Αιγίου στο χωριό Βερσοβά-Ανθηρό Αιγιαλείας και το σώμα του αποκεφαλίστηκε το καλοκαίρι του 1949.

Το σίγουρο είναι πως ο Στάθης Αντ. Λιάκας πέθανε σε ηλικία 33 ετών (1948-1915).

*Τη λαμπρή ιστορία των αντιστασιακών του Αρχοντοχωρίου μπορείτε να διαβάσετε στα άρθρα του δάσκαλου-ερευνητή Σπύρου Μήτση στα ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ ΝΕΑ και στο ΞΗΡΟΜΕΡΟ PRESS στις παρακάτω διευθύνσεις απ’ όπου συλλέχθηκαν οι πιο πολλές πληροφορίες του παρόντος κειμένου: http://www.kolivas.de/archives/438921 https://xiromeropress.gr Για τον Στάθη Αντ. Λιάκα αντλήθηκαν πληροφορίες από εδώ: https://lefkadaonline.gr