SKIATHOS Ο καιρός σήμερα

Τότε και τώρα | Γράφει ο π. Παντελεήμων Χούλης 

2026-10-28 08:37:34
Τότε και τώρα | Γράφει ο π. Παντελεήμων Χούλης 

 

Στους δρόμους προ ημερών βγήκαν φοιτητές, μαθητές και εργαζόμενοι, ζητώντας μια ζωή με περισσότερη ασφάλεια, έναν μισθό που να επαρκεί, ένα σπίτι που να μπορούν να νοικιάσουν, τη δυνατότητα να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Πίσω από τα συνθήματα υπάρχουν πρόσωπα· παιδιά που σπουδάζουν ή σπούδασαν, οικογένειες που στερήθηκαν, άνθρωποι που εργάζονται και δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στη καθημερινότητα. Οι αγωνίες αυτές αξίζουν προσοχή και σεβασμό. Μια προσοχή όμως και έναν σεβασμό που δεν πρέπει να περιορίζεται στα στενά πλαίσια της ελληνικής πολιτείας, αλλά να αφορούν και την ευρωπαϊκή οικογένεια. 

Η σημερινή επέτειος της 28ης Οκτωβρίου πως μας βρίσκει ως προσωπικότητες, ως πολίτες μιας χώρας που έχουμε πολλά να διδαχτούμε από την ιστορία της; Βλέποντας τους νέους στους δρόμους, ο νους πηγαίνει στους συνομηλίκους τους το 1940. Σ’ εκείνους που αποχαιρέτησαν τους δικούς τους, φόρεσαν τη στρατιωτική χλαίνη και έφυγαν για το μέτωπο. Οι περιστάσεις ασφαλώς διαφέρουν και θα ήταν άδικο να κρίνει κανείς τη μια γενιά με τα μέτρα της άλλης. Μένει, ωστόσο, η ανάγκη να σκεφτούμε τι πίστευαν εκείνοι, τι προσδοκούμε εμείς και τι εξακολουθεί να μας συνδέει.

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, καταγράφοντας την πρώτη ημέρα του πολέμου, περιγράφει τους νέους και κάθε ηλικίας στρατιώτες που τραγουδούν, τις γυναίκες που κλαίνε, τον ενθουσιασμό και την αγωνία στους δρόμους.[1] Στο σχολικό βιβλίο της Ιστορίας καταγράφεται η άμεση ανταπόκριση του λαού στην υπεράσπιση της χώρας.[2] Πίσω από αυτές τις περιγραφές βρίσκονταν άνθρωποι που δεν γνώριζαν αν θα ξαναγύριζαν στο σπίτι τους.

Εκείνοι  είχαν κι αυτοί ανάγκες. Ήθελαν δουλειά, ψωμί, ένα σπιτικό. Είχαν έρωτες, όνειρα, εκκρεμότητες. Η φτώχεια τους δεν τους έκανε λιγότερο δεμένους με τη ζωή. Κλήθηκαν όμως να διακινδυνεύσουν όσα αγαπούσαν για την ελευθερία της πατρίδας τους.

Και η πατρίδα είχε γι’ αυτούς συγκεκριμένο περιεχόμενο,  το χωριό και το σπίτι τους, τη γη που καλλιεργούσαν, τη γλώσσα, την πίστη τους. Την εκκλησία όπου βαπτίστηκαν, τους τάφους των προγόνων τους, τους ανθρώπους που περίμεναν να επιστρέψουν. Υπερασπίζονταν όσα είχαν παραλάβει και ήθελαν να αφήσουν στα παιδιά τους. Είχαν διαφορές μεταξύ τους, συχνά βαθιές. Μπροστά στον εισβολέα, όμως, χρειάστηκε να αναλάβουν μια κοινή ευθύνη.

Σήμερα, πόσο κοντά αισθανόμαστε σε οσα εκφράζουν οι λέξεις «έθνος», «πατρίδα», «χρέος», «παράδοση» που εξακολουθούν να ακούγονται στις επετείους. Δεν είναι βέβαιο ότι εξηγούμε πάντοτε στα παιδιά τι σχέση έχουν με τη δική τους ζωή. Συχνά τους ζητούμε να τιμούν το «άγνωστο » παρελθόν, ενώ δυσκολευόμαστε να ακούσουμε την αγωνία τους για το μέλλον.

Ένας νέος που εργάζεται χωρίς να μπορεί να συντηρηθεί, που αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας ή σκέφτεται να φύγει στο εξωτερικό, έχει λόγους να αισθάνεται πικρία. Χρειάζεται να βλέπει ότι ο τόπος του τον υπολογίζει. Ότι υπάρχει χώρος για τον κόπο, τις ικανότητες και την προσφορά του. Κι εμείς, οι μεγαλύτεροι, χρειάζεται να εξετάσουμε κατά πόσο η συμπεριφορά μας τον βοηθά να αγαπήσει όσα του ζητούμε να σεβαστεί.

Ο προβληματισμός, όμως, δεν τελειώνει στην εξασφάλιση των αναγκαίων. Ένας μισθός που επαρκεί και ένα σπίτι είναι δίκαιες διεκδικήσεις. Παραμένει το ερώτημα τι θέλουμε να κάνουμε τη ζωή μας, τι θεωρούμε άξιο τιμής και για ποιον θα δεχόμασταν να παραμερίσουμε κάτι από το δικό μας συμφέρον. Αυτό αφορά όλους μας, ανεξάρτητα από ηλικία.

Τα παιδιά βλέπουν ποιους θαυμάζουμε, ποιους προβάλλουμε και με ποια κριτήρια χαρακτηρίζουμε έναν άνθρωπο επιτυχημένο. Όταν μετρούμε κυρίως τα χρήματα, τις γνωριμίες και τη δημοσιότητα, τα likes, οι συμβουλές μας για ήθος και ανιδιοτέλεια δύσκολα πείθουν. Ο έντιμος άνθρωπος που ζημιώνεται επειδή δεν δέχεται να αδικήσει, εκείνος που προσφέρει αθόρυβα, ο άνθρωπος που μένει συνεπής στις ευθύνες του αξίζουν την έμπρακτη εκτίμησή μας αλλά και τη θεσμική και κοινωνική αναγνώριση. 

Από τέτοια παραδείγματα μαθαίνεται και η θυσία. Από τον γονιό που στερείται για να σπουδάσει το παιδί του, από εκείνον που φροντίζει για χρόνια έναν άρρωστο, από όποιον διαθέτει χρόνο και κόπο για τον τόπο του χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα. Αυτές οι πράξεις μάς βοηθούν να πλησιάσουμε και τη θυσία των ανθρώπων του 1940. Να καταλάβουμε, όσο μπορούμε, τι σήμαινε να αφήνεις πίσω σου τη ζωή που αγαπούσες, χωρίς καμία βεβαιότητα επιστροφής.

Ο Σεφέρης γράφει: «Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά».[3] Έτσι έφυγαν κι εκείνοι, χωρίς να γνωρίζουν την έκβαση του πολέμου ή ποιος θα μνημόνευε κάποτε το όνομά τους. Είχαν μπροστά τους μια ευθύνη και την ανέλαβαν.

Η επέτειος δίνει την ευκαιρία να σταθούμε λίγο περισσότερο σ’ αυτή την ευθύνη. Να αναρωτηθούμε τι διατηρήσαμε ανόθευτο από όσα μας παρέδωσαν και τι διδάσκουμε με τη δική μας στάση. Η ελευθερία που υπερασπίστηκαν μας επιτρέπει σήμερα και να διεκδικούμε και να διαφωνούμε. Μας αφήνει συγχρόνως το χρέος να φροντίζουμε τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Τα παιδιά του 1940 ονειρεύονταν κι αυτά ένα αύριο. Τα σημερινά παιδιά δικαιούνται να μπορούν να το σχεδιάσουν. Μαζί με καλύτερες συνθήκες ζωής, χρειάζονται και λόγους να αισθάνονται δεμένα με την πατρίδα τους. Αυτούς τους λόγους οφείλουμε να τους στηρίζουμε καθημερινά: με δικαιοσύνη, με συνέπεια, με σεβασμό στον κόπο τους. Για να έχουν κάποτε κι εκείνα κάτι που θα θελήσουν να κρατήσουν και να παραδώσουν.

••••••••••~•

Παραπομπές
[1] Γιώργος Θεοτοκάς, Τετράδια Ημερολογίου 1939–1953, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, εγγραφή 28ης Οκτωβρίου 1940· απόσπασμα στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α΄ Γυμνασίου, «Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 1940», σ. 79–81.
[2] Ι. Κολιόπουλος, Κ. Σβολόπουλος κ.ά., Ιστορία του Νεότερου και του Σύγχρονου Κόσμου, Γ΄ Γενικού Λυκείου, κεφ. Ε΄, ενότητα 3, «Η συμμετοχή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η Εθνική Αντίσταση».
[3] Γιώργος Σεφέρης, «Τελευταίος Σταθμός», Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄.