Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης: «Μὲ τρεῖς κουμπέδες ὑψηλούς, τρίτρουλλος ἄλλη Ἁγία Σοφία» | του Κωνσταντίνου Τσιώλη
O ΑΛΕΞ. ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ, ΒΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ «ΠΛΑΚΑ» ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ 2026-11-06 11:11:39
Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος 1850-1929), μὲ ἀφορμὴ τὴν ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (30 Ἰαν.), δημοσιεύει, τὴν Τετάρτη 30 Ἰαν. 1902, στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις τῶν Ἀθηνῶν, στὴν 1η σελίδα, χρονογράφημα μὲ τίτλο «Μὲ τρεῖς κουμπέδες»[1].
![]() |
| «Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης», ἔργο (1974) Ντίνου Ἀναστασοπούλου. |
Βηματίζοντας στὴν περιοχὴ τῆς ἱστορικῆς Πλάκας τῶν Ἀθηνῶν, στὴν τοποθεσία μὲ τὸ τοπωνύμιο «Κουντίνο», κοντὰ στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης ‒στὴν ὁμώνυμη ἀρχαϊκὴ συνοικία, ὅπως τὴν ἀποκαλεῖ‒ καταγράφει τὸ ρεῦμα ἀνοικοδόμησης στὴν περιοχὴ μέ:
«...< τὰς> λευκὰς οἰκοδομάς, μέσα εἰς τὸν κόπρον τῶν κτηνῶν καὶ τὰ τρίμματα τοῦ σανοῦ καὶ τῶν ἐλαιοκλάδων».
Ὅμως, προσηλώνει τὰ μάτια του, στέκεται μπροστὰ σὲ ἕνα μικρὸ «ὑελοφόρο» προσκυνητάρι τιμώμενο στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, ὅπου κατὰ τὴν παράδοση ἦταν ἡ οἰκία στὴν ὁποία διέμενε ὁ Ἅγιος, ὅταν ἦλθε τὸν 5ο αἰ. ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ σπουδάσῃ. Βρίσκεται στὸ σημεῖο ὅπου ἡ ἉγίαΤράπεζα παλαιότερου ναοῦ ἀφιερωμένου στὸν Ἅγιο. [2]
Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφορμὴ ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλη τοπικὴ παράδοση ποὺ ἀφορᾶ τὸ σπήλαιο τοῦ ἁγίου Ἰσιδώρου (τοῦ ἁγίου Σιδερέα ὅπως τὸν καταγράφει) στὸν λόφο τοῦ Λυκαβηττοῦ, ὅπου πάλι κατὰ τὴν παράδοση ἀσκήτευε ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης, ὅταν κι αὐτὸς ἦλθε στὴν Ἀθήνα γιὰ σπουδές. Ὁ ναὸς εἶναι ἀφιερωμένος ἐπίσης καὶ στὸν ἅγιο Ἰσίδωρο τὸν Χιοπολίτη· ἀλλὰ καὶ στὴν ἁγία Μυρώπη (Μερόπη) καθὼς καὶ στὸν ἅγιο Γεράσιμο.
| |
| . Ὁ ταξειδιώτης (=Ἀλέξανδρος Δ. Μωραϊτίδης), |
Ἀκόμη, παραθέτει καὶ ἄλλη τοπικὴ παράδοση ὅπου, στὴ θέση Πέτρα ἐκεῖ ὅπου ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἄθῳ,[3] εἶχε κατασκηνώσει μὲ μέριμνα τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ ὁ πνευματικὸς τοῦ στρατεύματός του καὶ ἑταῖρος του, Ἀθανάσιος, ὅταν αὐτὸς μετέβαινε στὴν Κρήτη γιὰ νὰ τὴν ὑποτάξῃ.
Ὁ Α. Μ. ἀναφερόμενος στὰ εὐλαβῆ αἰσθήματα τῶν Ἀθηναίων τονίζει ὅτι στὸ Λεκανοπέδιο καὶ στὴν εὐρύτερη περιοχή, οἱ πιστοὶ γέμισαν μὲ πάνω ἀπὸ 600 παρεκκλήσια τὸν τόπο. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ προσκυνητάρι, ὁ Μωραϊτίδης διατυπώνει τὸ αἴτημα νὰ ἀνεγερθεῖ στὴν Ἀθήνα περικαλλής, βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, ναὸς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, κοντὰ στὸ Κάστρο τῶν Ἀθηνῶν· τὸν φαντάζεται μάλιστα μὲ τρεῖς κουμπέδες,[4] τρεῖς τρούλλους δηλαδή, σὰν ἄλλη Ἁγιασοφιά, καί:
«μὲ τὰς θαμβωτικὰς βαθυχρώμους τριπλὰς χοροστασίας του, μὲ τὰ τόξα του καὶ τὰς καμάρας του. Καὶ μὲ ἕναν κώδωνα γλυκύλαλον, ὁ ὁποῖος νὰ συγκαλῇ σήμερον, πρωΐ-πρωΐ, τοὺς Ἀθηναίους εἰς ἔπαινον τῶν τριῶν Ἁγίων. Ἐκεῖ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σεμνὰ ἐκεῖνα ἐρείπια τῆς εὐλαβοῦς ἀρχαιότητος ν’ ἀναβλαστήσῃ ὁ ναὸς ὁ τρίτρουλλος».
Ἀναπολεῖ τὶς ἐποχὲς ποὺ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες σπούδαζαν στὴν Ἀθήνα «τὴν ἑλληνικὴν σοφίαν καὶ λογοτεχνίαν»· φαντάζεται δὲ ὅτι ψάλλεται τὸ ἐγκώμιον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Μαυρόποδα γιὰ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, τὸ ὁποῖον καὶ παραθέτει.
| |
| «Ὁ ταξειδιώτης», ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ἀλέξ. Μωραϊτίδη στὸ χρονογράφημά του. |
Ἐπανερχόμενος, ἀπὸ τὴν ὀνειρικὴ αὐτὴ κατάσταση στὴν πραγματικότητα, δηλώνει ἀπογοήτευση γιατί, ὅπως τὸ εὐτελές, τὸ ὑελοφόρον προσκυνητάρι περικλείει, κρύβει ἐντός του, τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου: «τὴν χρυσήλατον τῆς Ἐκκλησίας σάλπιγγα» ὅπως θεωρεῖ τὸν Ἅγιο. Ἔτσι, καταθέτει καὶ ἄλλο παράπονό του: πὼς καὶ οἱ Ἑλληνικὲς Μονὲς περικλείουν, κρύβουν ἐν ἀφανείᾳ στὶς βιβλιοθῆκες τους, τὰ ἔργα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τῶν ὁποίων τὰ διδάγματά εἶναι:
«ὁ τύπος καὶ ὑπογραμμὸς τῆς συγχρόνου κοινωνίας μας, τόσον ἀπομακρυνομένης ὁσημέραι ἀπὸ τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου».
Ὅμως, τὸ ὅραμα τοῦ Α. Μωραϊτίδη δὲν ἔγινε πραγματικότητα. Δὲν ἀνηγέρθη κανείς, τρίτρουλλος μάλιστα, ναὸς ἀφιερωμένος στοὺς «τρεῖς μεγίστους φωστῆρες», στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες. Ἰσχύει ὅμως, ἀκόμη παραμένει ἐκκρεμές, τὸ αἴτημά του· καὶ εἶναι πάντα ἐπίκαιρο τὸ χρονογράφημά του, στὸ ὁποῖο καταθέτει τὴν ἔντονη ἐπιθυμία του γιὰ ἕναν ἐπιβλητικὸ νέο ναὸ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τὸ ὑπογράφει δὲ μὲ τὸ γνωστὸ δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο, «Ὁ ταξειδιώτης».
«ΑΠΟ ΤΑΣ ΖΩΝΤΑΝΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
ΜΕ ΤΡΕΙΣ ΚΟΥΜΠΕΔΕΣ
Ἔτυχε νὰ περιπατῶ περὶ τὰς σκολιὰς ἀτραποὺς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Εἶναι ἡ παλαιὰ τῶν ἰθαγενῶν συνοικία: αὐτή, ὅπου μόλις τώρα ἄρχισε νὰ εἰσχωρεῖ ἡ κορδέλα τῆς ρυμοτομίας παρακοθολουμένη ἀπὸ τὴν νεωτέραν ἀρχιτεκτονικήν, ἥτις τὰς μάνδρας ἐκείνας τὰς ἀρχαϊκὰς κρημνίζουσα, θεμελιώνει λευκὰς οἰκοδομάς, μέσα εἰς τὸν κόπρον τῶν κτηνῶν καὶ τὰ τρίμματα τοῦ σανοῦ καὶ τῶν ἐλαιοκλάδων. Ἐκεῖ, εἰς μίαν γωνίαν ὑπάρχει σκοτεινὴ παραθυρίς, ὑελοφόρος καὶ φέγγουσα τὴν νύκτα, ἔνδον τῆς ὁποίας κανδήλα καίει πρὸ μιᾶς παλαιᾶς εἰκόνος τοῦ Χρυσοστόμου. Εἶναι προσκυνητάριον βεβαίως, σημειοῦν τὴν θέσιν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἀρχαίου ναοῦ, ὅστις ἐτιμᾶτο εἰς τὸ ὄνομα τοῦ θείου Πατρός. Ἡ δὲ παράδοσις ἡ ἀθηναϊκὴ, εὐσεβὴς καὶ εὐλαβής, ὡς ἦταν πάντοτε αἱ Ἀθῆναι καὶ αἱ παραδόσεις των, σημειώνει μὲ ἀμυδρὰς καὶ λιποσάρκους γραμμάς ὅτι ἐδῶ, ὅπου τώρα κεῖται τὸ ταπεινὸν αὐτὸ προσκυνητάριον, ὑπῆρχεν ὁ οἶκος, ἐν ᾧ κατῴκησεν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅτε ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν νὰ σπουδάσῃ τὴν ἑλληνικὴν σοφίαν.
Ἡ παράδοσις εἶναι ἀνεπίσημος ὣς εἶναι ἀνεπίσημος ἡ ἄλλη ὡσαύτως φήμη ὅτι, εἰς τὸ σπήλαιον τοῦ Λυκαβηττοῦ, ὅπου εἶναι σήμερον ἐσφηνωμένος ὁ ἅγιος Σιδερέας, κατῴκει ἀσκητεύων ἐν Ἀθήναις Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης, ἐλθὼν καὶ αὐτὸς ἐνταῦθα πρὸς σπουδήν. Ὣς εἶναι ὡσαύτως ἀμυδρὰ καὶ ἀνεπίσημος, ἡ ἄλλη παράδοσις, ὅτι ἐκεῖ εἰς τὴν Πέτραν, ἀπέναντι τοῦ Πύργου τοῦ σιδηροδρόμου, ὅπου τώρα ἐπακουμβᾷ ὁ εὐτελὴς ναΐσκος τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἀθῳ, εἶχε πήξει σκηνὴν Νικηφόρος ὁ Φωκᾶς διὰ τὸν πνευματικὸν τοῦ στρατεύματος, τὸν Ἀθανάσιον, τὸν ἑταῖρον αὐτοῦ ὅτε μετέβαινε νὰ ὑποτάξῃ τὴν Κρήτην.
Εἶναι ἀνεπίσημοι αἱ παραδόσεις αὐταὶ καὶ ἄγραφοι, ἀλλὰ τόσον σύμφωνοι πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὰ εὐλαβῆ αἰσθήματα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, τοῦ πληρώσαντος, εἰς χρόνους ἱκανούς, τὴν πεδιάδα τῆς Ἀττικῆς δι ἑξακοσίων παρεκκλησίων, ὥστε τὴν δέχομαι ὡς ἱστορικήν, φρονῶν ὅτι ὄντως ἐκεῖ ποὺ κατῴκει ὁ θεῖος Χρυσόστομος ὅταν τὸν 5ον αἰώνα ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔχων πρὸς τοῦτο συνεπιμαρτυροῦσαν τὴν ὄψιν τότε τῆς πόλεως.
*
Ἀλλὰ διατὶ μόνον τὸ ἁπλοῦν αὐτὸ τὸ ἐρημικὸν προσκυνητάριον νὰ ὑπάρχει εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χρυσοῦ ἁγίου καὶ νὰ μὴν ἔχει ἤδη ἀνεγείρει ἡ πόλις μας ναὸν περικαλλῆ εἰς μνήμην τῶν τριῶν οἰκουμενικῶν διδασκάλων;
Ἡ φαντασία μου, πλέουσα εἰς τὸ πέλαγος τῶν λόγων τῶν σοφῶν ἱεραρχῶν, φαντάζεται τὸν ναὸν αὐτὸν ἐπάνω ἐκεῖ εἰς τὰς στενωπὰς καὶ σκολιὰς ἀτραποὺς τοῦ Κάστρου, ὅπου ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα ἐρείπια, ἀπὸ τὸν σωρὸν τῶν λευκῶν μαρμάρων, ἀπὸ τὰ συντρίμματα τῶν ἑλληνικῶν βωμῶν καὶ ἰωνικῶν κιονόκρανων ἤθελει νὰ ἀναδράμῃ εἰς ὕψος καὶ κάλλος ἕνας ναὸς πάντιμος καὶ περίοπτος μὲ τρεῖς κουμπέδες ὑψηλούς, τρίτρουλλος ἄλλη Ἁγία Σοφία, εἰς τιμὴν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Νὰ εἶναι ἁγνοῦ βυζαντινοῦ ρυθμοῦ ὁ ναὸς αὐτός μὲ τοὺς τριπλούς του νάρθηκας καὶ τοὺς τριπλούς του τρούλλους, μὲ τὰς θαμβωτικὰς βαθυχρώμους τριπλὰς χοροστασίας του, μὲ τὰ τόξα του καὶ τὰς καμάρας του.
Καὶ μὲ ἕναν κώδωνα γλυκύλαλον, ὁ ὁποῖος νὰ συγκαλῇ σήμερον, πρωΐ-πρωΐ, τοὺς Ἀθηναίους εἰς ἔπαινον τῶν τριῶν Ἁγίων. Ἐκεῖ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σεμνὰ ἐκεῖνα ἐρείπια τῆς εὐλαβοῦς ἀρχαιότητος ν’ ἀναβλαστήσῃ ὁ ναὸς ὁ τρίτρουλλος ὡς ἄνθος ἐρημικὸν τρίπλοκον καὶ τρίκλωνον, τὸ ὁποῖον ποτισμένον εἰς τὰ θεῖα νάματα τῆς νέας τῶν Ἑλλήνων θρησκείας, ν’ ἀνοίξῃ λευκὸν ὡς ἡ Περιστέρα τοῦ Ἰορδάνου καὶ νὰ εὐωδιάσῃ ὅλην τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὸν μῦρον του. Νὰ λάβῃ φωνὴν τὸ τρίπλοκον ἄνθος νὰ λαλήσῃ καὶ νὰ εἰπῇ:
― Ἀπὸ τὰ ἐρείπια αὐτά, τὰ λευκὰ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος ἐξῆλθεν ἡ φωνὴ ἡ ἐμπνευσμένη, καὶ λαλιὰ ἡ καλλίστομος, ἡ κηρύξασα εἰς ὅλον τὸν κόσμον, τοῦ Εὐαγγελίου τὰ θεῖα ρήμματα.
*
Τοὺς σωματικούς μου ὀφθαλμοὺς ἔχων προσηλωμένους ἐπάνω εἰς τὸ πενιχρὸν προσκυνητάριον τῆς Πλάκας, ἀναδιφῶ μὲ τοὺς νοεροὺς τῆς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοὺς τὰς σελίδας τῶν Συναξαρίων καὶ ἀναπολῶ τοὺς χρόνους, ὅπου καὶ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἦλθον εἰς τὴν πόλιν μας νὰ σπουδάσουν τὴν ἑλληνικὴν σοφίαν καὶ λογοτεχνίαν, τὰς λαμπηδόνας τῆς ὁποίας ἀπηθανάτισαν τόσον λαμπρῶς εἰς ἔπη καὶ λόγους, εἰς δόγματα καὶ στίχους καὶ εἰς μίαν καλλίρροον ἠθικὴν διδασκαλίαν, δι ὧν ἀναγέννησαν τὴν κοινωνίαν ρυθμίσαντες αὐτὴν πρὸς τὰς βάσεις τοῦ Εὐαγγελίου, διδάσκοντες ἡμέραν καὶ νύκτα τὰς Γραφάς, συμβουλεύοντες, ἐνθαρρύνοντες, παραμυθοῦντες, ἐπιτιμῶντες, κτυπῶντες δὲ τὰς αἱρέσεις δεξιὰ κι ἀριστερά. Τρίπλοκον τοῦ Λόγου φραγγέλιον, σφενδόνη δαβιδικὴ τρίκλωνος, σπαρτίον τοῦ Σολομῶντος κόκκινον, <φιμώσαντες> τοὺς αἱρεσιάρχας καὶ περιτειχίσαντες τὴν νέαν τοῦ Χριστοῦ Ποίμνην «τῷ ἐρυθραίῳ τοῦ Σωτῆρος αἵματι».
*
Εἰς τὸν ναὸν αὐτὸν σήμερον, ἐὰν ὑπῆρχε, θὰ ἐσυνάζετο ὁ κόσμος νὰ ἀνάψῃ τὴν λαμπάδα του πρὸ τῆς εἰκόνος τῶν Ἁγίων καὶ νὰ ἀκούσῃ τὸ ἐγκώμιον αὐτῶν, γραμμένον ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπον τῶν Εὐχαϊτῶν, τὸν ἁγιώτατον τοῦτον Ἰωάννην, ὅστις μετὰ ἀπὸ μυστικὴν ὀπτασίαν, ὁποῦ τοῦ ἐνεφανίσθησαν καὶ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι, ἐγερθεὶς ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἀνεφώνησεν:
«Ὁμοῦ δίκαιον τρεῖς σέβειν Ἑωσφόρους.
φῶς τρισσολαμπὲς πηγάσαντες ἐν βίῳ.
Ἔαρ χελιδὼν οὐ καθίστησι μία·
αἱ τρεῖς ἀηδόναι δὲ τῶν ψυχῶν ἔαρ [...]
Ὁ Γρηγόριος γὰρ πῦρ πνέει νοῦς τὸν λόγον,
πρὸς ὕψος οὐ πείθοντα πάντα ἐκτρέχειν.
Τοῖς λιποθυμήσασι δ’ ἐκ παθῶν πάλιν,
ἀναπνοή τις οἱ Βασιλείου λόγοι.
Μιμούμενος δὲ τὴν ροὴν τῶν ὑδάτων
ὁ καρδίαν τε καὶ στόμα χρυσοῦς μόνος
τοὺς ἐκτακέντας ἐκ παθῶν ἀναψύχει [...]»[5]
Ἀλλὰ τὸ ὄνειρόν μου συντόμως διαλύεται. Οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς ψυχῆς μου ζοφοῦνται πάλιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ἀπομένουν τὰ σωματικά μου μόνον βλέμματα, προσηλωμένα ἀκόμη ἐπὶ τοῦ εὐτελοῦς προσκυνηταρίου, ὅπερ ἁπλοῦν καὶ ἀσβεστωμένον ἀτάκτως ἐκεῖ κρύπτει μὲ τόσην ἀφάνειαν τὴν χρυσήλατον τῆς Ἐκκλησίας σαλπιγγα, ὡς αἱ βιβλιοθῆκαι τῶν Ἑλληνικῶν Μονῶν περικλείουσι ἐν σιγῇ καὶ νεκρικῇ ἀφανείᾳ τοὺς τόμους τῶν θεοπνεύστων τῶν τριῶν ἁγίων συγγραφέων, ὧν τὰ διδάγματα ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ τύπος καὶ ὑπογραμμὸς τῆς συγχρόνου κοινωνίας μας, τόσον ἀπομακρυνομένης ὁσημέραι ἀπὸ τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου.
Ὁ ταξειδιώτης »
![]() |
| Χάρτης Μεγ. Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων, (λεπτομέρεια), ἔργο (†) Χριστόφορου Ἀλεξάκη, ὅπου καταγράφεται τὸ τοπωνύμιο «Κουμπές». |
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης
[1]. Ὁ ταξειδιώτης (=Ἀλέξ. Μωραϊτιδης), «Μὲ τρεῖς κουμπέδες», ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 30. 1. 1902, σ. 1.
[2]. Ἐνδεχομένως, ἡ ὕπαρξη τοῦ προσκυνηταρίου τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου συνδέεται μὲ τὴν ὕπαρξη ἐκεῖ τοῦ, μὴ σωζόμενου πλέον, ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μετοχίου τῆς μονῆς Ἀστερίου, στὴ διασταύρωση τῶν ὁδῶν Δαιδάλου καὶ Περιάνδρου.· βλ. Ἄρτεμις Σκουμπουρδῆ, Μοναστηράκι-Πλάκα.Οἱ γειτονιὲς τῶν θεῶν, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 20065, σ. 373-4.
[3]. Πρόκειται γιὰ τὸ ἱστορικὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἄθῳ, τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, κοντὰ στὸν πέτρινο λόφο τοῦ Θησείου.
[4] Kubbe i 1. θόλος, τροῦλλος, κουμπές, 2. =θολωτός, τρουλλωτός, θολοειδής. Βλ. Faruk Tuncay - Λεωνίδας Καρατζᾶς, Τουρκοελληνικὸ λεξικό, Κέντρο Ἀνατολικῶν Γλωσσῶν καὶ Πολιτισμοῦ, Ἀθήνα 2000, σ. 450. Μάλιστα, στὰ Ἄγραφα, στὸ χωριὸ Μεγάλα Βραγγιανά, σώζεται τὸ τοπωνύμιο «Κουμπές». Πρόκειται γιὰ ἐλατοβριθῆ τόπο, θολωτοῦ σχήματος, σὲ ὕψωμα, δυτικὰ τοῦ κυρίως οἰκισμοῦ τοῦ χωριοῦ. Ἐκεῖ κοντὰ βρίσκονται καὶ τὰ ἐρείπια παλαιοῦ, ἀρχαίου χριστιανικοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου («Ἀλσαίου» κατὰ τὸ τοπικὸ προφορικό ἰδίωμα).
[5]. Ἐκ τοῦ Συναξαρίου τῆς Λ´ τοῦ Μηναίου Ἰανουαρίου, Βενετία 1843, ἐπιμελείᾳ τοῦ ἱερομονάχου Βαρθολομαίου Κουτλουμουσιανοῦ τοῦ Ἰμβρίου.
Σημ: Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτ. Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν),φ. 1192, 6/11/2026, σ. 15-16.




