SKIATHOS Ο καιρός σήμερα

Εις μνήμην Μιμίκου Χούλη | Γράφει ο π. Παντελεήμων Χουλης

«καὶ ηὐφράνθη ὁ λαὸς ὑπὲρ τοῦ προθυμηθῆναι, ὅτι ἐν καρδίᾳ πλήρει προεθυμήθησαν τῷ Κυρίῳ… » (Α΄ Παραλειπομένων 29, 9) 2026-09-09 06:53:50
Εις μνήμην Μιμίκου Χούλη | Γράφει ο π. Παντελεήμων Χουλης

 

 

 

Περιδιαβαίνοντας τους παλαιούς ναούς και τα εξωκλήσια της Σκιάθου, συναντούμε συχνά ονόματα ανθρώπων που συνδέθηκαν με την ιστορία τους. Κτήτορες, δωρητές και αφιερωτές, γνωστοί κάποτε στη τοπικη κοινωνία και λησμονημένοι σήμερα οι περισσότεροι, άφησαν πίσω τους εικόνες, ιερά σκεύη, αγιογραφίες ή ακόμη συνέβαλαν με την προσωπική τους δαπάνη στην ανέγερση και επισκευή των ναών. Τα ονόματά τους τα βρίσκουμε σε παλαιές επιγραφές, στη βάση μιας εικόνας, σε αφιερώσεις σκευών κλπ. Πολλές φορές δεν γνωρίζουμε πλέον τίποτε περισσότερο γι’ αυτούς. Έμεινε όμως η δωρεά τους και μαζί της μια μικρή μαρτυρία για τη σχέση που είχαν οι παλαιότερες γενιές με την Εκκλησία και τον τόπο τους.

Ανάλογες μαρτυρίες διασώζει και ο Ιερός Ναός Γεννήσεως της Θεοτόκου Σκιάθου. Ανάμεσα στις επώνυμες δωρεές που συνδέονται με την ιστορία και τον εξωραϊσμό του ναού συγκατλέγεται και η αγιογράφηση του Παντοκράτορα Χριστού και των τεσσάρων Ευαγγελιστών το 1936, με δαπάνη του Δημητρίου Χούλη ( 1869 - 1949 ). Αφήνοντας πίσω του τη Παλαιά Φώκαια της Μικράς Ασίας στην ηλικία των 53 ετών, την πατρίδα του , την περιουσία του και τους τάφους των γονέων του, της συζύγου του Χαϊδεμένης, παίρνει τα παιδιά του και φεύγει, για δεύτερη φορά στη ζωή του, πρόσφυγας. Και πάλι η θάλασσα θα τον φέρει στη Σκιάθο, αυτή όμως τη φορά οριστικά όπου και θα εγκατασταθεί μόνιμα, τόπος βέβαια γνώριμος από τα παλιά.

Με πολύ αγώνα και σκληρή δουλειά κατορθώνει, σταδιακά, να αποκτήσει ξανά οικονομική ευχέρεια. Παραμένει πιστό μέλος της Εκκλησίας και εγκαθίσταται με τα παιδιά του στην περιοχή Πλάκες, όπου θα δημιουργήσει το νέο σπιτικό της οικογένειάς του. Ο εκκλησιασμός της Κυριακής ήταν γι’ αυτόν απαραίτητος, το στασίδι του μεταξύ του δεξιού αναλογίου και του Δεσποτικού Θρόνου.  Για τους  ενορίτες της εποχής δεν υπήρχε αμφιβολία· το συγκεκριμένο στασίδι ήταν του καπτάν Μιμίκου Χούλη.

Τηρούσε με σχολαστικότητα τις καθιερωμένες νηστείες της Εκκλησίας, τη Μεγάλη Παρασκευή δεν έπινε ούτε νερό και την περνούσε με απόλυτη σιωπή. Άνθρωπος αυστηρός, σκληρός και στην προσωπική του ζωή και στη διαμόρφωση των χαρακτήρων των παιδιών του. Με τον γάμο του με τη Χαϊδεμένη Κακαβιά είχε αποκτήσει εφτά παιδιά, τρεις κόρες και τέσσερις γιους, τα οποία  διέσωσε και έφερε στη Σκιάθο με τη τράτα.. Η μεγαλύτερη κόρη του Αναστασία στάθηκε στα μικρότερα αδέρφια  της ( Κυριακή, Γεώργιο, Αλέξανδρο, Ευάγγελο, Ελένη , Νικόλαο ) ως μητέρα. Το γιό του, Ευάγγελο τον έχασε σε νεαρή ηλικία το 1927 υπηρετώντας τη στρατιωτική του θητεία στη Λάρισα.

Ως ενορίτης του Ιερού Ναού Γεννήσεως της Θεοτόκου Σκιάθου, ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον εξωραϊσμό του. Όταν πλέον αποκτά και πάλι οικονομική ισχύ , χάρη στην ενασχόλησή του με την αλιεία, προσφέρει σημντικά ποσά στον ναό για την προμήθεια μανουαλιών και άλλων απαραίτητων εκκλησιαστικών σκευών. Κορυφαία, όμως, προσφορά του υπήρξε η δαπάνη για την αγιογράφηση του Παντοκράτορα και των τεσσάρων Ευαγγελιστών.


 

Έτσι στην εικόνα του Παντοκράτορα Χριστού αναγραφεί το δικό του όνομα, ενώ στις μορφές των τεσσάρων Ευαγγελιστών τα ονόματα των τριών γιων του Γεωργίου, Νικολάου, Αλέξανδρου και του γαμπρού του, Νικολάου Καράμπελα /Πλωμαρίτη , συζύγου της κόρης του Κυριακής, αφού ο γιος του Ευάγγελος είχε πεθάνει πριν την αγιογράφηση. Το 2018 συντηρήθηκε όλο το έργο με δαπάνη της εγγονής του Μαρίας Χούλη - Τζούμα το γεγονός Αλεξανδρίδη.

Την ίδια περίοδο, στα τέλη της δεκαετίας του ´30 ανακαινίζει ριζικά ως νέος κτήτορας, το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στο ομώνυμο νησί απέναντι από τα Ελληνικά της Εύβοιας, κατόπιν της θαυμαστής και σωστικής αγιοφάνειας  του Αγίου Νικολάου σε αυτόν όταν κινδύνεψε στην περιοχή αλιεύοντας .

 

Η δωρεά της αγιογράφησης του Παντοκράτορα Χριστού ,παραμένει μέχρι σήμερα στη θέση της και αποτελεί μέρος της ιστορίας του ναού. Το όνομα, όμως, του ανθρώπου που την προσέφερε αλλά και όποιου προσέφερε, μας δίνει την αφορμή να αναζητήσουμε κάτι περισσότερο. Να αναζητήσουμε την πίστη· εκείνο το γνώρισμα που μπορεί να επανακινήσει τον άνθρωπο, να τον βγάλει από το φαινομενικό τέλμα των συνθηκών και να τον κάνει, ακόμη και ύστερα από μια καταστροφή, να ξαναρχίσει.

Οι άνθρωποι εκείνοι γνώρισαν στερήσεις, ξεριζωμούς, πολέμους, απώλειες και ανατροπές που άλλαξαν ολόκληρη τη ζωή τους. Κι όμως, όταν μπόρεσαν πάλι να σταθούν στα πόδια τους, ένα μέρος από τον κόπο και το υστέρημά τους το επέστρεψαν στον Θεό. Άλλος έκτισε, άλλος αγιογράφησε, άλλος πρόσφερε μια εικόνα, ένα καντήλι, ένα ιερό σκεύος. Και μαζί με το αντικείμενο άφησε, πολλές φορές διακριτικά χαραγμένο, το όνομά του.

Αυτά τα ονόματα δεν είναι απλώς υπογραφές δωρητών ούτε υποσημειώσεις στην ιστορία ενός ναού. Είναι πρόσωπα που εξακολουθούν, με έναν τρόπο μυστικό , προσευχητικό , , να συνυπάρχουν μαζί μας.  Εμείς σήμερα προσευχόμαστε κάτω από τις εικόνες που εκείνοι φρόντισαν να ιστορηθούν, ανάβουμε τα καντήλια που εκείνοι κάποτε πρόσφεραν, στεκόμαστε μέσα σε ναούς που κτίστηκαν και στολίστηκαν με τον μόχθο και την πίστη τους. Εκεί βαπτιστήκαμε, εκεί μεγαλώσαμε, εκεί κοινωνούμε, εκεί αποχαιρετούμε τους ανθρώπους μας· εκεί, τελικά, τρεφόμαστε και καλλιεργούμαστε πνευματικά από γενιά σε γενιά.

Γι’ αυτό και η μνήμη των κτητόρων και των δωρητών δεν αποτελεί μόνο μια οφειλή ιστορικής δικαιοσύνης. Είναι χρέος τιμής και ευγνωμοσύνης. Το ετήσιο κτητορικό μνημόσυνο της ενορίας μας, το απόγευμα της κυριωνύμου ημέρας, διασώζει ακριβώς αυτή τη συνείδηση ότι πίσω από την πέτρα, την εικόνα και το καντήλι υπήρξαν άνθρωποι, ονόματα και ζωές που πρόσφεραν κάτι από τον εαυτό τους για να παραδώσουν στους επόμενους έναν τόπο προσευχής. Κάθε φορά, λοιπόν, που ένα ξεχασμένο όνομα βγαίνει ξανά στο φως, δεν αποκαθιστούμε απλώς μια λεπτομέρεια του παρελθόντος. Μνημονεύουμε εκείνους που δεν γνωρίσαμε ,που πέρασαν, αλλά άφησαν κάτι πίσω τους για ανθρώπους που δεν θα γνώριζαν ποτέ. Και ίσως αυτή να είναι η πιο αθόρυβη μορφή συνέχειας: εκείνοι πρόσφεραν χωρίς να μας γνωρίζουν κι εμείς σήμερα προσευχόμαστε μέσα σε ό,τι η πίστη τους μας διέσωσε. 

Ο παππούς έφυγε από τη ζωή αυτή στις 13 Σεπτεμβρίου το 1949 σε ηλικία 80 ετών και κηδεύτηκε ανήμερα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.