SKIATHOS Ο καιρός σήμερα

Το άλυτο αίνιγμα του Ιβάν Ρεμπρόφ, του βαρύτονου που αγάπησε τη Σκόπελο

2026-09-03 16:49:35
Το άλυτο αίνιγμα του Ιβάν Ρεμπρόφ, του βαρύτονου που αγάπησε τη Σκόπελο

 

Έζησε ανάμεσα στον μύθο και στην πραγματικότητα, λατρεύτηκε σε όλο τον κόσμο, πούλησε δέκα εκατομμύρια δίσκους και, πριν από ακριβώς μισό αιώνα, κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ με ελληνικά τραγούδια. Γιατί, όμως, ξεχάστηκε αυτός ο εκκεντρικός βαρύτονος με τη θεία φωνή, ο οποίος ανάμεσα στις χιλιάδες συναυλίες του ξεκουραζόταν στη Σκόπελο και η τέφρα του σκορπίστηκε στα νερά του Αιγαίου;

 
 
 

«Είμαι της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας», τον ακούω να λέει με τα απλά γαλλικά του με τη γερμανική προφορά σε μια εκπομπή-ντοκιμαντέρ αφιερωμένη σε εκείνον, που προβλήθηκε στη δημόσια γαλλική τηλεόραση το 1974. Την εντόπισα στο INA, το αρχείο του γαλλικού Εθνικού Ινστιτούτου Οπτικοακουστικών Μέσων (Institut National de l’Audiovisuel). Πρόκειται για παραγωγή κινηματογραφικών προδιαγραφών, με πολυήμερα γυρίσματα στο κάστρο Βάιλσταϊν. Σε αυτή τη μεσαιωνική έπαυλη με την εξτραβαγκάντ διακόσμηση –χαμένη κάπου στην οροσειρά Τάουνους, βορειοδυτικά της Φρανκφούρτης– ζούσε τότε ο Ιβάν Ρεμπρόφ. Σε κάποια τζενέρικ πλάνα του ντοκιμαντέρ ακούμε μόνο τις απόκοσμες φωνές των πανέμορφων αλμπίνων παγωνιών του. Σε άλλα, ο Ρεμπρόφ ταΐζει με λευκά σκουλήκια έναν μικροσκοπικό –σαν σπουργιτάκι– ασπρόμαυρο αετό που κάθεται στο μπράτσο του. Υπήρξε απόλυτα φιλόζωος. Ανάμεσα στα κατοικίδια που του κρατούσαν συντροφιά περιλαμβάνονταν ένα βασιλικό φίδι με γκρι και κόκκινες ρίγες ονόματι Κλεοπάτρα και μία σκυλίτσα που περιμάζεψε από ένα ταξίδι του στην Ελλάδα και τη βάφτισε Λιζέτ.

Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα

Ο Ρεμπρόφ δεν αγαπούσε μόνο τα ζώα· απολάμβανε, επίσης, τον οίνο, το ωραίο φαγητό, τη θάλασσα και, όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ, τους όμορφους άνδρες. Ήταν ο ιδεότυπος του μπον βιβέρ. Σε ένα άλλο σημείο του ντοκιμαντέρ, η κάμερα εστιάζει στο πιρούνι του, στο οποίο έχει καρφωμένο ένα κομμάτι ζαμπόν κι ένα κομμάτι τυρί, την ώρα που παίρνει το πλούσιο πρωινό του στο κρεβάτι του, το οποίο έχει σχήμα βάρκας. «Προτιμώ να ζήσω με καλό κρασί και να πεθάνω στα εβδομήντα μου, παρά να φτάσω έως τα ενενήντα με νερό και ψωμί». Έτσι κι έγινε. Η καρδιά του τον πρόδωσε στα εβδομήντα έξι του χρόνια, στις 27 Φεβρουαρίου του 2008. Έκτοτε, ο κόσμος μοιάζει να τον ξέχασε, η Ιστορία σχεδόν να τον διέγραψε από τις σελίδες της. Και αυτό παρά το ότι κάποτε στα κονσέρτα του, όπου τραγουδούσε όλο φαλσέτα σε ένα εύρος από τέσσερις και μισή οκτάβες, επικρατούσε το αδιαχώρητο, έχοντας πουλήσει συνολικά στην καριέρα του δέκα εκατομμύρια δίσκους. Στις μέρες μας, δεν γίνονται ρετροσπεκτίβες για εκείνον, ούτε διεθνώς ούτε στην Ελλάδα που τόσο αγάπησε, ενώ ο βίος και η πολιτεία του παραμένουν ένας γρίφος.

Προσωπικά, δεν είχα ακούσει ποτέ το όνομά του μέχρι πριν από δεκαπέντε χρόνια, όταν αναζητώντας στο YouTube διάφορες εκδοχές του τραγουδιού Hava nagila, έπεσα πάνω σε μια δική του. Η φωνή του με συγκλόνισε, άρχισα να ψάχνω και άλλες ηχογραφήσεις του, χωρίς να γνωρίζω τη σχέση που είχε με την Ελλάδα. Φέτος, δε, με αφορμή τη συμπλήρωση μισού αιώνα από την κυκλοφορία του άλμπουμ του Komm mit nach Hellas (Έλα μαζί μου στην Ελλάδα), σκέφτηκα να ψάξω και να γράψω γι’ αυτόν, παρότι ο συγκεκριμένος δίσκος δεν άφησε εποχή. Ενδεικτικά, από τα τραγούδια του συγκεκριμένου άλμπουμ που έχουν ανεβεί στο YouTube, τo Als der mond am abendhimmel stand, διασκευή του Το φεγγάρι είναι κόκκινο, έχει μόνο 1.600 views. 

Το ρεπορτάζ κράτησε περίπου δύο μήνες και κινδύνεψε πολλές φορές να… πέσει σε ξέρες. Το πρώτο πράγμα που με παραξένεψε, δεδομένης της σύνδεσης του Ρεμπρόφ με τη χώρα μας, ήταν το ότι στη Βικιπαίδεια το λήμμα «Ivan Rebroff», που είναι διαθέσιμο σε τριάντα γλώσσες, δεν υπάρχει στα ελληνικά. Γενικότερα, οι «ελληνικές αναφορές» στο πρόσωπό του σπανίζουν. Στο διαδίκτυο, σε διάφορα άρθρα για το ιστορικό καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» της οδού Μητροπόλεως, αναφέρεται ανάμεσα στους επιφανείς θαμώνες του. Αλλού παρουσιάζεται ως ερμηνευτής της Κατιούσας. Έπειτα, υπάρχουν σκόρπιες αναφορές σε διάφορα μπλογκ, fora και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και αγγελίες για βινύλιά του από δεύτερο χέρι με πωλητές από την Ελλάδα. 

Το άλυτο αίνιγμα του Ιβάν Ρεμπρόφ, του βαρύτονου που αγάπησε τη Σκόπελο-1
Ο Ιβάν Ρεμπρόφ αγαπούσε το φαγητό και το καλό κρασί. Εδώ, ποζάρει σε ταβέρνα στη Σκόπελο, στα μέσα της δεκαετίας του 1970. (Φωτογραφία: Helmut Reiss/GETTY IMAGES/IDEAL IMAGE)

Στο ψηφιοποιημένο αρχείο της Καθημερινής υπάρχει μόνο μία καταχώριση με το όνομά του, στο φύλλο που κυκλοφόρησε στις 22 Δεκεμβρίου του 1974, με πρώτο θέμα το άνοιγμα φιλίας και συνεργασίας προς τα Βαλκάνια που επιχειρούσε τότε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Στη σελίδα 7, όπου είναι τυπωμένο το τηλεοπτικό πρόγραμμα, αναφέρεται ότι στις 20.35 της 24ης Δεκεμβρίου –ακριβώς πέντε μήνες μετά την πτώση της δικτατορίας– στο εθνικό κανάλι θα προβληθεί το πρόγραμμα Ο Ιβάν Ρεμπρώφ [sic] τραγουδά τα Χριστούγεννα. Πώς φτάσαμε, εκεί που κάναμε παραμονή Χριστουγέννων με τη φωνή του, να τον έχουμε σήμερα ξεχάσει εντελώς;

Γερμανός, Ρώσος, Έλληνας

Επιστρέφω στο ντοκιμαντέρ του 1974. Ο δημοσιογράφος τον ρωτάει αν το «Ιβάν Ρεμπρόφ» είναι το πραγματικό του όνομα. Εκείνος απαντά θετικά. Ο δημοσιογράφος επιμένει: «Ένα πουλάκι μού είπε ότι έχετε πολλή φαντασία και ότι έχετε ένα άλλο όνομα». Ο Ρεμπρόφ μοιάζει για μια στιγμή να τα χάνει. Αμέσως μετά εξηγεί ότι, επειδή η γιαγιά του από την πλευρά του πατέρα του ήταν Εβραία, άλλαξαν κάποια στιγμή το οικογενειακό τους επώνυμο για λόγους ασφαλείας. Τη γερμανική υπηκοότητα, λέει, την πήρε το 1952, όταν έβγαλε το πρώτο του διαβατήριο, και πως από το 1969 είναι, βάσει διαβατηρίου, Πορτογάλος. Στη συνέχεια στρίβει διά του αρραβώνος, δηλαδή το ρίχνει στη φιλοσοφία. Εξομολογείται πως είναι κατά κάποιον τρόπο «σωκρατικός», καθώς πιστεύει ότι δεν μπορεί να βρει κανείς την αλήθεια (για την εθνική του καταγωγή) και ότι δεν του αρέσουν οι εθνικότητες. «Το να είσαι Ρώσος δεν είναι ζήτημα αίματος, είναι ζήτημα feeling», καταλήγει. Όσον αφορά την οικογένειά του, λέει ότι δεν γνωρίζει πόσα αδέλφια έχει –μάλλον τέσσερα ή πέντε ακόμη– και πως μεγάλωσε μόνο με τη μητέρα του σε διάφορα μέρη: «Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα, σαν Τσιγγάνος». 

Σε άλλες συνεντεύξεις περιγράφει τον εαυτό του ως «πολίτη του κόσμου». Ψάχνοντας στο αρχείο του INA, βρίσκω μια εκπομπή του προγράμματος Matin bonheur του France 2 –του σημαντικότερου τηλεοπτικού σταθμού της δημόσιας γαλλικής τηλεόρασης– η οποία προβλήθηκε στις 10 Μαρτίου του 1994, ανήμερα της κηδείας της Μελίνας Μερκούρη. Αφού ο Ρεμπρόφ σχολιάζει για εκείνη ότι «κάπνιζε σαν φουγάρο μέχρι την τελευταία στιγμή. Το κάπνισμα είναι θανατηφόρο. Καπνίζω κι εγώ κάποιες στιγμές, όταν είμαι με φίλους και πίνουμε βότκα», θα πει: «Είμαι Έλληνας. Ζω στην Ελλάδα εδώ και τριάντα χρόνια, έχω ένα σπίτι εκεί. […] Τώρα έχω πατρίδα». Μετά θα το αναιρέσει: «Μου αρέσει να ταξιδεύω, γι’ αυτό μπορώ να πω ότι η πατρίδα μου βρίσκεται μέσα σε ένα Boeing 747».

Πλέον, θεωρείται βέβαιο ότι το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ήταν Χανς Ρολφ Ρίπερτ και γεννήθηκε στο Βερολίνο στις 31 Ιουλίου του 1931 από Γερμανούς γονείς, παρότι η μητέρα του είχε γεννηθεί στη σημερινή Πολωνία. Επίσης, είχε μόνο έναν αδελφό. Κάποια στιγμή στη ζωή του, μάλλον από έναν συνδυασμό προσωπικών και καλλιτεχνικών λόγων, άρχισε να πλάθει έναν εθνοπαράξενο μύθο γύρω από την καταγωγή του, τον οποίο υποστήριξε τραγουδώντας (και) ρωσικό ρεπερτόριο. Παρότι τα ρωσικά τα μιλούσε σπαστά, κάποιοι μέχρι σήμερα τον αποκαλούν «Ρώσο Παβαρότι». Γενειοφόρος, με ύψος κοντά στα δύο μέτρα, γλυκομίλητος και χαμογελαστός, εμφανιζόταν στη σκηνή και στα τηλεοπτικά πλατό με «κοστούμια Κοζάκου», που περιλάμβαναν γούνινο καπέλο, βιζόν, ρούχα με φολκλόρ διακοσμητικά μοτίβα, χρυσούς σταυρούς «μητροπολίτη» και μπότες ιππασίας. Οι σταυροί δεν ήταν κοσμήματα δίχως νόημα – ο Ρεμπρόφ υπήρξε πιστός χριστιανός, κατά δήλωσή του ορθόδοξος.

Τοποθετώντας τα πράγματα εντός του πλαισίου με το οποίο λειτουργεί η παγκόσμια βιομηχανία της ψυχαγωγίας, ο Ρεμπρόφ δεν πρωτοτύπησε ως «ψευδο-Ρώσος για δυτική κατανάλωση», κατασκευάζοντας δηλαδή ως αληθινή μια χωρίς έρεισμα περσόνα «σοβιετικού εξωτισμού». Κάτι ανάλογο είχε κάνει πριν από εκείνον, τη δεκαετία του 1950, η  Ίμα Σουμάκ, που παρίστανε με το ίματζ και το ρεπερτόριό της την «τελευταία πριγκίπισσα των  Ίνκας», παρότι ήταν αστή από το Περού.

Στη λεωφόρο της δόξας

Η «επίσημη βιογραφία» του θέλει τον νεαρό Ρεμπρόφ να υπήρξε ταλέντο των ωδείων, της όπερας και των χορωδιών – γνωρίζουμε ότι κέρδισε μια υποτροφία του Ιδρύματος Φουλμπράιτ και αρκετούς διαγωνισμούς τραγουδιού. Παρ’ όλα αυτά, πέρασαν πολλά χρόνια για να αναγνωριστεί το ταλέντο του από το ευρύτερο κοινό. Διάσημος έγινε στα τριάντα επτά του χρόνια, το 1968: έχοντας μεταβεί εκείνη τη χρονιά, μετά από διάφορες περιπλανήσεις, στο Παρίσι, ξεκίνησε να ερμηνεύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο μιούζικαλ Ο βιολιστής στη στέγη, που ανέβηκε στο περίφημο Théâtre Marigny της λεωφόρου των Ηλυσίων Πεδίων.

Η άμεση, τεράστια επιτυχία της παράστασης –παιζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα επί σχεδόν δύο χρόνια– τον έκανε σταρ, με την ξεχωριστή σκηνική παρουσία του να συνεπαίρνει τους Παριζιάνους. Τη χρονιά που έγινε η πρεμιέρα του Βιολιστή στη στέγη, κυκλοφόρησε και ο πρώτος του δίσκος για τη γαλλική αγορά, με τον τίτλο Chants folkloriques de la Vieille Russie (Παραδοσιακά τραγούδια της Παλιάς Ρωσίας). Τον, δε, Δεκέμβριο του 1968, η διασκευή του στο Les temps des fleurs, που είχε κάνει επιτυχία λίγο νωρίτερα η Νταλιντά, έφτασε στην πρώτη θέση του γαλλικού hit parade.

Έχοντας υιοθετήσει ήδη «στιλ Κοζάκου», έγινε ανάρπαστος στη γαλλική τηλεόραση πριν γίνει καν γνωστός στη γενέτειρά του, όπου αργότερα τρεις δίσκοι του θα γίνονταν χρυσοί. Παρ’ όλα αυτά, αντιμετωπιζόταν περισσότερο σαν «εξωτικό φρούτο», παρά ως «πρώτης γραμμής» καλλιτέχνης. Είκοσι χρόνια αργότερα, όπως με πληροφορεί μουσικόφιλος Γάλλος –μόνιμος κάτοικος Παγκρατίου την τελευταία δεκαετία– ο οποίος έχει αναμνήσεις από εμφανίσεις του Ρεμπρόφ στη γαλλική τηλεόραση κατά τη δεκαετία του 1980, είχε ξεπέσει σε μια «κάπως αστεία, παρακμιακή φιγούρα», πριν αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως «ζωντανός θρύλος». Τα λεγόμενα του τελευταίου επιβεβαιώνονται από μια αναφορά της Γαλλίδας συγγραφέως Ελιζαμπέτ Μπαριγιέ, ρωσικής καταγωγής από την πλευρά της μητέρας της, στο βιβλίο της Une légende russe (εκδ. Éditions Grasset & Fasquelle, 2012). Σε ένα σημείο γράφει ότι γελούσαν με σαρκασμό μαζί του και με τον τρόπο που παρίστανε τον Ρώσο, ο οποίος «θα εκνεύριζε ακόμη και νεκρό». 

Σε όλο τον κόσμο οι δίσκοι του, στους οποίους περιλάμβανε τραγούδια διαφόρων ειδών, σε αρκετές γλώσσες –όπως έκαναν και άλλοι Ευρωπαίοι καλλιτέχνες της εποχής του, με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Νάνας Μούσχουρη–, έγιναν σαράντα εννέα φορές χρυσοί και ένας τους διπλά πλατινένιος. Από την αρχή, δε, της δισκογραφικής πορείας του, τα άλμπουμ του (επανα)κυκλοφορούσαν, συχνά με τη μορφή «best of». Στο YouTube, το πιο επιτυχημένο του βίντεο είναι μια ζωντανή εκτέλεση του Τραγουδιού του Βόλγα, από την οπερέτα Τσάρεβιτς. Στο Spotify, τον Ιούλιο είχε πενήντα εννέα χιλιάδες μηνιαίους ακροατές. 

Ο «άπιαστος Ρεμπρόφ»

Συνεχίζοντας να αναζητώ «την αλήθεια για τον Ιβάν Ρεμπρόφ και τη σχέση του με την Ελλάδα», αυτή τη φορά στις φωτογραφίες του πρακτορείου Getty, βρέθηκα αντιμέτωπος με την εικόνα μιας μαυροντυμένης γυναίκας ονόματι Ίρμγκαρντ Βέμπερ εν πλω στα ανοιχτά της Σκοπέλου, πάνω σε ένα ιστιοφόρο με το όνομα «Αργώ». Η Βέμπερ υπήρξε επί σειρά πολλών ετών η πιστή μάνατζερ του Ρεμπρόφ, άγνωστο από πότε. Τα, δε, καρέ που παρατηρώ εξονυχιστικά, προσπαθώντας να βρω απαντήσεις, τραβήχτηκαν μερικές εβδομάδες μετά τον θάνατό του.

Κάποιοι στη Γαλλία γελούσαν με σαρκασμό μαζί του και με τον τρόπο που παρίστανε τον Ρώσο, ο οποίος «θα εκνεύριζε ακόμη και νεκρό».

Ο καιρός σε αυτά είναι ανοιξιάτικος. Ο ήλιος βάφει χρυσή τη θάλασσα και η Βέμπερ κρατάει στα χέρια της μια τεφροδόχο διακοσμημένη με μαιάνδρους, για να σκορπίσει, σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία του Ρεμπρόφ, τη στάχτη του στο Αιγαίο, μαζί με κλαδιά από ολάνθιστες βουκαμβίλιες. Συνοδεύεται από μάλλον λίγους ανθρώπους, διαφόρων ηλικιών. Αργότερα, όταν αρχίζω να στέλνω emails και να τηλεφωνώ «συστημένα» σε Σκοπελίτες που πιθανώς θα μπορούσαν να μου δώσουν στοιχεία για το ρεπορτάζ που ετοιμάζω για τον «τρομερό Ιβάν», θα μάθω ότι στο νησί τη γνώριζαν με το χαϊδευτικό της: ως  Ίρμα. 

Να σημειώσω εδώ ότι το όνομα «Ιβάν Ρεμπρόφ» δεν θύμιζε τίποτα σε πολλούς από τους Σκοπελίτες με τους οποίους επικοινώνησα. Δύο, έπειτα από ένα πρώτο ξάφνιασμα, με ρώτησαν με απορία: «Πού τον θυμηθήκατε τώρα τον Ρεμπρόφ, κύριε Κούστα;». Τέλος, υπήρξαν και κάποιοι που δίστασαν να μου δώσουν περισσότερα στοιχεία για τη ζωή του στο νησί. Δεν τους πίεσα, από τακτική. Μια ελπίδα ότι θα λύσω το «μυστήριο» της ύπαρξης του Ρεμπρόφ γεννήθηκε όταν ένας από τους «συνδέσμους» μου με πληροφόρησε ότι βρήκε κάποιον ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τον γιο της κ. Βέμπερ.

Μου υποσχέθηκε ότι θα του δώσει τις ερωτήσεις που είχα ετοιμάσει για εκείνη και θα επιστρέψει με απαντήσεις μέσα σε δύο μέρες. Πέρασε μία εβδομάδα όταν μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι η κ. Βέμπερ, ενδεχομένως ο μόνος άνθρωπος που γνώριζε τον Ρεμπρόφ σε τέτοιο βάθος, δεν μπορούσε με τίποτα να πειστεί να μου παραχωρήσει συνέντευξη. Έτσι, η αχλύ του θρύλου του Ρεμπρόφ παρέμεινε και σε αυτό το ρεπορτάζ τυλιγμένη στον μύθο της. Η λύση ήταν να καταγράψω το αποτύπωμά του στη μνήμη και στην προφορική ιστορία του νησιού, μέσα από άτυπες, μη δομημένες συνεντεύξεις με τους «πληροφοριοδότες» μου.

Σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία, η στάχτη του σκορπίστηκε στο Αιγαίο, μαζί με κλαδιά από ολάνθιστες βουκαμβίλιες.

Φυσικά, είχα στη διάθεσή μου και το ίντερνετ. Ένα απόσπασμα από κάποιο, νεότερης παραγωγής, γαλλόφωνο ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Ρεμπρόφ που βρήκα στο YouTube, το οποίο πρέπει να γυρίστηκε τη δεκαετία του 1990, δείχνει τον Ρεμπρόφ στη Σκόπελο να διαλέγει αστακούς από το ενυδρείο μιας ταβέρνας, να εύχεται «γεια σου» προτείνοντας ένα ποτήρι ούζο και να προετοιμάζεται για ένα μεγάλο γκαλά που θα έδινε στην Αθήνα. Για το τελευταίο δεν κατάφερα να βρω στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι όντως πραγματοποιήθηκε, όπως και για καμία επίσημη συναυλία του επί ελληνικού εδάφους. 

Η τελευταία μου απορία πήγε, στιγμιαία, να λυθεί όταν στη βάση δεδομένων του Discogs εντόπισα σκαναρισμένο το booklet του άλμπουμ τού Ρεμπρόφ Live In Concert – Recitals 1968-1982, που κυκλοφόρησε το 1991. Σε αυτό αναφέρεται ότι τα δύο τελευταία τραγούδια του ηχογραφήθηκαν στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας, στις 12 Ιουλίου του 1969. Μόνο που το Ολυμπιακό Στάδιο εγκαινιάστηκε το… 1982. Στάθηκε αδύνατο να διασταυρώσω εάν επρόκειτο για λάθος στο μέρος –π.χ., αν αναφέρεται ως Ολυμπιακό Στάδιο το Καλλιμάρμαρο, διότι εκεί πραγματοποιήθηκαν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες– ή στην ημερομηνία.

Ο συγκεκριμένος δίσκος, όπως και ο «ελληνικός» του, δεν είναι διαθέσιμος στο Spotify. Δίστασα να τους παραγγείλω μέσω ίντερνετ από κάποιον μη αξιόπιστο μεταπωλητή και μια Κυριακή πρωί αποφάσισα να κατέβω στο παλαιοδισκοπωλείο του Ζαχαρία, στο Μοναστηράκι, για να τους αναζητήσω. Τζίφος! Βρήκα, όμως, τρία βινύλια του Ρεμπρόφ στο υπόγειο, στην κατηγορία με τις ρωσικές κυκλοφορίες. Αγόρασα τα δύο. Το ένα από αυτά, μάλιστα, το Folklore songs from Old Russia, τυπώθηκε στην Ελλάδα από τη Music Box του Μαρτέν Γκεσάρ, κάτι που δείχνει ότι υπήρξε εμπορικό ενδιαφέρον για τους δίσκους του στη χώρα μας.

Καρτ ποστάλ από τη Σκόπελο

Ο Ρεμπρόφ πρέπει να πρωτοπήγε στη Σκόπελο στα τέλη της δεκαετίας του 1960, εν μέσω δικτατορίας, και να απέκτησε τη βίλα του εκεί στις αρχές των ’70s. Σε ένα πορτρέτο του που δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό Music Journal την 1η Οκτωβρίου του 1971 με αφορμή μια σειρά κονσέρτων του στη Νέα Υόρκη, αναφέρεται ότι μιλάει λίγα ελληνικά, ενώ στη φωτογραφία που το συνοδεύει ποζάρει με τον Ελληνογερμανό συνεργάτη του Κώστα Κορδαλή (1944-2019), ο οποίος λίγο μετά θα γινόταν σταρ στη Γερμανία. Κάποιοι πληροφοριοδότες μου σημείωσαν ότι στην αρχή έμενε σε ένα άλλο σπίτι στο νησί. Στο ντοκιμαντέρ του 1974, ο ίδιος δηλώνει: «Στην Ελλάδα κοιμάμαι συντροφιά με τα πρόβατα, τρώω σκόρδο, κάνω μπάνιο μία φορά κάθε τρεις ή τέσσερις ημέρες».

Το άλυτο αίνιγμα του Ιβάν Ρεμπρόφ, του βαρύτονου που αγάπησε τη Σκόπελο-2
Εν πλω στα ανοιχτά της Σκοπέλου, με άγνωστη, όμορφη παρέα, μποέμ περιβολή και διάθεση για χορευτικό τραγούδι. (Φωτογραφία: Helmut Reiss/GETTY IMAGES/IDEAL IMAGE)

Στη Σκόπελο εκείνης της εποχής, τα «τεχνικολόρ» καρέ που εντόπισα τον απεικονίζουν ντυμένο με την παρδαλή μόδα της εποχής ή με καφτάνια α λα Ντέμης Ρούσσος («από κάτω δεν φορούσε τίποτα», μου σχολίασε μια Σκοπελίτισσα), να κάνει τον γύρο του νησιού πάνω σε γαϊδούρια με τους φίλους του, να κολυμπάει στη θάλασσα ως θιασώτης της Körperkultur (δηλαδή της γερμανικής κουλτούρας του σώματος που δίνει έμφαση στη σχέση του ανθρώπου με τη φύση), να ποζάρει «αναμνηστικά» με ντόπιους, να τραγουδάει σε ταβέρνες θεατρικά μεταμφιεσμένος σε αρχαίο Έλληνα ή σε Διόνυσος.

Το, δε, σπίτι του στο νησί ήταν γνωστό ως «Βίλα Διόνυσος». Πρόκειται για ονομασία αρκετά κοινή, καθώς κατά την αρχαιότητα η Σκόπελος φημιζόταν για τον οίνο της. Υπάρχουν και από τη βίλα του φωτογραφίες και πλάνα στο YouTube. Τα κάγκελα της περίφραξής της ήταν διακοσμημένα με τσαμπιά από σταφύλια βαμμένα χρυσά, ενώ η μορφή του ίδιου του Ρεμπρόφ ως Διονύσου είχε αποτυπωθεί σε μεταλλικά διακοσμητικά στοιχεία της. Ευρισκόμενη σε ένα κατάφυτο τοπίο, πετρόκτιστη, διέθετε μια όμορφη αυλή –γεμάτη ελιές, φοίνικες, πικροδάφνες, βουκαμβίλιες, φραγκοσυκιές, γεράνια, γαϊδουράγκαθα και άλλα φυτά– και μια εξίσου ωραία πισίνα. 

Μία από τις φωτογραφίες έχει τραβηχτεί στις 31 Ιουλίου του 1991, ανήμερα των 60ών γενεθλίων του Ρεμπρόφ. Είναι από την τελετή της αναγόρευσής του σε επίτιμο πολίτη Σκοπέλου από τον τότε δήμαρχο του νησιού Σταμάτη Περίσση, ο οποίος κατέχει και σήμερα το ίδιο αξίωμα. Ένας Σκοπελίτης, που τότε ήταν δέκα ετών, μου αναφέρει ότι ήταν παρών και θυμάται τον Ρεμπρόφ να κλείνει την τελετή με ένα μικρό κονσέρτο. Επίσης, μου διευκρινίζει ότι έγινε στο δημοτικό σχολείο του νησιού, πράγμα που επιβεβαιώνω από ένα σύντομο άρθρο για τον Ρεμπρόφ στο αγγλόγλωσσο μπλογκ Skopelos Arts and Life.

Στα καρέ από τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, ο Ρεμπρόφ απεικονίζεται στη Σκόπελο χαμογελαστός, με τον κλασικό γερμανικό συνδυασμό «λευκή αθλητική κάλτσα με ανατομικά σανδάλια που κλείνουν με στραπ» και φόντο τη θάλασσα του νησιού, αλλά και στη βίλα του. Ο ίδιος μοιάζει σε τρελά κέφια: φτιάχνει κοκτέιλ, ετοιμάζει μπριζόλες για ψήσιμο, κάνει στατικό ποδήλατο, υπογράφει αυτόγραφα. 

Το αποτύπωμα του Ρεμπρόφ

Κάποια στιγμή φτάνω να αναρωτηθώ αν το αποτύπωμα του Ρεμπρόφ ξεθώριασε από τη συλλογική μας μνήμη επειδή, όπως αναφέρεται στη Βικιπαίδεια, ήταν «ιδιωτικά ομοφυλόφιλος». Κάτι που, όμως, δεν είναι ευρέως γνωστό είναι το γεγονός ότι η Σκόπελος για ένα διάστημα, κυρίως τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, υπήρξε αυτό που με έναν όρο avant la lettre θα περιγράφαμε ως «συμπεριληπτικό παράδεισο». Πολλοί Σκοπελίτες μού ανέφεραν ότι δρούσε ως μαγνήτης για γκέι, καλλιτέχνες και μποέμ τύπους, όπως συνέβη με έναν διαφορετικό τρόπο αργότερα στη Μύκονο.

Αρκετοί Σκοπελίτες μού είπαν ότι στην ευρύτερη παρέα του Ρεμπρόφ στο νησί βρισκόταν ο Γερμανός σκηνοθέτης Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, μια κόμισσα και αρκετοί χορευτές του μπαλέτου, όπως και όμορφοι ντόπιοι ή άλλοι άνδρες που βρίσκονταν στη νησί για δουλειά. Όλοι γνώριζαν με ποιον τρόπο ο Ρεμπρόφ συνδεόταν με τους τελευταίους. Παρ’ όλα αυτά, δεν γινόταν στόχος «κραξίματος». Κυκλοφορούσε, ήταν αγαπητός. Μια Σκοπελίτισσα μου είπε ότι δεν ήταν «πολύ εντάξει τύπος» με τους εραστές του, κάτι που δεν επιβεβαίωσαν οι άλλοι. 

Επιστρέφω στο αρχείο του INA. Ενάμιση χρόνο πριν από τον θάνατό του, ο Ρεμπρόφ έκανε μια σειρά από εμφανίσεις σε κανάλια τοπικής εμβέλειας, για την προώθηση μιας μίνι περιοδείας σε εκκλησίες μικρών πόλεων στη γαλλική περιφέρεια. Ο ίδιος παραμένει ευδιάθετος και κομψός. Ως καλλιτέχνης, παρ’ όλα αυτά, μοιάζει να είναι ο ορισμός της «περασμένης δόξας». Σε μία από αυτές τις εκπομπές, ο παρουσιαστής κάνει ένα λογοπαίγνιο, πριν τον συστήσει ως ζωντανό θρύλο: «Θα μπορούσε να είναι τσαρ(ος) ή σταρ», λέει («tsar… ou star», στα γαλλικά). Σε κάποιο σημείο, ο Ρεμπρόφ αναφέρει ένα ανεκδοτολογικό περιστατικό που συνέβη στη διάρκεια μιας σειράς συναυλιών του στην Αυστραλία, κατά πάσα πιθανότητα τη δεκαετία του 1970. Λέει, λοιπόν, πως ερχόταν σε κάθε κονσέρτο του ένας πολύ ντροπαλός νεαρός με μπλε μάτια, ο οποίος κάποια στιγμή τον πλησίασε και τον ρώτησε αν μπορούσε να τον βοηθήσει να κάνει καριέρα στο Χόλιγουντ. Ο Ρεμπρόφ τού απάντησε ότι, δυστυχώς, δεν μπορούσε, καθώς δεν διέθετε σημαντικές επαφές στις ΗΠΑ. Έπειτα από χρόνια, συνειδητοποίησε ότι αυτό το αγόρι ήταν ο Μελ Γκίμπσον. 

Ψέματα και αλήθεια, έτσι είν’ τα παραμύθια… Ο Ρεμπρόφ πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 2008. Το TF1, το μεγαλύτερο ιδιωτικό κανάλι της γαλλικής τηλεόρασης, στο κεντρικό του δελτίο ειδήσεων αφιέρωσε στον θάνατό του μόλις 50 δευτερόλεπτα. Ο Guardian δημοσίευσε τη νεκρολογία του σχεδόν δύο μήνες μετά. Τον γερμανικό Τύπο τον απασχόλησε ο «χαμένος αδελφός» του, που εμφανίστηκε από το πουθενά για να διεκδικήσει την περιουσία του. Φευ! Ο Ρεμπρόφ είχε ήδη συντάξει τη διαθήκη του και, όπως αναφέρει η γερμανική εφημερίδα Hamburger Abendblatt, η περιουσία του πέρασε στην Ίρμγκαρντ Βέμπερ. Το σπίτι του στη Σκόπελο, με πληροφόρησαν κάτοικοι του νησιού, έκτοτε άλλαξε δύο φορές ιδιοκτήτες – μακάρι να είχε γίνει μουσείο! Τι μένει λοιπόν για να τον θυμόμαστε; Όσα τραγούδια του υπάρχουν στο Spotify. Και, πιθανώς –δεν ήμουν ποτέ καλός στη Φυσική– άτομα από τη στάχτη του στο νερό, την ώρα που κολυμπάμε στο Αιγαίο. Το να γνωρίζεις τον Ιβάν Ρεμπρόφ, καταλήγω, ενδεχομένως να είναι «ζήτημα feeling».