Από το στερεότυπο στο πρόσωπο | Γράφει ο π. Παντελεήμων Χούλης
2026-09-22 14:39:24
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές είναι η συχνή αναφορά που γίνεται σήμερα στα στερεότυπα και κυρίως η σχεδόν μόνιμη καταγγελτική στάση απέναντί τους. Και ίσως όχι χωρίς λόγο. Στερεότυπα και προκαταλήψεις αδίκησαν ανθρώπους, δημιούργησαν αποκλεισμούς και εξακολουθούν πολλές φορές να πληγώνουν.
Αρκεί όμως να καταγγείλουμε ένα στερεότυπο για να απαλλαγούμε από αυτό; Ή μήπως, πολεμώντας παλαιές κατηγοριοποιήσεις, κινδυνεύουμε να δημιουργούμε καινούργιες;
Τα στερεότυπα δεν εμφανίστηκαν τυχαία. Ο άνθρωπος δημιουργεί γενικεύσεις για να οργανώσει την εμπειρία του και να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του. Η κοινωνική ψυχολογία έχει μελετήσει αυτή την τάση της κοινωνικής κατηγοριοποίησης και τη διάκριση ανάμεσα στο «εμείς» και στους «άλλους». Το πρόβλημα αρχίζει όταν η γενίκευση γίνεται προκατάληψη και τελικά ετικέτα που επισκιάζει το ίδιο το πρόσωπο.
Το Ευαγγέλιο προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του ανθρώπου. Γύρω από τον Χριστό βρίσκονται άνθρωποι που η κοινωνία έχει ήδη χαρακτηρίσει: τελώνες, αμαρτωλοί, πόρνες,Σαμαρείτες, λεπροί, άνθρωποι του περιθωρίου. Ο Χριστός δεν εξαντλεί κανέναν στο λάθος ή στο παρελθόν του. Δεν εξωραΐζει όμως και την πραγματικότητα της ζωής τους , δεν επικροτεί , δεν ευλογεί τις αμαρτες τους. Η συνάντηση μαζί Του είναι πάντοτε πρόσκληση σε σχέση, ελευθερία και μεταμόρφωση. Το βλέπουμε στη στάση Του απέναντι στη μοιχαλίδα που ήθελαν να την λιθοβολήσουν, την συγχωρεί, δεν την επαινεί: Ούτε εγώ σε καταδικάζω», της είπε ο Ιησούς˙ «πήγαινε, κι από εδώ και πέρα μην αμαρτάνεις πια».
Ο Ζακχαίος για το πλήθος είναι ο αμαρτωλός τελώνης. Ο Χριστός βλέπει όμως τη δυνατότητα της αλλαγής και, όταν αυτή εκδηλώνεται, λέγει: «καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν» (Λουκ. 19,9). Το ίδιο συμβαίνει και με τη Σαμαρείτιδα. Πίσω από την απορία της —«πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ᾽ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς γυναικὸς Σαμαρείτιδος οὔσης;» (Ἰω. 4,9)— υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος κοινωνικών και θρησκευτικών διαχωρισμών. Ο Χριστός γνωρίζει τη ζωή της και της μιλά με αλήθεια, χωρίς όμως να την ταπεινώνει. Η αλήθεια και η αγάπη δεν λειτουργούν εδώ ανταγωνιστικά.
Αυτό είναι σημαντικό και για μια άλλη πλευρά του σύγχρονου προβληματισμού. Ο σεβασμός προς το πρόσωπο δεν σημαίνει ότι κάθε επιλογή του ανθρώπου γίνεται αυτομάτως και μέτρο της αλήθειας. Υπάρχει ο κίνδυνος, στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε την ελευθερία μας, να ταυτίσουμε τόσο πολύ τον εαυτό μας με τις επιλογές μας, ώστε οποιαδήποτε πρόσκληση σε αλλαγή να βιώνεται ως απόρριψη του ίδιου μας του προσώπου.
Το Ευαγγέλιο κινείται διαφορετικά. Ο άνθρωπος έχει ανεκτίμητη αξία όχι επειδή όλες οι επιλογές του είναι ορθές, αλλά επειδή είναι πρόσωπο αγαπημένο από τον Θεό. Και ακριβώς επειδή ο Θεός τον αγαπά, δεν τον αφήνει κλεισμένο ούτε στις επιλγές ούτε στις πτώσεις του. Τον καλεί διαρκώς σε μια ελευθερία μεγαλύτερη από αυτές.
Γι’ αυτό και η μετάνοια στην Εκκλησία δεν είναι ακύρωση του ανθρώπου. Είναι η δυντότητα να μη θεωρήσει ποτέ ότι «είμαι αυτό και δεν μπορώ να γίνω τίποτε άλλο». Είναι άνοιγμα προς τον Χριστό και προς μια ζωή που δεν εξαντλείται στην αυτοεπιβεβαίωση.
Αυτό αφορά και τη δική μας εκκλησιαστική ζωή. Μπορούμε εύκολα να σχηματίσουμε μια έτοιμη εικόνα του «καλού χριστιανού», του «δικού μας» και, απέναντί του, εκείνου που θεωρούμε μακρινό ή διαφορετικό. Ο Φαρισαίος της παραβολής αποκαλύπτει αυτή την παγίδα: «οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων» (Λουκ. 18,11). Το «δεν είμαι σαν τους άλλους» μπορεί να γίνει κοινωνικό, ιδεολογικό, αλλά και θρησκευτικό στερεότυπο.
Στη σημερινή κοινωνία το ζήτημα γίνεται εντονότερο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διευκολύνουν την άμεση κρίση. Μια εικόνα, μια φράση ή μια παλαιότερη πράξη μπορούν να γίνουν μόνιμος χαρακτηρισμός. Το κοινωνικό «στίγμα», όπως το ανέλυσε ο Erving Goffman, αποκτά σήμερα νέους και ταχύτερους τρόπους διαδόσεως.
Υπάρχει όμως και μια αντίφαση που αξίζει να μας προβληματίζει. Την ώρα που δικαίως απομακρυνόμαστε από στερεότυπα του παρελθόντος, δεν αντιλαμβανόμαστε πάντοτε εκείνα που δημιουργεί η δική μας εποχή. Και κάποτε η απόλυτη επιβεβαίωση της ατομικής επιλογής μπορεί να γίνει ένα νέο στερεότυπο: ότι για να σεβαστώ τον άλλον πρέπει αναγκαστικά να συμφωνήσω με κάθε επιλογή του.
Μήπως λοιπόν , στην εύλογη προσπάθειά μας να απαλλαγούμε από στερεότυπα και προκαταλήψεις, κινδυνεύουμε κάποτε να περάσουμε στο άλλο άκρο; Να θεωρήσουμε δηλαδή ως ςτερεότυπο κάθε όριο, κάθε κοινό μέτρο και κάθε ηθική αναφορά που μια κοινωνία ή μια παράδοση παρέλαβε και διαμόρφωσε μέσα στον χρόνο;
Το ερώτημα δεν τίθεται για να υπερασπιστεί παλαιές προκαταλήψεις ούτε για να περιορίσει την ελευθερία του ανθρώπου. Τίθεται γιατί η ελευθερία χρειάζεται και προσανατολισμό. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η δικαιολογημένη αποδέσμευση από κοινωνικές ετικέτες να οδηγήσει στην αντίληψη ότι κάθε προσωπική επιλογή, μόνο και μόνο επειδή είναι προσωπική, βρίσκεται πέρα από κάθε δυνατότητα κρίσεως ή αναθεωρήσεως.
Το Ευαγγέλιο αποφεύγει και τα δύο άκρα. Ο Χριστός δεν εγκλωβίζει τον άνθρωπο στο παρελθόν και στην πτώση του, αλλά ούτε τον αφήνει απλώς εκεί όπου τον συναντά. Τον πλησιάζει, τον αγαπά και συγχρόνως τον καλεί σε αλλαγή. Η αποδοχή του προσώπου δεν σημαίνει αναγκαστικά επιβεβαίωση κάθε επιλογής του· όπως και η διαφωνία με μια επιλογή δεν δικαιολογεί ποτέ την απαξίωση του προσώπου.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι μια κοινωνία χωρίς όρια, αλλά μια κοινωνία στην οποία τα όρια δεν μετατρέπονται σε λίθους εναντίον των ανθρώπων. Και για τη χριστιανική ζωή, το μέτρο δεν μπορεί να είναι ούτε το στερεότυπο ούτε η εκάστοτε κοινωνική τάση. Παραμένει το πρόσωπο του Χριστού.
Η ευαγγελική στάση είναι περισσότερο απαιτητική. Μας καλεί να αγαπούμε τον άνθρωπο χωρίς να τον κατακρίνουμε, αλλά και να αφήνουμε τον Χριστό να κρίνει και να μεταμορφώνει πρώτα τη δική μας ζωή. «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε» (Ματθ. 7,1).
Η Εκκλησία, δηλαδή ο ίδιος ο Κύριος μας, δεν κατασκευάζει νέες κατηγορίες ανθρώπων. Αυτό που κάνει είναι να διατηρεί ανοιχτή την πρόσκληση της μετανοίας για όλους μας. Για εκείνον που βρίσκεται μακριά, αλλά εξίσου και για εκείνον που θεωρεί ότι βρίσκεται ήδη κοντά.
Ίσως τελικά αυτό είναι το δυσκολότερο: να μην εγκλωβίζουμε τον άλλον στα στερεότυπά μας, αλλά ούτε τον εαυτό μας στις επιλογές μας.Να αφήνουμε χώρο για αλλαγή. Γιατί ο Χριστός δεν συναντά τον άνθρωπο μόνο όπως είναι. Τον καλεί και προς αυτό που μπορεί να γίνει κοντά Του.
~•~•~•~•~•~•~•~•~•~•~•~•
Βιβλιογραφία
Ματθ. 7,1· Λουκ. 18,9–14· 19,1–10· Ἰω. 4,1–42· Γαλ. 3,28.
Allport, Gordon W., The Nature of Prejudice, Addison-Wesley, Cambridge, Mass., 1954.
Becker, Howard S., Outsiders: Studies in the Sociology of Deviance, Free Press of Glencoe, New York, 1963.
Goffman, Erving, Stigma: Notes on the Management of Spoiled Identity, Prentice-Hall, Englewood Cliffs, N.J., 1963.
Lippmann, Walter, Public Opinion, Harcourt, Brace and Company, New York, 1922.
Tajfel, Henri (ed.), Differentiation Between Social Groups: Studies in the Social Psychology of Intergroup Relations, Academic Press, London, 1978.
Tajfel, Henri – Turner, John C., «An Integrative Theory of Intergroup Conflict», στο William G. Austin – Stephen Worchel (eds.), The Social Psychology of Intergroup Relations, Brooks/Cole, Monterey, California, 1979, σσ. 33–47.
