H Bένια Μπεχράκη επαναπροσδιορίζει το τοπίο όχι ως μια στατική, ειδυλλιακή θέα, αλλά ως ένα δυναμικό τοπίο που εξελλίσεται και αλλάζει
Συνάντηση του Δημοσιογράφου Νίκου Τζούμα με την εικαστικό στο Μπούρτζι 2026-08-15 10:58:49
Το Ημιτελές Τοπίο: Χρονικά ενός Τόπου / Ναυτικό Μουσείο, Μπούρτζι, Σκιάθος / 8 Ιουλίου – 30 Σεπτεμβρίου 2026
Το Ναυτικό και Πολιτιστικό Μουσείο στο Μπούρτζι της Σκιάθου, σε συνεργασία με τον Δήμο Σκιάθου, παρουσιάζει την ατομική έκθεση της ζωγράφου Βένιας Μπεχράκη με τίτλο Το Ημιτελές Τοπίο: Χρονικά ενός Τόπου, σε επιμέλεια της Δρος Σωζήτας Γκουντούνα υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού. Η έκθεση, η οποία διαρκεί από τις 8 Ιουλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026, συγκεντρώνει μεγάλης κλίμακας έργα σε καμβά και χαρτί που επαναπροσδιορίζουν το τοπίο όχι ως μια στατική, ειδυλλιακή θέα, αλλά ως ένα δυναμικό, σχεσιακό πεδίο, διαμορφωμένο από τη διάρκεια, την κίνηση και τον αναπνευστικό ρυθμό της ίδιας της εικαστικού.
Σε μια εποχή οικολογικής επισφάλειας και επιταχυνόμενης κυκλοφορίας των εικόνων, η πρακτική της Μπεχράκη προτείνει μια εναλλακτική χρονικότητα. Οι πίνακές της ξεδιπλώνονται αργά, φέροντας ορατά ίχνη χειρονομίας, αναπνοής και ροής της ακουαρέλας σε εκτεταμένες επιφάνειες. Δουλεύοντας με ρευστά μέσα, αντιμετωπίζει τη ζωγραφική ως πράξη διάρκειας, μια διαδικασία όπου το τοπίο δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά συνεχώς διαμορφώνεται μέσα από τη βιωματική σχέση της καλλιτέχνιδας με τα υλικά και τον χρόνο. Αυτή η προσέγγιση αντηχεί με σύγχρονες θεωρίες που επανατοποθετούν το τοπίο ως τόπο συνύφανσης ανθρώπινων και μη-ανθρώπινων δυνάμεων, αμφισβητώντας την αντίληψη της φύσης ως παθητικού αντικειμένου θέασης.

Το έργο της Μπεχράκη συνομιλεί βαθιά με τη δομική γραμματική της κλασικής κινεζικής ζωγραφικής τοπίου (shanshui), χωρίς ωστόσο να επιχειρεί μίμηση ιστορικών ύφων. Αντίθετα, υιοθετεί τις βασικές αρχές της την πολυεπίπεδη χωρική απόσταση, το χορογραφημένο βλέμμα που κατευθύνει τον θεατή μέσα από την εικόνα και τη σημασιοδοτούμενη χρήση του κενού χώρου (liubai, 留白) και τις μεταφέρει στο μέσο της σύγχρονης ζωγραφικής. Τα έργα που προκύπτουν δημιουργούν αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «περιπλανώμενο βλέμμα», καλώντας τους θεατές να διασχίσουν την εικόνα όπως θα διέσχιζαν ένα φυσικό τοπίο, κινούμενοι ανάμεσα σε προσκήνιο και βάθος, συμπαγή μορφή και ατμοσφαιρικό κενό.
Αυτή η χωροχρονική διάσταση του έργου της Μπεχράκη βρίσκει αντήχηση στην έννοια του χρονότοπου (κυριολεκτικά «χρόνος-χώρος») του Μιχαήλ Μπαχτίν, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο χρόνος και ο χώρος δεν είναι ξεχωριστές συντεταγμένες αλλά συντήκονται σε ένα δυναμικό σύνολο. Για την Μπεχράκη, το τοπίο λειτουργεί ως χρονότοπος: ένας τόπος όπου η χρονική εμπειρία, κύκλοι, μετατοπίσεις, διαλύσεις, αναδύσεις, καθίσταται αναγνώσιμη μέσω της χωρικής διάταξης. Οι οριζόντιες συνθέσεις της ξεδιπλώνονται σαν οπτικές αφηγήσεις, ενώ ακολουθίες μικρότερων έργων δημιουργούν ρυθμικές συνέχειες στους τοίχους της αίθουσας. Η ίδια η εγκατάσταση μετατρέπεται σε ένα πεδίο εικόνων που ξεδιπλώνονται, αυτό που η καλλιτέχνις περιγράφει ως «χρονικά ενός τόπου».
Εδώ, η ποιητική του χώρου, όπως την αρθρώνει ο Γκαστόν Μπασελάρ, βρίσκει την οπτική της αντιστοιχία. Στο βιβλίο του Η Ποιητική του Χώρου, ο Μπασελάρ υποστηρίζει ότι ο χώρος δεν είναι απλώς ένα άδειο δοχείο αλλά είναι επενδυμένος με βιωμένη εμπειρία, μνήμη και τους πιο οικείους στοχασμούς της φαντασίας. Γράφει για «το σπίτι ως εργαλείο ανάλυσης της ανθρώπινης ψυχής» και, ευρύτερα, για το πώς ο κατοικούμενος χώρος υπερβαίνει τη γεωμετρική μέτρηση για να γίνει τόπος ονείρου και οντολογικής αντήχησης. Για τον Μπασελάρ, η φαντασία δεν αναπαριστά απλώς τον χώρο, αντηχεί μέσα του, ενεργοποιώντας εσωτερικές δονήσεις που συνδέουν την οικεία απεραντοσύνη του εσωτερικού κόσμου με την απεραντοσύνη του εξωτερικού σύμπαντος. Τα τοπία της Μπεχράκη λειτουργούν σε αυτή την μπασελαρική διάσταση: δεν είναι τοπογραφικές απεικονίσεις αλλά «εύτυχοι χώροι» που προσκαλούν σε ονειροπόληση, όπου ο θεατής συναντά αυτό που ο Μπασελάρ αποκάλεσε «τον απέραντο κόσμο του οικείου». Ο ορίζοντας εδώ δεν είναι ένα όριο αλλά ένα άνοιγμα, μια πρόσκληση σε αυτό που ο φιλόσοφος περιέγραψε ως την «οικεία απεραντοσύνη» που βρίσκεται στην καρδιά της φαντασιακής συνείδησης.

Η εικαστικός με το Δήμαρχο Σκιάθου Θοδωρή Τζούμα την Αντιδήμαρχο Πολιτισμού κα Χαρά Πασχάλη και την Αντιδήμαρχο Κοινωνικής Πολιτικής κα Ματούλα Χονδρονικολή
Η οικειότητα με το στοιχειακό αναπτύσσεται περαιτέρω μέσα από τα μεταγενέστερα κείμενα του Μπασελάρ για τη φαντασία της ύλης. Στο Νερό και Όνειρα, γράφει ότι το νερό δεν είναι απλώς ένα θέμα προς αναπαράσταση αλλά μια «υλική αιτία» που προσδιορίζει την ίδια τη δραστηριότητα της φανταζόμενης ψυχής. Τα ρευστά μέσα της πρακτικής της Μπεχράκη, η ακουαρέλα που ρέει πάνω στο χαρτί, η χρωστική που διαλύεται στο υγρό, ενσαρκώνουν αυτή τη μπασελαρική αντίληψη: το στοιχείο γίνεται συν-συμμέτοχος στην πράξη της δημιουργίας. Η ζωγράφος δεν απεικονίζει απλώς το νερό· σκέφτεται με το νερό, επιτρέποντας στις τάσεις του προς διάχυση, καθίζηση και διάλυση να δομήσουν το έργο από τα έσω. Όπως παρατήρησε ο Μπασελάρ, «η υλική φαντασία αναζητά την ουσία της εικόνας»· στους πίνακες της Μπεχράκη, αυτή η ουσία είναι η ροή αυτή καθαυτή, η συνεχής γένεση της μορφής καθώς η χρωστική συναντά το υγρό και την επιφάνεια.
Κεντρική σε αυτή τη διαδικασία είναι ο ρόλος της αναπνοής. Στην πρακτική της Μπεχράκη, η αναπνοή δεν είναι απλώς ένα βιολογικό δεδομένο αλλά ένα ενεργό αισθητικό μέσο. Η ρυθμική διαστολή και συστολή των πνευμόνων της, η παύση μεταξύ εισπνοής και εκπνοής, η ελεγχόμενη απελευθέρωση του αέρα πάνω στο υγρό χαρτί, όλα αφήνουν υλικά ίχνη που δομούν το έργο από τα έσω. Αυτή η προσοχή στην αναπνοή, ως τεχνική και ως μεταφορά, εντάσσει την πρακτική της σε αυτό που η επιμελήτρια της έκθεσης, Σωζήτα Γκουντούνα, έχει ονομάσει «αναπνευστική στροφή» στη σύγχρονη αισθητική, όπου η αναπνοή αναγνωρίζεται ως ένα κρίσιμο σημείο σύγκλισης της ενσωμάτωσης, της χρονικότητας και της οικολογικής συνείδησης. Στους πίνακες της Μπεχράκη, το τοπίο αναπνέει: το φως και η ατμόσφαιρα εμφανίζονται βαθμιαία, διαλύονται και επανεμφανίζονται σε κύκλους που αντανακλούν τους ρυθμούς της οργανικής ζωής.

Η εικαστικός με το Δήμαρχο Σκιάθου Θοδωρή Τζούμα την Αντιδήμαρχο Πολιτισμού κα Χαρά Πασχάλη και την Αντιδήμαρχο Κοινωνικής Πολιτικής κα Ματούλα Χονδρονικολή
Ο τίτλος της έκθεσης, Το Ημιτελές Τοπίο, παραπέμπει σε αυτό το χρονικό άνοιγμα. Για την Μπεχράκη, το τοπίο δεν είναι ποτέ μια σταθερή εικόνα αλλά μια διαδικασία γίγνεσθαι, μια πρόσκληση να αντιληφθούμε τον ίδιο τον χρόνο. Το έργο της προσφέρει ένα αντίβαρο στην αμεσότητα της ψηφιακής εικόνας, προτείνοντας έναν βραδύτερο, πιο στοχαστικό τρόπο ενασχόλησης. Το Ναυτικό Μουσείο στο Μπούρτζι μετατρέπεται σε έναν χώρο όπου οι θεατές μπορούν να κατοικήσουν το έργο, κινούμενοι μέσα από τις επιφάνειές του όπως θα διέσχιζαν ένα φυσικό τοπίο, ανακαλύπτοντας όχι μια μοναδική άποψη αλλά μια διαδοχή οπτικών που ξεδιπλώνονται στη διάρκεια.
Αυτό είναι αυτό που ο Μπασελάρ, αναλογιζόμενος τη χρονικότητα της κατοίκησης, αποκάλεσε «τη διαλεκτική του μέσα και του έξω», μια συνεχή ανταλλαγή μεταξύ της εσωτερικότητας του θεατή και του κόσμου που ανοίγει ο πίνακας. Αντί να απεικονίζουν τη φύση από απόσταση, οι πίνακες της Μπεχράκη αποδίδουν την εσωτερική της χρονικότητα: τις αργές μετατοπίσεις του φωτός σε μια πλαγιά, την κίνηση του νερού, τη διάλυση της μορφής στην ατμόσφαιρα. Η προσέγγισή της ευθυγραμμίζεται με σύγχρονες τάσεις της οικοκριτικής που επαναπροσδιορίζουν το τοπίο ως ένα «περισσότερο-από-ανθρώπινο» πεδίο, συν-παραγόμενο από τις δράσεις ανθρώπων, καιρού, γεωλογίας και του ίδιου του σώματος της καλλιτέχνιδας. Το τοπίο εδώ δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένο· διαμορφώνεται διαρκώς μέσα από την κίνηση, τη διάρκεια και την πράξη της θέασης.

H εικαστικός Βένια Μπεχράκη με τον Δημοσιογράφο του Skiathoslife.gr Νίκο Τζούμα
Το Ημιτελές Τοπίο: Χρονικά ενός Τόπου αποτελεί συνέχεια μιας μακροχρόνιας διερεύνησης του τρόπου με τον οποίο κατοικούμε και αντιλαμβανόμαστε τον χώρο, ένα ερώτημα που καθίσταται ολοένα πιο επείγον σε μια εποχή περιβαλλοντικού μετασχηματισμού και διαμεσολαβημένης εμπειρίας. Μέσα από τη συνεπή ενασχόλησή της με την υλικότητα της μπογιάς, τη χρονικότητα της αναπνοής, τις δομικές αρχές της αισθητικής shanshui και τη στοιχειακή φαντασία που ο Μπασελάρ αποκάλεσε «την άμεση σχέση του ανθρώπινου όντος με τον κόσμο», η Βένια Μπεχράκη προσφέρει μια μορφή ζωγραφικής τοπίου που είναι συνάμα βαθιά ριζωμένη στην παράδοση και αποφασιστικά σύγχρονη.

Αυτή η σύλληψη του ημιτελούς τοποθετεί την πρακτική της Μπεχράκη σε ένα ευρύτερο ιστορικό-καλλιτεχνικό και φιλοσοφικό πλαίσιο σχετικά με την ατέλεια ως αισθητική και επιστημολογική συνθήκη. Μεγάλες καλλιτεχνικές επισκοπήσεις έχουν δείξει πώς, από την Αναγέννηση έως σήμερα, καλλιτέχνες έχουν στρατηγικά αναστείλει την ολοκλήρωση, αφήνοντας αποσπασματικές πινελιές, απροσδιόριστα περιγράμματα ή μετέωρες αφηγήσεις, όχι ως ένδειξη τεχνικής αποτυχίας αλλά ως σκόπιμη πρόκληση στην αντιληπτική και φαντασιακή εργασία του θεατή. Όπως υποστηρίζει η επιμελήτρια Kelly Baum, το ημιτελές στην τέχνη λειτουργεί ως «αντίσταση στην ολοκλήρωση», μια λειτουργία που αντικαθιστά την αξίωση ολότητας του κλειστού έργου με ένα ανοιχτό πεδίο πιθανών ολοκληρώσεων. Τα τοπία της Μπεχράκη επεκτείνουν αυτή τη γενεαλογία πέρα από το απλώς σχεδιαστικό ή αποσπασματικό· αντίθετα, ενσωματώνουν την ατέλεια στην ίδια τη χρονική δομή του μέσου τους. Η ακουαρέλα συνεχίζει να ρέει και μετά την εφαρμογή της, η χρωστική καθιζάνει απρόβλεπτα και το όριο μεταξύ μορφής και ατμόσφαιρας παραμένει σκόπιμα πορώδες, αυτό που ο Ουμπέρτο Έκο, στο Ανοιχτό Έργο, θα αναγνώριζε ως μια σκόπιμη «ανοιχτότητα» που εκχωρεί ερμηνευτική ελευθερία στον θεατή.
Στην πρακτική της Μπεχράκη, το ημιτελές δεν είναι ένα καλλυντικό εφέ αλλά ένα οντολογικό επιχείρημα: το τοπίο δεν είναι ποτέ ταυτόσημο με τον εαυτό του, ποτέ πλήρως παρόν, πάντα στη διαδικασία του να γίνει άλλο. Αυτή η άρνηση της ολοκλήρωσης συνδέει το έργο της με αυτό που ο φιλόσοφος Ζαν-Λυκ Νανσί αποκάλεσε «ανενεργό» έργο, ένα έργο που δεν ολοκληρώνει ένα νόημα αλλά εκθέτει την ίδια τη συνθήκη του νοήματος ως διαρκούς αναβολής. Ο θεατής έτσι εισέρχεται όχι ως καταναλωτής μιας ολοκληρωμένης εικόνας αλλά ως συν-εκτελεστής ενός διαρκούς γεγονότος, κατοικώντας αυτό που ο Μπασελάρ θα αποκαλούσε το έργο ως τόπο ονειροπόλησης και όχι λύσης. Κατ` αυτόν τον τρόπο, το «ημιτελές τοπίο» της Μπεχράκη γίνεται χρονότοπος όχι μόνο του τόπου αλλά και της ίδιας της πράξης της θέασης: ένα χωροχρονικό πεδίο όπου η αντίληψη παραμένει ενεργή, η διάρκεια γίνεται ορατή και η εικόνα δεν φτάνει ποτέ στο τέλος της.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
Η Βένια Μπεχράκη είναι εικαστικός πολυμέσων από την Αθήνα, με έργο που εκτείνεται στη φωτογραφία, την επιτέλεση και τη ζωγραφική μεγάλης κλίμακας. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθήνας (Ζωγραφική) και κάτοχος Μεταπτυχιακού (MFA) στις Νέες Τεχνολογίες από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU) με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση. Έχει επίσης λάβει την υποτροφία Gerondelis και το βραβείο Jack Goodman για την Τέχνη και την Τεχνολογία. Το έργο της περιλαμβάνει από σκηνοθετημένες φωτογραφικές και βιντεο-επιτελεστικές δουλειές που διερευνούν τη γυναικεία ταυτότητα, τον ιδιωτικό και δημόσιο χώρο, έως πρόσφατες ζωγραφικές συνθέσεις σε ρολά μεγάλης κλίμακας. Έργα της έχουν παρουσιαστεί διεθνώς στο MOCA Σαγκάης, στις Open XII & XVI στη Βενετία, στο The Hospital Club του Λονδίνου, στο Real Art Ways, στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, στη Μπιενάλε Θεσσαλονίκης, στην Opening Gallery Νέας Υόρκης και στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Κρήτης. Ζει και εργάζεται μεταξύ Αθήνας και Νέας Υόρκης.
Η Δρ Σωζήτα Γκουντούνα είναι επιμελήτρια με έδρα τη Νέα Υόρκη και καθηγήτρια, αναγνωρισμένη για την προώθηση της σύγχρονης τέχνης και του ελληνικού πολιτιστικού διαλόγου. Αποδέκτρια του βραβείου Culture and Creativity του Βρετανικού Συμβουλίου (2022). Ιδρύτρια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών στην Αναπνοή (MA in Breath Studies) στο Goldsmiths του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου διετέλεσε επίσης επισκέπτρια καθηγήτρια. Έχει διδάξει ιστορία τέχνης και θεάτρου στο CUNY, στο NYU, στο The New School, στο SUNY, στο Roger Williams University, στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και στο Pace University. Σημαντικές δημοσιεύσεις: Beckett`s Breath: Anti-theatricality and the Visual Arts (Edinburgh Critical Studies in Modernism/Oxford University Press), συν-συγγραφέας του Mourning the Ends: Collaborative Writing and Performance, επιμελήτρια του περιοδικού Performance Research σε αφιερώματα για την Αναπνοή και τις Εικονολογίες, καθώς και για το On the Mundane. Επιλέχθηκε από τη RoseLee Goldberg ως η πρώτη επιμελήτρια Andrew W. Mellon στην Μπιενάλε Performa (2015). Είναι κάτοχος διδακτορικού στην Αμερικανική Ύστερη Μοντερνικότητα (Πανεπιστήμιο του Λονδίνου), Μεταπτυχιακού από το King`s College London/RADA και Πτυχίου Φιλοσοφίας και Θεατρικών Σπουδών.
