Ο Γκιώνης του Φεγγαριού | της Ρούλας Μπακαλάκου Παπαδημοσθένη
2026-08-17 17:40:32
Στα καμποτόπια στα κρεμάμενα νερά που λούζονται οι νεράιδες, φώτισε τ` ολόγιομο φεγγάρι και ξεχάστηκε ο τζίτζικας στο τραγούδι του κι οι νεράιδες χόρευαν γύρω απ` τη φωτιά κι άφηναν τα σημάδια τους πάνω στη γη... Πλανεύτρα η φύση αντάμωνε με τους μύθους με στοιχειά και πανούργες μάγισσες που γοήτευαν...ή σκόρπιζαν συμφορές... Μα μόλις άρχιζε το τραγούδι του ο Γκιώνης εκεί πέρα στα χαλάσματα σκίζεται τη νύχτα η γαλήνη, στριγγιά η φωνή του, ώστε να γείρει το φεγγάρι, να πάει αραχνοπέλαγο να γλυκοβασιλέψει... Γκιων... Γκιων... Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα πανέμορφο καταπράσινο δάσος...
Μέσα του ζούσαν σπάνια πουλιά, παράξενα ζωάκια πανέμορφες νεραϊδούλες και μικρά ξωτικά...που φρόντιζαν για τη χαρά και τη ζωή του δάσους... Κι όταν νύχτωνε κι ερχόταν η ώρα των παραμυθιών οι νεραϊδούλες φώτιζαν το δάσος με τα φτερά τους και τα ξωτικά τραγουδούσαν για ναύτες, για άγριες θάλασσες, για μέρη μακρινά, καράβια που ταξίδευαν για να βρούνε στεριά.. Για καπετάνιους διαλεχτούς που αράζουν στο φεγγάρι, να μας μιλούν με ευχαρίστηση για όλα τα παράξενα κι αλλόκοτα πλάσματα που ζουν εκεί, για χιόνια και παγόβουνα που ήταν ψηλά, πιγκουίνοι που κολύμπαγαν κι ας ήταν πουλιά...
Γι` ανθρώπους που ήταν γίγαντες στην καρδιά και στο νου και κτίζαν πυραμίδες... Και ξαφνικά πως αλλάζουν όλα... Τι κακοτυχία... Πώς βρέθηκε εκείνος στην κακιά την ώρα και σαν θεριό άδικα θυμώνει...και κάποια μέρα ο Γκιώνης σκοτώνει τον Αντώνη...Και κλαίει μετανιωμένος νύχτα μέρα τον αδερφό του να θρηνεί...Θέλει να πεθάνει.. Κι ο θεός τον ελυπήθηκε πουλί τον έχει κάνει και γι αυτό το βράδυ, κλαίει και οδύρεται.. κοιτώντας το φεγγάρι.. Είναι η φωνή από ένα βάθος για πάντα να μην έχει τίποτα... Κι εγώ μαζεύω τη φωνή μου από κάθε άκρη και ρίχνω στον άνεμο μακρόσυρτη αγάπη...Κι είναι η γλυκιά ώρα του παραμυθιού να τελειώνουν εκεί που όλα είναι καλά, είναι για να κοιμούνται τα παιδιά. Τα παιδιά όμως συνήθως κοιμούνται πριν τελειώσει το παραμύθι.
Τα παιδιά είναι άνθρωποι και έχουν από τη γέννησή τους τις συνήθειες των ανθρώπων. Λατρεύουν να ακούν και να ξανακούν το ίδιο παραμύθι, γιατί νιώθουν ασφάλεια, γνωρίζουν το τέλος κι έτσι μπορούν να αφεθούν στην κάθε λεπτομέρειά του και να αποκοιμηθούν στην κάθε του υπέροχη στιγμή.
Το (happy end) είναι μόνο μια στιγμή στο χρόνο. Μια ιστορία πάντα κάπου τελειώνει και δεν είναι αυτό η ουσία της, είναι η ίδια η ιστορία, το αφηγηματικό της ξετύλιγμα...Οι όμορφες ιστορίες τυχαίνουν σ` αυτούς που ξέρουν να τις βλέπουν, να τις ακούν, να τις απολαμβάνουν, να φαντάζονται τις χίλιες εκδοχές τους, να τις εμπλουτίζουν, να τις στολίζουν και να στις σερβίρουν φρέσκες και λαχταριστές κι ας έγιναν πριν χίλια χρόνια... Ή ίσως δεν έγιναν ποτέ... Τα (happy end) είναι μόνον μια στιγμή στο χρόνο. Και εγώ σκέφτομαι αν υπάρχει και πού, ένας καλός παραμυθάς να πει την ιστορία της ανθρωπότητας, μιας εποχής, ενός ανθρώπου, μιας ημέρας, μιας νύχτας, ενός βλέμματος, μιας σκέψης τόσο περαστικής που ήδη ξεχάστηκε, μιας θαμπής αναλαμπής που ανθρώπινο μάτι δεν έπιασε...Ενός έρωτα που έντυσε την αλήθεια με το όνειρο...Κι όλες αυτές οι ιστορίες είναι το ίδιο μεστές, το ίδιο ολοκληρωμένες, όπως κάθε τι σ` αυτόν τον κόσμο. Γιατί το κάθε τι εμπεριέχεται παντού και από το κάθε τι μπορείς ν` αφηγηθείς τα πάντα...
Και τώρα που οι σπόροι έχουν ελευθερωθεί απ΄τα στάχυα κι αυτά έστεκαν εκεί μπροστά μας λυγερόκορμα, χορεύοντας με τον αέρα, και μας κοίταζαν με λεβεντιά και αξιοπρέπεια μέχρι να αλωνιστούν, εμείς τα καμαρώναμε, τα αγκαλιάζαμε απαλά πλάθοντας τη ζωή μας με μια χούφτα απ` αυτό το χρυσό υλικό των ονείρων, τώρα που αυτή την εποχή ο ήλιος ψήνει το δέρμα, και τ` άγανο γρατζουνίζει τα χέρια ενώ το σαλιγκάρι ανεβαίνει από τη γη στα δένδρα, θυμήθηκα την ιστορία του μυρμηγκιού του Αλωνάρη που δεν μπορούσε να περπατήσει...Στ` αλώνια που μένουν έρημα, βουβά, και χωρίς ξεφωνητά μέχρι τις θυμωνιές να χτίσουνε. Κι όταν έπεφτε το σούρουπο πάνω απ` το χωριό, και απλωνόταν η μυρωδιά απ` το ψητό καλαμπόκι πάνω στη χόβολη και γύριζε αποσταμένος ο Πατέρας, μας μοίραζε το ψωμί και ήταν η ώρα να μιλήσει πώς πήγε η μέρα, πώς πήγε κι η δική μας μέρα και μας μάθαινε πώς να ξεχωρίζουμε...
Ελάτε να σας δείξω κάτι, είπε και έβγαλε από την τσέπη του ένα κομμάτι εφημερίδας. Δεν είχε εικόνες, παρά μόνο πυκνογραμμένες αράδες. Με αυτό το κομμάτι χαρτί, θα μάθουμε να ξεχωρίζουμε τη λογοτεχνία είπε. Ξέρετε τι είναι λογοτεχνία; Είναι η τέχνη να βλέπεις την ομορφιά εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο σκοτάδι. Είναι οι λέξεις που σε κάνουν να νιώθεις πλούσιος, ακόμα κι αν δεν έχεις δεκάρα στην τσέπη. Εκείνο το βράδυ, ο σπουδαίος πατέρας μου μας έμαθε κάτι πολύ σημαντικό. Μας έμαθε να αναλύουμε τις λέξεις, να ψάχνουμε το κρυμμένο νόημα πίσω από τις προτάσεις, και να καταλαβαίνουμε πότε ένα κείμενο έχει ψυχή και πότε είναι άδειο. Μας έμαθε ότι η αληθινή αξία ενός ανθρώπου –όπως και ενός καλού βιβλίου– δεν κρίνεται από το "εξώφυλλο" ή την περιουσία του, αλλά από το βάθος των αισθημάτων του. Ήξερε καλά τον πιο σημαντικό κανόνα της λογοτεχνίας –και της ίδιας της ζωής–Και μας το έμαθε και μας και μας χάρισε τα πάντα. Εκεί όπου οι καλοκαιρινές μέρες κυλούσαν αργά και η σκόνη του δρόμου σκέπαζε την αυλή μας ένα κοτσύφι είχε φωλιάσει ψηλά στις φυλλωσιές μιας βελανιδιάς. Εκείνη τη στιγμή, μέσα στην ησυχία της νύχτας, ένα απαλό, χαμηλό σφύριγμα ακούστηκε από τη μεγάλη φτελιά του κήπου. Το κοτσύφι είχε αρχίσει να τραγουδά, προστατεύοντας με τη μουσική του την αθωότητα.
Και τα παιδιά που υπήρξαμε και που υπάρχουμε, απαλλαγμένα από τη στενότητα των πρώτων μας χρόνων, από των μεγάλων την παρεξήγηση, όταν κλαίγαμε μόνα μας κανείς δεν μας έπαιρνε στα σοβαρά.. Εκείνα τα παιδιά τα ξυπόλητα για να νιώθουν στις φτέρνες τους τη ζεστή κοιλιά της γης τα υπάρχουμε, τα διατηρούμε τώρα σ` ένα φως, μαζί με τον απέραντο κάμπο και περισσότερο από όλα τα αστέρια που αναστέναζαν ήσυχα κι έλεγαν το ένα στο άλλο τα μυστικά τους και σε μας. Τι όμορφη που είναι η πλάση!.. Λέω για τότε που ακόμα και τα αστέρια φαίνονταν υπερφυσικά και έπρεπε να μεσολαβήσει ο χρόνος ώσπου να ξαναβρούν τη φυσικότητά τους οι φωνές των βατράχων κι ο αντίλαλός τους, τα χαμένα Καλοκαίρια, οι απέραντες νύχτες του Χειμώνα οι μέλισσες και τα άστρα μες στο άπειρο σύμπαν, ο κάμπος και η σιωπή και ο χρόνος...Όλα δικά μας, πιο δικά μας με τη μνήμη μας κι όλος ο κάμπος να τρέμει τα μεσάνυχτα από το βουητὸ των γρύλλων, από τις κραυγές των βατράχων, από το πριόνισμα των δένδρων, και το φεγγάρι που ανεβαίνει από τον ορίζοντα είναι σαν λες κι ο κόσμος το κανόνισε
να γλιτώνει ο λύκος..
Κι εγώ συνειδητοποίησα ότι το καρπούζι ήταν το πιο γλυκό πράγμα που έφαγα ποτέ μου.. Ο πατέρας δεν ζει, όμως τον θυμάμαι με αγάπη και θαυμασμό, γιατί από μικρή μου έλεγε παραμύθια, μου τραγουδούσε και το πιο σπουδαίο μου έμαθε να μετράω τ` αστέρια!! Στα μάτια του έμαθα την αλήθεια του κόσμου. Να μη μισώ, να αγαπάω, να μοιράζομαι. Ο πατέρας μου έβλεπε πολύ μπροστά!! Γεωργός, είχε ανακατέψει τη γη και την είχε ποτίσει με ιδρώτα σ` ένα τοπίο σκληρό σαν τη σιωπή.. Στον κάμπο το Θεσσαλικό- που είναι «μεγάλος» και βουβός- Όργωνε τη γη με καρτερικότητα, φυτεύοντας την ελπίδα. Κάθε αυλακιά που άνοιγε το υνί και μια χαρακιά στο μέτωπό του. Σε πείσμα των καιρών σκάλιζε τη ζωή με τα νύχια του για το αύριο...
Σκιά απαλή των παιδικών μου χρόνων.. Μέρες που ήρθαν και πέρασαν.. Αχ ζωή!! Θέλει κότσια να παραμείνεις ΑΝΘΡΩΠΟΣ!! Την ώρα που τα πουλιά τραγουδούν με κουρασμένες νότες, τα τζιτζίκια στον κήπο στήνουν τη συναυλία τους. Τα φύλλα του γιασεμιού θροίζουν πάνω απ` το κεφάλι μου, Εγώ ακόμα συλλογιέμαι... Και συλλογιέμαι.. όνειρα παιδικά θαλασσιά.. Το χαρούμενο, το απερίγραπτο αυτό πανηγύρι... που ακούραστα κι αχόρταγα έτρεχα πάνω κάτω κι η φύση μου μιλούσε με χίλια στόματα, με χίλιες φωνές... Και σύμφωνες όλες σχημάτιζαν στα παιδικά μας αυτιά μιαν αρμονία ασύγκριτη, μια μαγεία ανέκφραστη..
Η πλημμύρα της ζωής και η ευφροσύνη της αγάπης...
Γιατί η αγάπη είναι η μόνη αληθινή ευτυχία σ` αυτόν τον κόσμο...
Όμως θέλει πολύ καιρό το ταξίδι αυτό, κι είναι μακρύς ο δρόμος...
