SKIATHOS Ο καιρός σήμερα

Πάθη και Ανάσταση στη Λογοτεχνία. -Γιάννης Ρίτσος, «Επιτάφιος» | Διαβάζει η Χριστίνα Αλεξανιάν (video)

2020-04-17 14:21:25
https://youtu.be/jmGHBcwXmeI Τη Μεγάλη Εβδομάδα του 2020 που #μένουμε_σπίτι διακεκριμένοι ηθοποιοί διαβάζουν επιλεγμένα κείμενα Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών. Τα βίντεο έχουν γίνει με τη συνεργασία του Γραφείου Τύπου του ΥΠΠΟΑ με το διεθνές φεστιβάλ-ΑΝΑΛΟΓΙΟ. Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου, πουλάκι τῆς φτωχειᾶς αὐλῆς, ἀνθέ τῆς ἐρημιᾶς μου, Πῶς κλεῖσαν τὰ ματάκια σου καὶ δέ θωρεῖς ποὺ κλαίω καὶ δέ σαλεύεις, δέ γρικᾶς τά ποὺ πικρὰ σοῦ λέω; Γιόκα μου, ἐσύ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου, Ποὺ μάντευες τί πέρναγε κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου, Τώρα δέ μὲ παρηγορᾶς καὶ δέ μοῦ βγάζεις ἄχνα καὶ δέ μαντεύεις τὶς πληγές ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα; Πουλί μου, ἐσύ ποὺ μοὔφερνες νεράκι στὴν παλάμη πῶς δέ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι; Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο. Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει κ’ εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει. Δέ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγώ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω καὶ στὰ βυζιά ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω. – II – Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρά τῶν γερατειῶ μου, ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου, Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη χωρὶς γουλιά, σταλιά νερό καὶ φῶς κι ἀνθό κι ἀστάχυ ; Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι, μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινό τραγούδι. Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα, ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα. Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα, τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα. Καὶ τώρα ποῦ θὰ κρατηθῶ, ποῦ θὰ σταθῶ, ποῦ θἄμπω, που ἀπόμεινα ξερό δεντρί σὲ χιονισμένο κάμπο; Γιέ μου, ἂν δέ σοὐναι βολετό νἀρθεῖς ξανά σιμά μου, πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου. Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκά θὰ σὲ κρατήσω. – III – Μαλλιά σγουρά ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα, Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο, – καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμμένο – Μάτια γλαρά ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μήν τὰ θαμπώσει δάκρυ, Χείλι μου μοσκομύριστο που ὡς λάλαγες ἀνθίζαν λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν, Στήθεια πλατειά σὰν τὰ στρωτά φτερούγια τῆς τρυγόνας ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας, Μπούτια γερά σὰν πέρδικες κλειστές στὰ παντελόνια που οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια, Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα, σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτό μὲ τὴ γαλάζια χάντρα, Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο, πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;