SKIATHOS Ο καιρός σήμερα

«Και πού θα πάνε μωρέ τα λιγούρια; Εδώ θα ξανάρθουν» | Μία φράση που λέει πολλά περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε | Του Νικολάου Σαρούκου (*)

2026-09-15 10:29:37
«Και πού θα πάνε μωρέ τα λιγούρια; Εδώ θα ξανάρθουν» | Μία φράση που λέει πολλά περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε | Του Νικολάου Σαρούκου (*)

 

«Και πού θα πάνε μωρέ τα λιγούρια; Εδώ θα ξανάρθουν».

Δεν πίστευα, είναι η αλήθεια, ότι θα άκουγα αυτή τη φράση από το στόμα ενός νέου ανθρώπου, επιχειρηματία του τουρισμού, στη Σκιάθο του 2026. Κι όμως, την άκουσα πριν από λίγες ημέρες.

Ο άνθρωπος στον οποίο απευθυνόμουν είναι ούτε σαράντα ετών. Διατηρεί μονάδα ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων – δωματίων και, στο πλαίσιο ενός στοιχειώδους ποιοτικού ελέγχου της επιχείρησής του, του επισήμανα ορισμένες ελλείψεις. Όχι επενδύσεις εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Όχι ανακαίνιση. Όχι κάτι εξεζητημένο. Μία ντουζιέρα χωρίς κουρτίνα, ένα αντιολισθητικό πατάκι, ένα δεύτερο μαξιλάρι ανά άτομο και η επισκευή ενός φύλλου ντουλαπιού στην κουζίνα. Πράγματα απλά, αυτονόητα, που σχετίζονται με την ασφάλεια, την άνεση και, τελικά, την αξιοπρέπεια του επισκέπτη.

Η απάντηση ήταν αποστομωτική: «Και πού θα πάνε μωρέ τα λιγούρια; Εδώ θα ξανάρθου».

Και κάπου εδώ, πραγματικά, αρχίζει το πρόβλημα.

Όταν ο πελάτης γίνεται «λιγούρι»

Δεν με ενόχλησε μόνο η φράση. Με ενόχλησε η νοοτροπία που κρύβεται πίσω από αυτήν. Γιατί ο επισκέπτης δεν είναι «λιγούρι». Είναι πελάτης. Είναι ο άνθρωπος που πλήρωσε για να μείνει στη συγκεκριμένη μονάδα, που επέλεξε τη Σκιάθο ανάμεσα σε δεκάδες άλλους προορισμούς και που, όταν επιστρέψει στην πατρίδα του, θα μιλήσει για την εμπειρία που έζησε.

Και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η εμπειρία αυτή δεν τελειώνει όταν ο επισκέπτης παραδώσει το κλειδί. Συνεχίζεται στο κινητό του, στην αξιολόγησή του, στη φωτογραφία που θα ανεβάσει, στο σχόλιο που θα γράψει, στη σύσταση που θα κάνει στον φίλο του, στην απόφαση που θα πάρει την επόμενη φορά που θα αναζητήσει προορισμό.

Άραγε, πόσο δύσκολο είναι να αντιληφθούμε ότι κάθε επισκέπτης είναι ένας μικρός πρεσβευτής — ή ένας μικρός δυσφημιστής — του προορισμού;

 

«Αφού θα ξανάρθουν»…

Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο της συγκεκριμένης αντίληψης. Η πεποίθηση ότι «έτσι κι αλλιώς θα ξανάρθουν».

Γιατί; Επειδή η Σκιάθος έχει τις παραλίες της; Επειδή έχει το όνομα που έχει χτίσει εδώ και δεκαετίες; Επειδή διαθέτει ένα ισχυρό τουριστικό brand; Επειδή ο επισκέπτης «αγαπάει το νησί»;

Ας προσέξουμε λίγο. Ο τουρισμός δεν λειτουργεί με συναισθηματική υποχρέωση. Ο επισκέπτης μπορεί να αγαπά τη Σκιάθο και ταυτόχρονα να επιλέξει την επόμενη φορά ένα άλλο κατάλυμα, έναν άλλο προορισμό, μία άλλη χώρα. Και μπορεί να μη φύγει ποτέ από το νησί επειδή δεν είχε κουρτίνα στη ντουζιέρα. Μπορεί, όμως, να φύγει με την αίσθηση ότι «πλήρωσα περισσότερα από αυτά που μου προσφέρθηκαν».

Και αυτή η αίσθηση είναι που μένει.

 

Το πρόβλημα δεν είναι το ντουλάπι

Ας μην παρεξηγηθούμε. Το ζήτημα δεν είναι το φύλλο του ντουλαπιού. Ούτε το μαξιλάρι. Ούτε το πατάκι της ντουζιέρας. Το ζήτημα είναι η αντίληψη.

Η αντίληψη ότι, αφού υπάρχει ζήτηση, δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε περισσότερο. Ότι, αφού το δωμάτιο θα πουληθεί, δεν έχει σημασία αν θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Ότι, αφού ο επισκέπτης ήρθε μία φορά, θα ξανάρθει ούτως ή άλλως.

Αυτή ακριβώς η λογική είναι που, αν επικρατήσει, μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική. Γιατί ο ανταγωνισμός δεν περιμένει. Και κυρίως, ο σημερινός ταξιδιώτης δεν είναι ο ταξιδιώτης προηγούμενων δεκαετιών. Είναι πολύ πιο ενημερωμένος, πολύ πιο απαιτητικός και πολύ πιο γρήγορος στο να μοιραστεί δημόσια την εμπειρία του.

 

Δεν δυσφημείς μόνο την επιχείρησή σου

Και εδώ βρίσκεται μία ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη. Όταν ένας επιχειρηματίας προσφέρει ένα προϊόν κατώτερο των προσδοκιών, δεν πλήττει αποκλειστικά τη δική του επιχείρηση. Πλήττει και τους υπόλοιπους.

Γιατί ο επισκέπτης δεν αντιλαμβάνεται πάντα τη Σκιάθο ως άθροισμα μεμονωμένων επιχειρήσεων. Αντιλαμβάνεται ένα συνολικό προϊόν.

«Πώς ήταν η Σκιάθος;»

Αυτή είναι η ερώτηση που θα κάνει κάποιος όταν επιστρέψει από το ταξίδι του. Και η απάντηση δεν θα είναι: «Η συγκεκριμένη μονάδα είχε ένα πρόβλημα στο ντουλάπι της κουζίνας». Θα είναι: «Πήγα στη Σκιάθο και…».

Αυτό το «και» είναι που πρέπει να μας απασχολεί όλους.

Γιατί μέσα σε αυτό μπορεί να κρύβεται είτε μία εξαιρετική εμπειρία είτε μία απογοήτευση.

Η Σκιάθος δεν είναι ανεξάντλητη

Έχουμε γράψει πολλές φορές για την ανάγκη η Σκιάθος να προστατεύσει το τουριστικό της προϊόν. Για τις υποδομές, την καθαριότητα, την κυκλοφορία, την ύδρευση, την αποχέτευση, τη διαχείριση της αυξημένης τουριστικής πίεσης.

Όμως υπάρχει και μία άλλη πλευρά.

Η ποιότητα δεν είναι μόνο θέμα Δήμου, Περιφέρειας ή κράτους. Είναι και θέμα επιχειρηματικής κουλτούρας. Δεν μπορεί να ζητάμε καλύτερες υποδομές, περισσότερη προβολή, περισσότερες συνδέσεις, περισσότερους επισκέπτες και ταυτόχρονα κάποιοι να αντιμετωπίζουν τον πελάτη με τη λογική «πού θα πάει;».

Πού θα πάει; Παντού.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται η απάντηση.

Θα πάει εκεί όπου θα αισθανθεί ότι τα χρήματα που πλήρωσε αντιστοιχούν στην εμπειρία που έλαβε.

Το «θα ξανάρθει» δεν είναι στρατηγική

Η Σκιάθος έχει τεράστιο πλεονέκτημα. Έχει αναγνωρισιμότητα, φυσικό πλούτο, συνδεσιμότητα, εξαιρετικές επιχειρήσεις και ανθρώπους που επί δεκαετίες δουλεύουν σκληρά για να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν έναν ισχυρό προορισμό.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν έχουμε την πολυτέλεια να θεωρούμε τίποτα δεδομένο. Ούτε τον επισκέπτη. Ούτε τη φήμη μας. Ούτε την επόμενη σεζόν. Και σίγουρα όχι την ανοχή του πελάτη.

Η φράση «εδώ θα ξανάρθουν» μπορεί να ακούγεται ως έξυπνη ατάκα της στιγμής. Δεν είναι. Είναι μία ολόκληρη επιχειρηματική φιλοσοφία συμπυκνωμένη σε έξι λέξεις. Και αν αυτή η φιλοσοφία αρχίσει να γίνεται κυρίαρχη, τότε δεν έχουμε απλώς ένα πρόβλημα με μερικά μαξιλάρια, μερικές κουρτίνες ή μερικά χαλασμένα ντουλάπια.

Έχουμε πρόβλημα με το ίδιο το τουριστικό μας προϊόν.

Γιατί οι επισκέπτες μπορεί πράγματι να ξανάρθουν. Αλλά όχι επειδή τους θεωρούμε δεδομένους. Θα ξανάρθουν επειδή τους κάναμε να θέλουν να ξανάρθουν.

Και αυτή είναι μία τεράστια διαφορά. Γιατί τελικά, το ερώτημα δεν είναι «πού θα πάνε τα λιγούρια;».

Το ερώτημα είναι:

Εμείς (και ως Σκιάθος) τι τους δίνουμε για να θέλουν να ξανάρθουν;

 

(*) Νικόλαος Σαρούκος

Προϊστάμενος Ελέγχου, Επιθεωρήσεων και Τουριστικής Ανάπτυξης Θεσσαλίας
Υπουργείο Τουρισμού
Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Θεσσαλίας