SKIATHOS Ο καιρός σήμερα

Ο Ιερός Ναός Γεννήσεως της Θεοτόκου Σκιάθου: μύθοι και αλήθειες | Γράφει ο π. Παντελεήμων Χούλης 

2026-09-01 08:37:39
Ο Ιερός Ναός Γεννήσεως της Θεοτόκου Σκιάθου: μύθοι και αλήθειες | Γράφει ο π. Παντελεήμων Χούλης 
Ένα από τα  ιστορικά μνημεία τα οποία μπορεί να θαυμάσει ο επισκέπτης σήμερα στη Σκιάθο, είναι και ο παλαιότερος ενοριακός ναός της σημερινής πόλης του νησιού.[1]

Ο ενοριακός Ιερός Ναός Γεννήσεως της Θεοτόκου, ο οποίος αποτελεί το πνευματικό κύτταρο της ομώνυμης ενοριακής κοινότητας, πανηγυρίζει κατά το προσεχές διήμερο, 7-8 Σεπτεμβρίου.

Αποτελεί κτίσμα του 1837 - όπως αναφέρει η πρώτη κτητορική επιγραφή στη νότια είσοδο του ναού και η οποία στο μέσο φέρει διακοσμητικό ανθέμιο - , στο σημείο όπου προϋπήρχε παλαιότερος ναός αφιερωμένος στον Άγιο Ιερομάρτυρα Χαράλαμπο.[2]

Με την ιστορία του ενοριακού ναού ασχολήθηκαν εκτενέστερα οι καθηγητές Ιωάννης Φραγκούλας, Αλέξης Αλεξίου και, στις ημέρες μας, ο Πρωτοπρεσβύτερος Χρήστος Χαχαμίδης. 

Από τη συγκέντρωση και τη διασταύρωση των διαθέσιμων πηγών και αναφορών που ακολουθούν, σε συνδυασμό με τα ιστορικά στοιχεία, καταρρίπτεται μια παγιωμένη αντίληψη και αποσαφηνίζεται μια παρανόηση πολλών ετών. Ο σημερινός ενοριακός ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου δεν ανεγέρθηκε από τους λιγοστούς Λιμνιώτες  που κατοικούσαν τότε στη Σκιάθο. 

Ο χαρακτηρισμός, επομένως, «Παναγία Λιμνιά», ο οποίος επικράτησε με την πάροδο του χρόνου , φαίνεται πως συνδέθηκε εκ των υστέρων με αυτή την εσφαλμένη παράδοση.

Η συνδρομή των Λιμνιωτών συνδέεται, αντιθέτως, μόνο με τον παλαιότερο ετοιμόρροπο ναό του Αγίου Χαραλάμπους, ο οποίος προϋπήρχε στον ίδιο χώρο και επισκευάστηκε προσωρινά από αυτούς, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις λατρευτικές τους ανάγκες.[3] 

Ο σημερινός ναός, λοιπόν, δεν ανεγέρθηκε αποκλειστικά από Λιμνιώτες  όπως άλλωστε τεκμηριωμένα επισημαίνει και ο Αλέξης Αλεξίου.[4] Η ανέγερσή του πραγματοποιήθηκε με δαπάνες του συνόλου των κατοίκων, με τη συνδρομή, προφανώς, και σημαντικών δωρητών της εποχής. Ανάμεσά τους ενδέχεται να υπήρχαν και ορισμένοι με καταγωγή από τη Λίμνη της Εύβοιας, χωρίς όμως αυτό να δικαιολογεί την απόδοση της ανέγερσης του ναού αποκλειστικά στη μικρή αυτή ομάδα. Αδιάψευστη μαρτυρία αποτελεί η μαρμάρινη κτητορική επιγραφή, η οποία σώζεται εντοιχισμένη στον ναό και μαρτυρεί ρητά τη συμμετοχή του συνόλου του δήμου στη δαπάνη της ανεγέρσεώς του. 

Άλλωστε, την αναχώρηση των περισσότερων Λιμνιωτών από τη Σκιάθο και την επιστροφή τους στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, τη Λίμνη της Εύβοιας, ήδη από το 1831 — δηλαδή έξι χρόνια πριν από την ανέγερση του νέου ναού— μαρτυρεί και ο Ν. Μπελλαράς στο βιβλίο του «Το Ελύμνιον».[5] Η ανάμνηση του επαναπατρισμού τους διατηρείται μέχρι σήμερα στη Λίμνη και εορτάζεται πανηγυρικά την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών, με τη λιτάνευση της θαυματουργού εικόνας της Παναγίας της Λιμνιάς, η οποία ανήκει στον αγιογραφικό τύπο της Γλυκοφιλούσας. 

Η Σκιάθος, ως τμήμα του πρώτου Ελληνικού Κράτους, και αφού πλέον μεγάλο μέρος των κατοίκων που είχαν εγκατασταθεί στο Κάστρο, είχαν επιστρέψει και πάλι στην αρχική τους έδρα (1829), αναμορφώνεται σύμφωνα με τις νέες πληθυσμιακές αλλαγές και τις ανάγκες των κατοίκων της.[6] Στεγάζουν έτσι τις λατρευτικές τους ανάγκες σε έναν μεγαλύτερο ιερό ναό.

Για την αφιέρωσή του ναού στην Υπεραγία Θεοτόκο, δίνεται ίσως ως αφορμή η παρουσία της ιεράς εικόνας της Παναγίας (αγιογραφικός τύπος Οδηγήτριας)[7], την οποία μετέφεραν το 1790 εκείνες οι οικογένειες των Λιμνιωτών από τη γενέτειρά τους, θέλοντας να αποφύγουν κατ’ άλλους την επιδημία πανώλης που μάστιζε τη Λίμνη, ή λόγω των αποτελεσμάτων που επέφεραν οι επαναστάσεις του 1770-1790.[8]

Υπάρχει όμως και η άλλη εκδοχή η ιερά εικόνα να φιλοτεχνήθηκε από αγιορείτη μοναχό το 1822 ειδικά για τη Σκιάθο.[9]

Βέβαια στην εκδοχή αυτή απαντά ο εντοπισμός προγενέστερων αφιερωματικών ενδείξεων κατά τη συντήρηση του ιερού κειμήλιου, που προηγήθηκαν του 1822.

Ως προς το ενδεχόμενο να μεταφέρθηκε στη Σκιάθο η εικόνα της Παναγίας της Λιμνιάς[10] (αγιογραφικός τύπος Γλυκοφιλούσας)[11], οι διαθέσιμες μαρτυρίες δεν αφήνουν περιθώριο για μια τέτοια εκδοχή. Η εικόνα δεν μεταφέρθηκε ποτέ στη Σκιάθο, όπως επισημαίνει και ο Νικόλαος Μπελλαράς στο βιβλίο του.[12]

Υπό το πρίσμα αυτό, φαίνεται ότι και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στο ποίημά του «Στην Παναγία τη Σαλονικιά», συγχέει την Παναγία της Σκιάθου με την πολιούχο της Λίμνης Ευβοίας. Η τελευταία είναι η εικόνα που, σύμφωνα με την παράδοση, βρέθηκε στη θάλασσα, ανοιχτά των ακτών της Κασσάνδρας· στοιχείο που θα μπορούσε, ενδεχομένως, να εξηγήσει και την προσωνυμία « Σαλονικιά».

Η εφέστιος εικόνα του ενοριακού ναού, δεν σχετίζεται με την πρωτότυπη που βρίσκεται στη Λίμνη.

Οι ελάχιστοι Λιμνιώτες που παρέμειναν στη Σκιάθο μετά την επιστροφή των περισσοτέρων στην πατρίδα τους, τη Λίμνη, εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να επωμισθούν το σημαντικό κόστος ανέγερσης ενός νέου ναού, ο οποίος, μάλιστα, για τα δεδομένα της εποχής ήταν ιδιαίτερα μεγάλων διαστάσεων.

Η δαπάνη της ανέγερσης βάρυνε, επομένως, το σύνολο των δημοτών του τότε Δήμου Σκιάθου, με τη σνδρομή, ασφαλώς, δωρητών και πλοιάρχων της εποχής, όπως προαναφέρθηκε. Την κοινή αυτή προσπάθεια μαρτυρεί και η δεύτερη κτητορική επιγραφή, η οποία βρίσκεται στη νότια είσοδο του ναού και μνημονεύει την επιστασία των Αγ. Γ. Μανιώτου[13] και Φιλ. Δήμου.[14]

Η τρίτη κτητορική επιγραφή αναφέρει:

«Τί πτ’ ὁρᾷς ναὸν ἀριπρεπέη, ξέν’, ἐκπάγλως τόνδε· Ἀνάσσης μητρὸς Παμμέδοντος καὶ Σώστρας,
ὃς ῥ’ ἀνήγετ’ ἐκ βάθρων ἀρωγῇ θείᾳ,
δήμου δ’ ἅπαντος ἁδρᾷ δαπάνῃ,
ἐν ἔτει αωλη΄, Μαϊμακτηριῶνος νουμηνίᾳ».[15]

Σε νεοελληνική απόδοση:

«Αυτόν τον εξαιρετικά περικαλλή ναό που βλέπεις, ξένε, της Δέσποινας Μητέρας του Παντοκράτορα και Σωτήρα, τον ανήγειραν από τα θεμέλια, με τη θεία βοήθεια και με τη γενναία δαπάνη ολόκληρου του λαού, το έτος 1838, την πρώτη ημέρα του μήνα Μαϊμακτηριώνα.»

Αφορά ίσως τα θυρανοίξια ή την ημέρα των εγκαινίων του ναού. Το «Μαιμακτηριῶνος νουμηνίᾳ» σημαίνει: «την πρώτη ημέρα του μηνός Μαιμακτηριῶνος», δηλαδή το 1838 ήταν περίπου στα μέσα Νοεμβρίου με Δεκεμβρίου, ανάλογα με το έτος και τη νέα σελήνη. Ήταν ο πέμπτος μήνας του αρχαίου αττικού ημερολογίου.[16]

Με το κτίσιμο του ναού και τον σταδιακό εξωραϊσμό του, η Σκιάθος αποκτά ένα ακόμη ιερό παλλάδιο της Κυρίας Θεοτόκου. Εδώ και 189 χρόνια, γενιές και γενιές ζουν χαρές και λύπες, λατρεύοντας τον αληθινό Θεό και τιμώντας την Κυρία Θεοτόκο.

Στον ενοριακό ναό, μεταξύ των άλλων ιερών κειμηλίων, πρωτεύοντα ρόλο έχει το θαυματουργό εικόνισμα της Παναγίας «των Κτητόρων» και όχι της Λιμνιάς.

Με τις ενέργειες του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, την εξασφάλιση των απαραίτητων αδειών αλλά και την εξεύρεση των απαιτούμενων πόρων, προβήκαμε στη συντήρηση και αποκατάσταση του ιερού αυτού κειμηλίου τον Απρίλιο του 2025. Τις εργασίες συντήρησης ανέλαβαν, για την εικόνα, η συντηρήτρια κ. Σταυρούλα Νάκου και, για την ασημένια αφιερωματική επένδυση, η κ. Σακκή Ζωή.

Μάλιστα κατά τις εργασίες συντήρησης το ιερό εικόνισμα ανέδυε έντονη ευωδία που ξεπερνούσε τη δυσοσμία των χημικών που απαιτούσαν οι εργασίες.[17]

Η αποκάλυψη της εικόνας, μετά την αφαίρεση της ασημένιας επένδυσης, προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση, καθώς, ύστερα από 203 χρόνια, αντικρίσαμε και πάλι την αρχική της μορφή.

Η έκπληξη, ωστόσο, δεν περιορίστηκε σε αυτό. Κατά τις εργασίες καθαρισμού η εικόνα, έφερε ίχνη από παλαιότερα ασημένια αφιερωματικά , γεγονός που μαρτυρεί ότι η τιμητική και αφιερωματική σχέση των πιστών με την ιερά εικόνα είχε ήδη διαμορφωθεί πριν από την τοποθέτηση της ασημένιας επένδυσης του 1822.

Οι ενορίτες, προφανώς σε ανάμνηση κάποιου θαυμαστού γεγονότος ή ως έκφραση ιδιαίτερης ευγνωμοσύνης προς την Παναγία, τοποθέτησαν στην ιερά εικόνα ασημένια αφιερωματική επένδυση, το λεγόμενο «πουκάμισο», εξαιρετικής ποιότηταε και αξιόλογης καλλιτεχνικής εργασίας.

Αξίζει να επισημανθεί ότι η κατασκευή και τοποθέτηση της επένδυσης πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερη περίοδο της ιστορίας της Σκιάθου, όταν η πλειονότητα των κατοίκων εξακολουθούσε να βρίσκεται οχυρωμένη στο Κάστρο. Την εποχή εκείνη η εικόνα φυλασσόταν στον προγενέστερο ναό του Αγίου Χαραλάμπους, ο οποίος είχε μετονομαστεί προσωρινά σε ναό αφιερωμένο στο Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Στο σχετικό αφιερωματικό σημείωμα της εινονας στο κάτω μέρος αναγράφουν:

ΑΥΤΗ Η ΑΓΙΑ ΙΚΩΝ ΤΙC ΚΙΡΙΑC ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΙC ΟΝΩΜΑΖΟΜΑΙΝΙC ΤΟΝ ΚΤΙΤΟΡΟ(Ν)
ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΟΠΟΥ ΚΑΤΙΚΙ ΙC ΝΗCΩ CΚΙΑΘΟΥ +ΕΝ ΕΤΙ 1822 ΕΝ ΜΙΝΙ ΙΟΥΝΙΟC
ΔΙΜΙΤΡΙΟC ΧΡΙCΟΧΟC ΜΑΤΕΜΛΙC

Η ιστορική αυτή αναγραφή αποτελεί απόδειξη πως η εικόνα της Παναγίας δεν έφερε ποτέ το προσωνύμιο «Λιμνιά», ακόμη και όταν στην περιοχή διέμεναν πρόσφυγες από τη Λίμνη.

Παραμένει όμως μυστήριο γιατί την ονόμασαν «των Κτητόρων» εφόσον ο νέος ναός ανοικοδομήθηκε δεκαπέντε χρόνια αργότερα.

Με την αδιαμφισβήτητη αυτή μαρτυρία γεννιέται η απορία γιατί ούτε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης κάνει κάποια σχετική αναφορά, αλλά ούτε και ο Μοναχός Ανδρόνικος (Αλέξανδρος Μωραϊτίδης), ενώ κάνει εκτενή αναφορά στο ιερό εικόνισμα και στα θαύματά του, στο διήγημα «Σὲ μιὰ Παράκληση» (1902), δεν την αναφέρει ως «τῶν Κτητόρων».

Ούτε όμως και ο Ιω. Φραγκούλας αναφέρει σχετική πληροφορία, μάλιστα κάνει λάθος λέγοντας πως η ασημένια επένδυση φιλοτεχνήθηκε το 1823, ενώ ξεκάθαρα αναγράφεται: +ΕΝ ΕΤΙ 1822 ΕΝ ΜΙΝΙ ΙΟΥΝΙΟC. Τώρα αν φιλοτεχνήθηκε στο Κάστρο[18] ούτε και αυτό προκύπτει αποδεδειγμένα από άλλα στοιχεία.

Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί ότι ο νεόδμητος ενοριακός ναός επρόκειτο να αφιερωθεί στην Υπεραγία Θεοτόκο, χωρίς αρχικά να έχει οριστικοποιηθεί συγκεκριμένη θεομητορική εορτή. Μεταξύ των ημερομηνιών που εξετάζονταν για τον εορτασμό του συγκαταλέγονταν η 21η Νοεμβρίου, η 26η Δεκεμβρίου και η 2α Φεβρουαρίου.[19] Το στοιχείο αυτό ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψη ότι ο ναός δεν συνδέθηκε εξαρχής με τη πολιούχο της Λίμνης.  

Όπως και να έχει, τα ιστορικά στοιχεία έρχονται να διορθώσουν παρανοήσεις, να συμπληρώσουν κενά και να διαλύσουν μύθους που παγιώθηκαν με την πάροδο του χρόνου, αποκαθιστώντας, όσο αυτό είναι δυνατόν, την ιστορική συνέχεια και την αληθινή ταυτότητα του ενοριακού μας ναού.

Και μέσα σε αυτή τη συνέχεια, ο ναός μας πανηγυρίζει και φέτος, προσκαλώντας μικρούς και μεγάλους να συμμετάσχουν στην εορτή της Γεννήσεως της Κυρίας Θεοτόκου. Μια πανήγυρη που δεν αποτελεί μόνο έκφραση πίστεως και ευλάβειας, αλλά και ζωντανή μαρτυρία μνήμης και τιμής προς όλους εκείνους που προηγήθηκαν και παρέδωσαν στις επόμενες γενιές τον ιερό αυτό τόπο· έναν τόπο αφιερωμένο στην Παναγία, τη Μητέρα του Χριστού και Βασίλισσα των Ουρανών.

 

«Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν μακαρίων καὶ ἀοιδίμων κτητόρων τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου».

 

Καλή πανήγυρη!

•••••••••••••••••

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ – ΠΗΓΕΣ

[1][2][7][11][14][18] Ιω. Ν. Φραγκούλας, Οι Ενοριακοί Ναοί της Σκιάθου, Βόλος 1998, σ. 29–32.

[3][5][8][10][12][19] Νικόλαος Μπελλαράς, Το Ελύμνιον, Αθήναι 1969, έκδ. 2000, σ. 131, 133, 188.

[4][9][15] Αλέξης Δ. Αλεξίου, Η Αρχιτεκτονική των Μεταβυζαντινών Μνημείων της Σκιάθου, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 66–67.

[6][13] Χρίστος Γ. Χαχαμίδης, Συμβολή στην Εκκλησιαστική και Πνευματική Ιστορία των Βορείων Σποράδων (16ος–19ος αιώνας), Βόλος 2012, σ. 153.

[16] Alan E. Samuel, Greek and Roman Chronology: Calendars and Years in Classical Antiquity, München: C. H. Beck, 1972.

[17] Έγγραφη μαρτυρία καταχωρημένη στον Κώδικα Θαυμάτων του ενοριακού ναού.