Δέκα χρόνια χωρίς τον Μανώλη Ρασούλη. Φαίνονται πολλά, ίσως όμως και να μην είναι. Θα είναι πάντα εδώ άλλωστε. «Ο Μανώλης Ρασούλης γεννήθηκε 28 Σεπτεμβρίου 1945, στο Ηράκλειο Κρήτης. Εκεί τελείωσε και το σχολείο. Το 1963, στην Αθήνα, σπουδάζοντας σκηνοθεσία στη σχολή Σταυράκου, δούλευε παράλληλα και στην εφημερίδα Δημοκρατική Αλλαγή. Στο Λονδίνο, πήρε μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα. Γυρνώντας στην Ελλάδα, εντάχθηκε στην λεγόμενη τραγουδοποιία. Έκτοτε βρίσκεται εκεί με αρκετή επιτυχία. Έχει γράψει άρθρα σε πολλές εφημερίδες κι έχει κάνει εκπομπές σε τηλεόραση και ραδιόφωνο. Αυτόν τον καιρό παρουσιάζει την εκπομπή «It´s all Greek to me» από τη ραδιοσυχνότητα της ΝΕΤ». Με αυτά τα λόγια ο ίδιος συστηνόταν στον κόσμο μέσα από blog που διατηρούσε «Ειρήνη Ημίν».

Και ποιος δεν έχει διασκεδάσει με τα τραγούδια του; Συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής μουσικής, μεταξύ των οποίων οι Μάνος Λοΐζος, Σταύρος Κουγιουμτζής, Χρήστος Νικολόπουλος, Πέτρος Βαγιόπουλος, Νίκος Παπάζογλου και Σωκράτης Μάλαμας. Ο Μάνος Λοΐζος και ο Νίκος Ξυδάκης ήταν από τους ανθρώπους που τον έκαναν να λατρέψει τη μουσική, ευτυχώς για εμάς. Έγραψε περίπου διακόσια τραγούδια τα οποία συμπεριλήφθηκαν σε σαράντα έξι δίσκους.

Ο πρώτος δίσκος στον οποίο συμμετείχε ήταν «Τα Νέγρικα» το 1975 σε μουσική του Μάνου Λοΐζου, στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη και τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη, ενώ ο τελευταίος ήταν «Η τρίπλα» ο οποίος κυκλοφόρησε το 2012 μετά τον θάνατό του με τη συμμετοχή των Χάρις Αλεξίου, Χρήστου Νικολόπουλου, Πέτρου Βαγιόπουλου, Βάσως Αλλαγιάννη και Ορφέα Περίδη. Ο Ρασούλης πέρα από την προσφορά του στην δημοσιογραφία μέσω της «Δημοκρατικής Αλλαγής», του «περιοδικού αυγό» που ήταν δικής του έκδοσης και πολλών άλλων εφημερίδων, άφησε το στίγμα του στην λογοτεχνία και την ποίηση γράφοντας πέντε βιβλία.

Το τελευταίο του «Οι βερβελίδες της Αμάλθειας. Αναφορά στο Χόμο Σάπιενς», αποτελεί την αυτοβιογραφία του, την οποία δυστυχώς δεν πρόλαβε να τελειώσει και ολοκλήρωσε η μοναχοκόρη του, Ναταλία. Η σχέση του με την πολιτική Ο Μανώλης Ρασούλης προερχόταν από μια οικογένεια αριστερών πεποιθήσεων. Από μικρός ασπάστηκε τις ίδιες ιδέες και τις υπερασπίστηκε μέχρι τέλους, με κάθε κόστος. Στις 21 Απριλίου 1967 συνελήφθη από τη Δικτατορία κι αφέθηκε ελεύθερος λίγο αργότερα μιας και δεν διέθεταν στοιχεία εναντίον του.

Έπειτα θα φύγει στο Λονδίνο όπου έμεινε για 6 χρόνια. Συνεχίζει να αγωνίζεται για τα πιστεύω του συμμετέχοντας στον αντιδικτατορικό αγώνα και στο Τροτσκιστικό κίνημα στο οποίο ήταν στέλεχος. Σημαντικό ρόλο σε αυτό το κομμάτι έπαιξε και η Βανέσσα Ρεντγκρέιβ με την οποία δυο φορές συνεργάστηκε σε παραστάσεις με αγωνιστικούς στόχους. Στη Βρετανική πρωτεύουσα έγραψε τα πρώτα του βιβλία και έγινε συνεκδότης της εφημερίδας «Σοσιαλιστική Αλλαγή», στην οποία γράφει άρθρα και επιφυλλίδες και την πουλάει για 6 χρόνια στους δρόμους, συμμετέχοντας ασταμάτητα στους αγώνες των εργατικών συνδικάτων. Τον Μάη του ’68 συμμετέχει στην μεγάλη εξέγερση των φοιτητών στο Παρίσι και τραυματίζεται από τους SRS. Το 74, λίγο μετά από το Πολυτεχνείο με απόφαση της οργάνωσης κατεβαίνει στην Αθήνα, όπου λόγω συλλήψεων από την Μυστική Αστυνομία, κρύβεται.

Μετά τα γεγονότα στην Κύπρο το καλοκαίρι του 74 και την πτώση της Χούντας συνεχίζει τον πολιτικό αγώνα. Δουλεύει στα ναυπηγεία του Ανδρεάδη στο Πέραμα όπου κινδυνεύοντας να σκοτωθεί καθημερινά μπαίνει στην απεργιακή επιτροπή και πρωτοστατεί στο εργατικό κίνημα που ανατρέπει όλο το μέχρι τότε καθεστώς στα μεγάλα ναυπηγεία της Ελευσίνας. Ο Μανώλης Ρασούλης ήταν ένας άνθρωπος με ανήσυχο χαρακτήρα και έντονη προσωπικότητα. Γι’ αυτό αγαπήθηκε τόσο από τον κόσμο, ο οποίος το ακολουθούσε σε κάθε του βήμα. Μεγάλη ήταν η επιρροή του Osho επίσης στη ζωή του, για τον οποίο έφτασε μέχρι τη Νέα Υόρκη. Λόγω των ιδεών του κατηγορήθηκε από κάποιους ότι ήταν εγκέφαλος της 17 Ν. Αυτός δηλώνει για πολλοστή φορά ότι από φύση και θέση είναι ενάντια στη βία, ιδίως ενάντια στην ατομική τρομοκρατία.

Η Μελίνα Μερκούρη τον καλεί να πάρει μέρος στις εκδηλώσεις για την πολιτιστική Αθήνα και να τις δώσει ιδέες αλλά αρνείται γιατί δεν θεωρεί την Αθήνα άξια για να γίνει πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Έκτοτε μπαίνει στη μαύρη λίστα και του υπουργείου πολιτισμού. Προσπαθούν με δικαστικές καταδίκες να τον πτοήσουν και να τον βγάλουν εκτός ρινγκ., ο Ρασούλης κάνει συναυλίες στο Βερολίνο και στην Κωνσταντινούπολη και μιλά στο πνευματικό κέντρο του Δήμου Βαρκελώνης καθώς είναι φιλοξενούμενος του δήμου για ένα φεστιβάλ μεσογειακής ποίησης καθώς και στη Μαγιόρκα. Δε σταμάτησε ποτέ να εξερευνά, να διαβάζει, να γράφει και να εμπνέει τους ανθρώπους. Μπορεί για κάποιους να ήταν αντισυμβατικός, για κάποιους άλλους όμως ήταν ένα σύμβολο. «Υπάρχει μια Ελλάδα μες στην Ελλάδα{…}

Η αλήθεια είναι ότι εδώ και 25 χρόνια, ζώντας με τους συμπατριώτες μου, βιώνοντας μια διαρκώς γενικευόμενη, αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, έλεγα ότι αυτό το στυλ θα καταστρέψει την Ελλάδα, μπορεί και την ανθρωπότητα. Έκανα το οτιδήποτε να εκφράσω το αντίδοτο. Μάλλον απ’ ό,τι φαίνεται ηττήθηκα. […] Στην Ελλάδα σφυρηλατήθηκε και εγκαθιδρύθηκε ένας μέσος πολίτης, μικροαστός, νεόπλουτος, αρχοντοχωριάτης. Επικυριάρχησε στο κοινωνικό, πολιτικό, ιστορικό, ψυχολογικό, αισθητικό προσκήνιο, καταστρέφοντας τον ρυθμό και το στυλ της χώρας. Επίσης, καταστρέφοντας τη λαϊκή κουλτούρα, δηλαδή το αυθεντικό τραγούδι, που είναι το θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητάς μας, απαξιώνοντας την λόγια ποίηση, εγκαθιδρύοντας, διά πυρρός και σιδήρου, τα πολιτιστικά κέντρα της χαράς και της αισιοδοξίας, όπως τα ονόμασαν, κάτι χαζοκαμπαρέ, τα λεγόμενα σκυλάδικα. Διαμόρφωσαν έναν χαζοκαμπαρετζίδικο τρόπο σκέψης, καθιστώντας την Ελλάδα ένα νομιμοποιημένο πορνοστάσιο […].

Υπάρχει μια άλλη Ελλάδα μες στην Ελλάδα, εξόριστη και καταδικασμένη από τα ποικίλα golden boys και τους εγχώριους κερδοσκόπους που δεν αναγνωρίζουν πατρίδα ή πολιτισμό, αλλά ορκίζονται στη money-land. Ανίκανοι και άπληστοι. […] Ονειρευόμουνα να γίνει η Ελλάδα μια πολιτισμική Ελβετία και μητέρα που θα κυοφορήσει ένα όραμα για την παγκόσμια ειρήνη. Τώρα είμαστε στο στόχαστρο όλου του δυτικού κόσμου και παράδειγμα προς αποφυγή», είχε γράψει λίγο πριν πεθάνει σε μια επιστολή του προς μια φίλη του.

Λίγο πριν φύγει για πάντα, έγραψε στην Parallaxi για τη δική του Θεσσαλονίκη:

Του Μανώλη Ρασούλη

Η Θεσσαλονίκη πάσχει από ένα έλλειμμα πολιτισμού και μαύρη τρύπα ιστορική και κοινωνική, αν και είναι μια μεγάλη και εν γένει ωραία πόλη. Δύσκολο να πω ποιος δήμαρχος θα ήταν ιδανικός γι΄αυτήν, δύσκολο να πω τον οποιοδήποτε, γιατί δε θα ‘ναι σε θέση να ισορροπήσει τη Θεσσαλονίκη, ώστε να καταστεί αυθεντικά δεύτερη πόλη στην Ελλάδα, πράγμα που το ‘χει τόση μεγάλη ανάγκη η χώρα μας. Πάντως το νέο δημαρχείο είναι λίγο τερατούργημα, αλλά μ’ αρέσει, οπότε και απ’ αυτήν την άποψη εντάξει. Όμως όλο το μάγμα ανήκει ακόμα και θα είναι για πολύ καιρό ακόμη στην επιστημονική φαντασία, που όμως κι αυτή, κάποτε-κάποτε, χρειάζεται.

Το πιο ωραίο μέρος της πόλης για να ζει κανείς είναι το ρετιρέ μιας φίλης μου  σε κτίριο επί της Νίκης. Από τη βεράντα απολαμβάνω το Θερμαϊκό και τα υπέροχα καράβια του. Όμως από κάτω μαζεύει πολύ καυσαέριο κι αυτό είναι κάπως αρνητικό. Στην Πάνω Πόλη, μ΄αρέσει επίσης, που είναι γραφική στα ανθρώπινα μέτρα κι έχει θέα σπεκτάκιουλαρ, όμως είναι μακριά από το κέντρο κι από τη θάλασσα. Τώρα που το σκέφτομαι στο Πανόραμα είναι ιδανικά, που είναι χάι κι έχει και πράσινο και τρίγωνα κι έχει πιο καθαρό αέρα. Μάλλον στο Πανόραμα θα ‘μενα αν μου ‘διναν μια βίλα. Για να θυμηθώ μια εικόνα/στιγμή της πόλης τα τελευταία 20 χρόνια. Ήταν μια μέρα του χειμώνα που είχε χιονίσει με λύσσα και καθώς ερχόμουνα από την Κρήτη μ’ ένα από τα αεροπλάνα της τότε Air Greece, και φθάνοντας πάνω από τη Θεσσαλονίκη, με έκπληξη έβλεπα από ψηλά την πόλη, όχι μόνο κάτω από ένα ολόασπρο σεντόνι, αλλά κάτω από δυο μέτρα χιονιού και τη θυμάμαι πάλλευκη κι ανύπαρκτη. Ουάου!!!

Μεγάλη ευκαιρία που έχασε η πόλη ήταν φυσικά η χρονιά που υπήρξε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης κι  ακόμη απ’ την πρώτη μέρα όπου μοίραζαν σουβλάκια τζάμπα κι έτρεχε το πλήθος να πάρει (sic). Απ την πρώτη ώρα είχε χάσει το παιχνίδι. Όμως, παρόλα αυτά, η Θεσσαλονίκη κατόρθωσε να με κρατήσει κι αυτό ήταν όπου η εν λόγω πόλη κέρδισε το τζακ ποτ. Η εικόνα της Θεσσαλονίκης στην υπόλοιπη Ελλάδα είναι  ότι είναι ερωτική πόλη και ότι οι κάτοικοί της είναι Βούλγαροι. Και τα δύο είναι ζητήματα προς ανάλυση και μετάφραση.

Η εικόνα αυτή, δεν ξέρω γιατί, μου διαβεβαιώνει ότι ερωτιάρηδες κάτοικοι της υπόλοιπης Ελλάδας συνεχίζουν απτόητοι την ιδεολογική αυτοπεολειχία που νομίζω ότι ήρθε καιρός να κάνουν μια παύση και μια ανακωχή με τον οχτρό που πάντα είναι οι άλλοι.

Με πληροφορίες από το rasoulis.gr