Ο κυρ- Αλέξανδρος έγραψε πολλές φορές για τις πανδημίες που πλήττουν κατά καιρούς τους ανθρώπους. Έθιξε τις κοινωνικές προεκτάσεις τους, χωρίς ακρότητες, χωρίς δραματικό ύφος, δίχως τραγικές περιγραφές. Με τα μάτια στραμμένα στο μέλλον, ως εμάς και τους επόμενους για να μην επαναλάβουμε υποτίθεται τα λάθη του παρελθόντος, όπως μόνο αυτός ήξερε να κάνει.

Την πρώτη φορά το 1879, στο πρώτο του μυθιστόρημα ‘’Η μετανάστις’’ με αφορμή την επιδημία πανώλης του 1720 που ξεκίνησε από τη Μασσαλία. Στη συνέχεια, το 1893, μας χάρισε το αριστουργηματικό διήγημα ‘’Βαρδιάνος στα σπόρκα’’ με το οποίο καταπιάνεται με την επιδημία χολέρας του 1865 που άρχισε από την Κων/πολη. Τέλος, το 1901, έγραψε το διήγημα η ‘’Χολεριασμένη’’ που στηρίχθηκε στην αφήγηση «σεβασμίας γερόντισσας Ἀθηναίας», παθών και η ίδια τότε, και αφορά την επιδημία του 1854. Το κακό το έφεραν οι Αγγλογάλλοι οι οποίοι κατέλαβαν τον Πειραιά και την Αθήνα προκειμένου η Ελλάδα να εκβιαστεί ώστε να μην συμμετάσχει στον Κριμαϊκό πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας εναντίον των Τούρκων. Σ’αυτό το μικρό διήγημα θα εστιάσουμε λίγο παραπάνω εν προκειμένω:

Γράφει ο Ππδ με αφηγήτρια τη γερόντισσα: «ἡ φοβερὴ χρονιά, ..ἔφερε τὴν κατοχὴ τῶν Ἀγγλογάλλων καὶ τὴν χολέρα· ποὺ βάσταξε τρεῖς μῆνες» «Τότε, σὰν ἦρθε τὸ κακό, χολεριάσθηκα κ᾽ ἐγώ. Εἶχα γεννήσει ὀλίγους μῆνες μπροστὰ τὴν μοναχοκόρη, τὴν Κατίγκω μου» «ὁ Λευθέρης, (ο άντρας μου) μ᾽ ἀπαράτησε κ᾽ ἔγινε ἄφαντος. Πέρασαν πολλὲς ὧρες καὶ δὲν ἐφάνη. Ὁ ἀδερφός μου ὁ Θύμιος, κι αὐτός, οὔτε θέλησε νὰ μὲ ζυγώσῃ.» «Εἶχα τὸ παιδὶ στὴν κούνια, κ᾽ ἔκλαιε. Ἐγὼ ὑπόφερνα ἀπ᾽ τοὺς πόνους τῆς ἀρρώστιας, κ᾽ ἐδίψαγα φοβερά. Ἐφώναζα νά ᾽ρθῃ κανένας. Ἐζητοῦσα ἕνα ποτήρι νερὸ γιὰ ἔλεος. Κανένας δὲν ἤρχετο. Οἱ γειτόνισσες, ἄλλες εἶχαν φύγει, μὲ τὴν ὥρα τους, στὴν ἐξοχή, κι ἄλλες ἔκαναν τὸν κουφὸ καὶ δὲν ἄκουαν. Μόνον ἕνας γείτονας, ὁ κὺρ Μικέλης ὁ Φουλδάκης, πέρασε τὸ χέρι του ἀπ᾽ τὸ παραθυράκι, καὶ μοῦ ἔρριξε ἕνδεκα σβάντζικα. Ἐγὼ τοῦ φώναζα νὰ μοῦ φέρῃ νερό. Ἀλλά, μοῦ εἶπε, δὲν εἶχε, κ᾽ ἔφυγε. Ἢ δὲν εἶχε ἀληθινά, ἢ φόβος τὸν ἔπιασε, καὶ δὲν ἤθελε ν᾽ ἀργοπορήσῃ σιμά μου, μὴν κολλήσῃ. Καλὰ καὶ τὰ δέκα σβάντζικα. Λεφτὸ δὲν εἶχα. Μὰ εὐχαρίστως θὰ ἔδιδα τὰ δέκα σβάντζικα, γιὰ νὰ μοῦ ἔφερνε κανεὶς ἕνα ποτήρι νερό». «Ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς ἦτον ἀνοικτή. Βλέπω μιὰ γριά. Ἦτον ἡ κλησιάρισσα. Σὰν μὲ εἶδε, φοβήθηκε, κ᾽ ἠθέλησε νὰ κλείσῃ τὴν πόρτα ἀπὸ μέσα. Θὰ κατάλαβε ἀπ᾽ τὴν ὄψη μου πὼς ἤμουν μολεμένη. Σπρώχνω τὴν πόρτα, φωνάζω. ― Λίγο νερό!… δὲν εἶστε χριστιανοί; Εἶδα ποὺ εἶχε δυὸ στάμνες ἀκουμπισμένες ἀπὸ μέσ᾽ ἀπ᾽ τὴν πόρτα, σιμὰ στὸ παγκάρι. Ἡ γριὰ μ᾽ ἐλυπήθηκε, ἐσήκωσε τὴ μιὰ στάμνα, ποὺ φαίνεται νὰ εἶχε λίγο νερό, κάτω ἀπ᾽ τὴ μέση, καὶ μοῦ εἶπε: ― Κάμε τὶς χοῦφτες σου…»

Αυτά τα ολίγα, πιστεύουμε και ζουμερά απ’ το μικρό και τόσο διδακτικό διήγημα που είναι προφανές πως αξίζει να διαβαστεί ολόκληρο απ’ όλους…

Για την ιστορία: η επιδημία σταμάτησε τον Δεκέμβριο του 1854. Υπολογίζεται ότι συνολικά σε Αθήνα και Πειραιά έχασαν τη ζωή τους περίπου 3.000 άνθρωποι…από τους 30000 που ήταν ο πληθυσμός τους. Οι κατοχικές δυνάμεις των συμμάχων έμειναν σταθερά επί του ελληνικού εδάφους άλλα τρία χρόνια, για να αποχωρήσουν το Φεβρουάριο 1857 όταν πέτυχαν τους σκοπούς τους στον Κριμαϊκό Πόλεμο….