π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ

Κάθε φορά πού ἔρχονται οἱ μέρες οἱ πασχαλινές, ἡ μνήμη γλυστράει ξαφνικά καί φέρνει μπρός της τό εὐγενικὀ καὶ μέσα στή χαρμολύπη ντυμένο πρόσωπο  τοῦ ἀείμνηστου φίλου Χρήστου Β. Χειμώνα. Γιατί αὐτές τίς μέρες ξεχωριστά τίς λάτρευε ὁ Χρῆστος, πού γνώριζε βαθύτατα τό νόημά τους καί καταλάβαινε μέ σιγουριἀ, πώς μέσα σ’αὐτές θά ξανάβλεπε τούς δικούς του φἰλους καἰ πατέρες.

Τούς Δασκάλους του καί συνάμα ὅσους ταπεινοὐς Σκιαθίτες ἀγάπησε καί κατόρθωσε νά βάλει μέσα στή ψυχή του, ὡς συνοδοιπὀρους του στό ἀξιόπρεπο καί ἐν πολλοῖς ἀνούσιο ἔργο του: τῆς συλλογῆς τοῦ Σκιαθίτικου πολιτισμοῦ , ἔστω κι ἄν αὐτός ἀπαιτεῖ θυσίες, ὅπως π.χ. ἡ ἴδια ἠ ζωή μας, πού προσφέρεται ώς ἄλλη θυσία γιά νά καταλάβουν οἱ ὄσοι πιστοί, -ἄν αύτό καταστεῖ ἐφικτό- τό τί θησαυρό  μᾶς παράδωσαν οἱ πατέρες μας. Καί τά λέω αὐτά καθώς ξανακοιτῶ ἐκεῖνο τό, ἴσως, λησμονημένο σήμερα  “Ἄρατε Πύλας” τοῦ Χρήστου, πού μάλιστα ἔφερε τόν ὑπότιτλο: “Μεγάλη Παρασκευή στήν Ἀθήνα  συντροφιά μέ τό Μωραϊτίδη, τόν Παπαδιαμάντη καί τόν παπα-Γιώργη Ρήγα”. Ὅσοι μετά ἀπό εἴκοσι περίπου χρόνια διαβάσουμε τά “προλογικά”καί τά “ἐπιλογικά” ἀπό ἐκεῖνο τό τεῦχος, πού τυπώθηκε τό 1982 καί ἦταν τό 15ο στή σειρά ΑΡΧΕΙΟ ΣΚΙΑΘΟΥ, μποροῦμε νά καταλάβουμε πόσο θετικά λειτουργοῦσε τό γνήσιο θρησκευτικό-ὄχι θρησκοληπτικό-συναίσθημα στή ψυχή τοῦ Χρήστου. Γιατί ἐκεῖνο τό τεῦχος πού μᾶς ἄφησε κληρονομιά ἀποτελεῖ, πιστεύω, καί εἶναι ἡ  βαθύτατη ἐξομολόγησή του γιά τό πώς αἰσθανόταν, βίωνε καί καρτεροῦσε τίς μέρες τίς Πασχαλινές καί μάλιστα τή Μεγάλη Παρασκευή μέ τήν εὐκατάνυκτη Σκιαθίτικη-Κολλυβαδική γοητεία της. “Γιά μᾶς τούς Σκιαθίτες, ἔγραφε τότε, πού ζήσαμε-πρίν ἀπό τήν “τουριστική εἰσβολή”- τή γνήσια ζωή τοῦ νησιοῦ, εἶναι μεγάλος καημός τό νά μήν εἴμαστε τή Μεγάλη Παρασκευή, μά καί τόν ἄλλον καιρό, στά γενέθλια χώματα…”( Χρ.Β.Χειμώνας, ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ, Ἀθήνα 1982, σελ. 14.

Αὐτός του ὅμως ὁ καϋμός σήμερα ἔγινε μιάν ἄλλη πραγματικότητα, πού μέσα της κρύβει τό Σταυροαναστάσιμο βίωμα, τό ὁποῖο μᾶς προσφέρει δαψιλῶς τό θεολογικό περιεχόμενο τῆς Μ. Παρασκευῆς: Περιεχόμενο πού σηματοδοτεῖ παράλληλα μέ   τό κενό τῆς ἀπουσίας τοῦ Χρήστου, τήν Ἐλπίδα γιἀ Ἀνάσταση καί Ζωή.

Πάει καιρός, ὁποῦ συζητώντας γιά στερνή φορά μαζί του λἐγαμε, ὅτι χρειάζεται νά γίνει μιά προσπάθεια βαθύτερης ἐρμηνείας τῶν γιορταστικῶν διηγημάτων τοῦ Ππδ.·  ἑρμηνείας βασισμένης στήν Σκιαθίτικη παράδοση καί ζωή. Καί τά λέγαμε αὐτά σέ μέρες μεταπασχαλινές, ἀναστάσιμες, μή γνωρίζοντας τό γεγονός τῆς 2 Αὐγούστου τοῦ 1997. Ὡστόσο, τό ζήτημα ἐκεῖνο ἐκκρεμεῖ καί περιμένει τήν προθυμία τῶν ὅσων ἀγαποῦν καί σέβονται, πρῶτα τή Σκιαθίτικη παράδοση-γιατί πάνω σ’αὐτή κατά μέγιστο βαθμό στηρίζεται ὁ Ππδ.-κι ὕστερα τό ἔργο τοῦ Σκιαθίτη λογογράφου.

Καθώς οἱ μέρες αὐτές μᾶς ὁδηγοῦν πρός τή Χαρμολύπη τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης, ἡ Μορφή τοῦ Χρήστου, χαμογελαστή πάντα, ἀλλά μέ κεῖνο τό πονεμένο χαμόγελο τῆς μή ἐκπλήρωσης πολλῶν του ὁραμάτων, ἔρχεται νά μᾶς θυμίσει, πώς ἡ Σκιάθος του συνεχίζει ν’ ἀνεβαίνει τό δρόμο τοῦ Πνεύματος, ἀφοῦ προηγουμένως κάποιοι θά ἐπιμείνουν νά τῆς  κρατήσουν γερά τό τιμόνι, ὥστε νά μή χάσει τή ρότα της.
Ὅπως ἀναρωτιόμαστε: τό κενό τῆς ἀπουσίας τοῦ Χ.Β.Χειμώνα, ποιός θά τό καλύψει;

π. Κων. Ν. Καλλιανός
Πάσχα 2001, Σκόπελος