Μια απαιτητική, βαθιά συγκινητική θεατρική εμπειρία, με εξαιρετικές ερμηνείες, καθηλωτική ζωντανή μουσική και απόλυτο σεβασμό στη γλώσσα και στο πνεύμα του σπουδαίου Έλληνα λογοτέχνη.
Υπάρχουν θεατρικές παραστάσεις που επιδιώκουν να κερδίσουν τον θεατή με την ευκολία, τον εντυπωσιασμό ή την προσαρμογή ενός κλασικού έργου στις απαιτήσεις της εποχής. Και υπάρχουν εκείνες που επιλέγουν τον δύσκολο δρόμο: να εμπιστευτούν τη δύναμη του πρωτότυπου κειμένου, να σεβαστούν την ιδιαίτερη γλώσσα του δημιουργού και να απαιτήσουν από το κοινό τους συγκέντρωση, συμμετοχή και ουσιαστική επαφή με το έργο.
Η «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, σε διασκευή και σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, με τη σπουδαία Λυδία Κονιόρδου στον ομώνυμο ρόλο, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για μια εξαιρετικά απαιτητική θεατρική πρόταση, που δεν επιχειρεί να απλοποιήσει τον Παπαδιαμάντη για να γίνει περισσότερο προσιτός. Αντίθετα, αναδεικνύει τον πλούτο, την πολυπλοκότητα και τη διαχρονικότητά του, προσφέροντας μια θεατρική εμπειρία υψηλής καλλιτεχνικής αξίας.
Η παράσταση, που παρουσιάζεται στο νέο Θέατρο «ΕΡΓΟΝ», αποτελεί την επιστροφή μιας ιστορικής σκηνικής προσέγγισης, η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε το 1998. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, το έργο εξακολουθεί να συγκλονίζει, αποδεικνύοντας ότι τα μεγάλα λογοτεχνικά κείμενα δεν έχουν ανάγκη από εκπτώσεις για να συνομιλήσουν με το σήμερα.
Ένα αριστούργημα της ελληνικής λογοτεχνίας που παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρο
Η «Φόνισσα», ένα από τα κορυφαία έργα της νεοελληνικής πεζογραφίας, γράφτηκε από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη το 1903. Στο επίκεντρό της βρίσκεται η Χαδούλα, γνωστή ως Φραγκογιαννού, μια ηλικιωμένη γυναίκα στη Σκιάθο, που έχει περάσει ολόκληρη τη ζωή της μέσα στη φτώχεια, την καταπίεση και τις ατελείωτες υποχρεώσεις που της επέβαλε η θέση της ως γυναίκας στην κοινωνία της εποχής.
Έχοντας βιώσει από μικρή την αδικία, καταλήγει σταδιακά σε μια τρομακτική, διεστραμμένη συλλογιστική: θεωρεί ότι ο θάνατος των μικρών κοριτσιών μπορεί να τα απαλλάξει από τα βάσανα που αναπόφευκτα τα περιμένουν. Η σκέψη αυτή την οδηγεί σε μια σειρά αποτρόπαιων εγκλημάτων, μέσα από μια πορεία ψυχικής αποσύνθεσης, ενοχής και απελπισίας.
Ο Παπαδιαμάντης δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Δεν δικαιολογεί τη Φραγκογιαννού, αλλά ούτε και την αντιμετωπίζει ως ένα απλοϊκό σύμβολο του κακού. Αντίθετα, δημιουργεί ένα από τα πιο σύνθετα ψυχογραφήματα της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας ταυτόχρονα μια κοινωνία που συνθλίβει τις γυναίκες και αναπαράγει τη βία από γενιά σε γενιά.
Αυτή ακριβώς η πολυπλοκότητα καθιστά τη «Φόνισσα» ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο για το θέατρο. Δεν είναι μόνο η σκοτεινή θεματολογία του. Είναι κυρίως η ιδιαίτερη αφηγηματική του δομή, η βαθιά εσωτερικότητα της κεντρικής ηρωίδας και, βεβαίως, η μοναδική γλώσσα του Παπαδιαμάντη, που συνδυάζει λόγια στοιχεία, δημοτική, ιδιωματισμούς και μια σχεδόν ποιητική μουσικότητα.
Η Λυδία Κονιόρδου σε μια ερμηνεία σπάνιας δύναμης
Στο κέντρο αυτής της απαιτητικής σκηνικής σύνθεσης βρίσκεται η Λυδία Κονιόρδου. Και είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστεί κανείς μια ηθοποιό που θα μπορούσε να υπηρετήσει με μεγαλύτερη ερμηνευτική πληρότητα έναν τόσο σύνθετο και σκοτεινό χαρακτήρα.
Η Κονιόρδου δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση μιας γυναίκας που διαπράττει φρικτά εγκλήματα. Χτίζει μια ολόκληρη ανθρώπινη τραγωδία, δίνοντας στη Φραγκογιαννού βάθος, αντιφάσεις, εσωτερική ένταση και μια συγκλονιστική δραματική υπόσταση.
Με τη χαρακτηριστική εκφραστική της δύναμη, την υποδειγματική άρθρωση και τη σπάνια ικανότητά της να χειρίζεται τον λόγο, μετατρέπει το δύσκολο παπαδιαμαντικό κείμενο σε ζωντανή θεατρική εμπειρία. Η φωνή της, οι παύσεις, οι αλλαγές στον ρυθμό, η σωματική της παρουσία, όλα λειτουργούν ως στοιχεία μιας ερμηνείας εξαιρετικής ακρίβειας.
Το σπουδαιότερο είναι ότι κατορθώνει να αναδείξει την τραγικότητα της ηρωίδας χωρίς να επιχειρεί να την εξωραΐσει. Ο θεατής δεν καλείται να συγχωρήσει τη Φραγκογιαννού, αλλά να κατανοήσει τις δυνάμεις που τη διαμόρφωσαν και να παρακολουθήσει τη σταδιακή της κατάρρευση.
Η ερμηνεία της Κονιόρδου συνδυάζει τη γνώση και την πειθαρχία της αρχαίας τραγωδίας με την αμεσότητα ενός βαθιά ανθρώπινου δράματος. Είναι μια ερμηνεία που επιβεβαιώνει το εξαιρετικό καλλιτεχνικό της εκτόπισμα και αποτελεί από μόνη της έναν πολύ σοβαρό λόγο για να παρακολουθήσει κανείς την παράσταση.
Ένας εξαιρετικός θίασος που υπηρετεί το έργο με απόλυτη συνέπεια
Όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η παρουσία της Λυδίας Κονιόρδου, θα ήταν άδικο να μη σταθεί κανείς στο συνολικό ερμηνευτικό αποτέλεσμα.
Η Ανδριανή Τουντοπούλου, η Μίνα Λουίζου, η Αμαλία Τσεκούρα και η Φανή Λύκου συγκροτούν ένα εξαιρετικό σύνολο, που υπηρετεί με συνέπεια και αξιοσημείωτη εκφραστική δύναμη το σκηνοθετικό όραμα.
Σε ένα έργο όπου η γλώσσα είναι απαιτητική, η ατμόσφαιρα διαρκώς φορτισμένη και οι εύκολες θεατρικές λύσεις απουσιάζουν, οι ερμηνεύτριες καταφέρνουν να διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Οι παρουσίες τους δεν λειτουργούν απλώς συμπληρωματικά προς την κεντρική ηρωίδα, αλλά συμβάλλουν καθοριστικά στη δημιουργία ενός συνεκτικού, ζωντανού σκηνικού κόσμου.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της παράστασης: ότι ένας ολόκληρος θίασος κατορθώνει να κρατήσει προσηλωμένο το κοινό επί 90 λεπτά, σε ένα έργο που δεν προσφέρει ούτε εύκολη συγκίνηση ούτε στιγμές χαλάρωσης.
Ξεχωριστή είναι και η συμβολή του Σωτήρη Χατζάκη στον ρόλο του αφηγητή, που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη λογοτεχνική αφήγηση και στη σκηνική δράση, διατηρώντας την ιδιαίτερη ταυτότητα του πρωτότυπου έργου.
Η μουσική δεν συνοδεύει απλώς την παράσταση. Είναι αναπόσπαστο μέρος της
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στη μουσική, η οποία αποτελεί έναν από τους βασικότερους πυλώνες της παράστασης.
Η μουσική σύνθεση και διδασκαλία του Τάκη Φαραζή δεν λειτουργεί ως ένα διακριτικό ηχητικό υπόβαθρο, αλλά ως οργανικό στοιχείο της ίδιας της δραματουργίας. Η ζωντανή μουσική και η ψαλτική διάσταση ενισχύουν τον τελετουργικό χαρακτήρα της σκηνικής σύνθεσης, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που κινείται ανάμεσα στο λαϊκό δρώμενο, στο θρησκευτικό βίωμα και στην αρχαία τραγωδία.
Οι μουσικοί και ψάλτες δεν αποτελούν μια απλή συνοδευτική παρουσία. Συμμετέχουν ουσιαστικά στην εξέλιξη της παράστασης, δίνοντας ρυθμό, ένταση και συναισθηματικό βάθος σε όσα εκτυλίσσονται στη σκηνή.
Η συμβολή των Χρήστου Σύγγελου, Σίμου Παπασπύρου, Φάνη Μανούση και Γιώργου Τούμπλαρη, που αναφέρονται στη μουσική διανομή της παραγωγής, είναι καθοριστική για την ιδιαίτερη ηχητική και τελετουργική ταυτότητα του εγχειρήματος.
Η μουσική γίνεται άλλοτε φορέας αγωνίας, άλλοτε έκφραση θρήνου και άλλοτε μια υπόγεια δύναμη που συνομιλεί με την ψυχική κατάσταση της Φραγκογιαννούς. Δένει με τον λόγο του Παπαδιαμάντη, αναδεικνύει τη μουσικότητά του και βοηθά τον θεατή να εισχωρήσει σε έναν κόσμο που διαφορετικά θα μπορούσε να μοιάζει απόμακρος.
Είναι από τις περιπτώσεις όπου η μουσική δεν προστίθεται στο θέατρο, αλλά συνδιαμορφώνει την ίδια τη θεατρική εμπειρία.
Ο σεβασμός στον Παπαδιαμάντη ως συνειδητή καλλιτεχνική επιλογή
Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα και γενναία επιλογή του Σωτήρη Χατζάκη είναι η απόφασή του να διατηρήσει τη γλωσσική φυσιογνωμία του πρωτότυπου έργου.
Σε μια εποχή όπου πολλές διασκευές κλασικών κειμένων επιλέγουν τον εκσυγχρονισμό της γλώσσας, την απλοποίηση των νοημάτων ή ακόμη και τη ριζική ανακατασκευή του πρωτοτύπου, η συγκεκριμένη παράσταση ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο.
Ο Παπαδιαμάντης παραμένει Παπαδιαμάντης.
Η ιδιαίτερη γλώσσα του, με τον πλούτο, τις δυσκολίες και τη μοναδική μουσικότητά της, δεν αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί, αλλά ως πολύτιμο συστατικό του έργου που πρέπει να διαφυλαχθεί.
Πρόκειται για μια επιλογή που απαιτεί θάρρος. Γιατί είναι βέβαιο ότι το κοινό καλείται να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για να παρακολουθήσει τη δράση και να αποκωδικοποιήσει κάθε νοηματική απόχρωση.
Ωστόσο, αυτή η δυσκολία δεν αποτελεί αδυναμία της παράστασης. Αντιθέτως, είναι μέρος της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.
Η σκηνοθεσία δεν προσπαθεί να κάνει τον Παπαδιαμάντη εύκολο. Προσπαθεί να τον κάνει θεατρικά ζωντανό, διατηρώντας την αυθεντικότητα του λογοτεχνικού του κόσμου.
Και σε αυτό συμβάλλουν καθοριστικά οι ερμηνείες, η μουσική και η σκηνική οργάνωση. Όλα λειτουργούν συμπληρωματικά, ώστε ο θεατής να μπορεί να παρακολουθήσει και να αισθανθεί το έργο, ακόμη και όταν η γλώσσα απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
Μια σκηνοθεσία με αναφορές στην αρχαία τραγωδία
Ο Σωτήρης Χατζάκης αντιμετωπίζει τη «Φόνισσα» όχι ως μια συμβατική δραματοποίηση λογοτεχνικού έργου, αλλά ως μια σύγχρονη θεατρική τελετουργία.
Η σύνδεση με την αρχαία τραγωδία είναι εμφανής στη συνολική σκηνοθετική προσέγγιση. Η Φραγκογιαννού αποκτά διαστάσεις τραγικής ηρωίδας, ενώ η μουσική, ο αφηγηματικός λόγος και η συλλογική παρουσία του θιάσου δημιουργούν την αίσθηση ενός λαϊκού δρώμενου.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η συνύπαρξη δύο διαφορετικών κόσμων: της αρχαιοελληνικής τραγικής παράδοσης και της βαθιάς χριστιανικής αναφοράς που διατρέχει το έργο του Παπαδιαμάντη.
Η σκηνοθεσία αναδεικνύει αυτή τη συνάντηση χωρίς να την εκβιάζει. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση με ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα, που αναζητά τις ρίζες της ελληνικής θεατρικής έκφρασης και τις συνδέει με ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της νεότερης λογοτεχνίας μας.
Στη συνολική αισθητική συμβάλλουν τα σκηνικά της Έρσης Δρίνη, τα κοστούμια του Χάρη Σουλιώτη και ο φωτιστικός σχεδιασμός του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, που υπηρετούν την ατμόσφαιρα και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της παραγωγής.
Μια δύσκολη παράσταση που αξίζει να δει κανείς
Η «Φόνισσα» δεν είναι μια εύκολη θεατρική έξοδος. Δεν είναι μια παράσταση που προσφέρεται για ανέμελη ψυχαγωγία, ούτε ένα έργο που επιδιώκει να κερδίσει τον θεατή με διαρκείς εντυπωσιασμούς.
Είναι σκοτεινή, απαιτητική και βαθιά δραματική. Χρειάζεται προσήλωση, συγκέντρωση και διάθεση να ακολουθήσει κανείς μια σύνθετη αφήγηση, διατυπωμένη σε μια γλώσσα που απέχει αισθητά από τη σημερινή καθημερινή ομιλία.
Κι όμως, ακριβώς εδώ βρίσκεται το μεγάλο της επίτευγμα.
Χάρη στη συγκλονιστική Λυδία Κονιόρδου, στις εξαιρετικές ερμηνείες ολόκληρου του θιάσου, στην καθοριστική παρουσία των μουσικών και στη σκηνοθετική συνέπεια του Σωτήρη Χατζάκη, η παράσταση κατορθώνει να μετατρέψει αυτή τη δυσκολία σε μια ουσιαστική θεατρική εμπειρία.
Δεν υποτιμά τον θεατή. Δεν απλοποιεί το έργο για να γίνει ευκολότερα αποδεκτό. Τον προσκαλεί να συναντήσει τον Παπαδιαμάντη με τους δικούς του όρους, ανακαλύπτοντας τη δύναμη ενός κειμένου που, περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του, εξακολουθεί να θέτει οδυνηρά ερωτήματα για τη βία, την κοινωνική αδικία, τη θέση της γυναίκας και τα όρια της ανθρώπινης συνείδησης.
Η «Φόνισσα» είναι μια σπουδαία θεατρική πρόταση, που αποδεικνύει ότι το θέατρο μπορεί να είναι ταυτόχρονα δύσκολο, απαιτητικό και βαθιά καθηλωτικό.
Μια παράσταση που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς όχι μόνο για να απολαύσει μια κορυφαία ηθοποιό σε έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της, αλλά και για να θυμηθεί πόση δύναμη μπορεί να έχει το θέατρο όταν αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία με γνώση, σεβασμό και πραγματική καλλιτεχνική τόλμη.
Πληροφορίες παράστασης – Συντελεστές
«Η Φόνισσα» – Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Θέατρο ΕΡΓΟΝ | Θεατρική περίοδος 2026–2027
Συντελεστές
- Θεατρική διασκευή – Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης
- Μουσική σύνθεση – Διδασκαλία: Τάκης Φαραζής
- Σκηνικά: Έρση Δρίνη
- Κοστούμια: Χάρης Σουλιώτης
- Σχεδιασμός φωτισμού: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
- Βοηθός σκηνοθέτη: Στέλλα Παπακωνσταντίνου
- Διεύθυνση παραγωγής: Φαίη Σούκου
- Παραγωγή: ERGON PRODUCTIONS – Γεώργιος Βάλαρης
- Φωτογραφίες: Karol Jarek
Διανομή
- Στον ρόλο της Φόνισσας: Λυδία Κονιόρδου
- Ερμηνεύουν: Ανδριανή Τουντοπούλου, Μίνα Λουίζου, Αμαλία Τσεκούρα, Φανή Λύκου
- Αφηγητής: Σωτήρης Χατζάκης
- Μουσικός Α΄ – Ψάλτης: Χρήστος Σύγγελος και Σίμος Παπασπύρου
- Μουσικός Β΄: Φάνης Μανούσης και Γιώργος Τούμπλαρης
Θέατρο ΕΡΓΟΝ
Ζωοδόχου Πηγής 3 και Ακαδημίας, Αθήνα, Τ.Κ. 10678
Διάρκεια: 90 λεπτά, χωρίς διάλειμμα
Εισιτήρια: από 18€
Ημέρες και ώρες παραστάσεων
| Ημέρα | Ώρα |
| Τετάρτη | 19:00 |
| Πέμπτη | 20:30 |
| Παρασκευή | 20:30 |
| Σάββατο | 21:15 |
| Κυριακή | 17:00 |
Online αγορά εισιτηρίων
Αγορά εισιτηρίων Τηλεφωνικές κρατήσεις: 210 7234567. Οι ημέρες, οι ώρες και οι τιμές προέρχονται από το δελτίο Τύπου της παραγωγής και ενδέχεται να αλλάξουν.
Φωτογραφικό υλικό: Karol Jarek / ERGON PRODUCTIONS.

