Παλιά ζούσαμε καλύτερα | του Γιώργου Βιολέττα
2026-07-14 22:09:50
Όταν τελείωσα την 3η Λυκείου στην Σκιάθο, πρέπει να ήμασταν 12-13 άτομα. Στο νηπιαγωγείο δεν θυμάμαι να ήμασταν παραπάνω από καμία τριανταριά, ενώ το ακατάλληλο κτίριο που στεγαζόταν ήταν λίγο παραπάνω από την ταβέρνα Μουριά, μέσα στο στενό. Πηγαίναμε δημοτικό σχολείο στο Μπούρτζι, το οποίο έκλεινε όταν φυσούσαν οι Νοτιάδες τον Γενάρη-Φλεβάρη, γιατί καβαλούσαν τα ζωντανά κύματα τον χωμάτινο λαιμό που ένωνε την χερσόνησο με το λιμάνι.
Η οδός Παπαδιαμάντη λεγόταν Ποτόκι, ήταν ένας ξερικός χείμαρρος, ο οποίος συνήθως βρωμούσε είτε από τα οικιακά απόβλητα που κατέληγαν εκεί (ούτε λόγος για αποχετευτικό δίκτυο), η από την ανυπόφορη μυρωδιά των λυμάτων των πολλαπλών ελαιοτριβείων που τότε λειτουργούσαν μέσα στο χωριό.
Οι άνδρες ήταν σχεδόν όλοι ναυτικοί, ξενιτεμένοι, και πολλές φορές ένα μπάρκο διαρκούσε χρόνια, ενώ στο μεσοδιάστημα με κάτι κιτρινισμένα, ταλαιπωρημένα γράμματα, που έστελναν σωρηδόν κάθε φορά που έπιαναν λιμάνι.
Υπήρχαν πολλοί άρρωστοι συντοπίτες μας, παιδιά με ασθένειες ή γενετικές ανωμαλίες, αποτέλεσμα της άγνοιας, της απουσίας προληπτικής ιατρικής και προγεννητικού ελέγχου, ακόμη και των μεταφερόμενων μέσω των ναυτικών αφροδίσιων νοσημάτων. Και όλοι αυτοί, οι χτυπημένοι από την μοίρα, γινόντουσαν ο στόχος χονδροειδών αστείων και απαξίωσης, καταδικασμένοι να κουβαλούν το στίγμα της αρρώστιας ως να έφταιγαν οι ίδιοι.
Ο τόπος ήταν φτωχός, τα αγαθά λίγα, και το νερό γλυφό (Το Γλυφονέρι δεν είναι τυχαίο). Η παιδική θνησιμότητα ήταν τεράστια, και οι άνθρωποι πέθαιναν από ταμπλά, από το κακό σπυρί και από μάτιασμα! Ένας αγροτικός γιατρός, που έραβε χωρίς αναισθητικό όταν αυτό τελείωνε, μία μαμή, σε ένα κέντρο υγείας που έπρεπε το καλοκαίρι να εξυπηρετεί και τους όποιους τουρίστες. Αυτούς τους τουρίστες που νοίκιαζαν το παραπανίσιο δωμάτιο, που μέχρι τότε ήταν μονίμως κλειστό, με τα σεντόνια ριγμένα στα έπιπλα, που άνοιγε μονάχα στις γιορτάδες μέρες.
Η διασκέδαση το βράδυ ήταν οι ιστορίες με τα «στ’χειά» που έλεγαν οι μεγαλύτεροι γύρω από τον πλάτανο, και οι καφενέδες που μαζευόντουσαν οι άντρες και πίνανε τσίπουρο και ελληνικό καφέ. Επίσης παίζαμε πόλεμο με ξύλα που παίρναμε από οικοδομές, και γυρνούσαμε όλο το νησί κυνηγώντας ζωντανά, ή κλέβαμε φρούτα από τον Γιώργιακα στο Δέλτα, στον περιφερειακό. Συχνά σπάζαμε χέρια, πόδια, και οι μανάδες ήταν πολύ θυμωμένες που έπρεπε να πάνε στον Βόλο στην κλινική ή στο νοσοκομείο (το σπασμένο ποδάρ’ ήταν δευτερεύον).
Στο Βόλο πηγαίναμε με ποστάλια που ήταν ίδια σε μέγεθος με αυτά που σήμερα κάνουν ημερήσιες εκδρομές και το γύρο του νησιού, και στο μπουγάζι μπουκάριζαν οι θάλασσες ζωντανές από τα παραπέτα. Στο «Σποράδες» έβαζαν τα αυτοκίνητα με τα χέρια, και το «Σκύρος» έκανε πέντε ώρες να φτάσει, γιατί χαλούσε συνέχεια η μία μηχανή.
Σήμερα, η Σκιάθος ανοίγει καινούρια σχολεία, επεκτείνει τα υπάρχοντα, έχουμε δύο νηπιαγωγεία, δύο δημοτικά, ένα γενικό και ένα τεχνικό Γυμνάσιο! Τα σχολεία είναι ο κυριότερος δείκτης υγειούς και πλούσιας κοινωνίας. Σημαίνει ότι η γη τρέφει τα παιδιά της, και προσελκύει αλλόχθονες, οι οποίοι σε έναν νησιωτικό τόπο προσφέρουν το απαραίτητο μπόλιασμα με καινούρια ήθη και έθιμα, με ανάπτυξη πολιτισμού, ακόμη και με τον απολύτως απαραίτητο εμπλουτισμό της γονιδιακής δεξαμενής, η οποία αν δεν ανανεώνεται, οδηγεί στις εκφυλιστικές ασθένειες που προαναφέρθηκαν.
Η οδός Παπαδιαμάντη σήμερα είναι ένας δρόμος γεμάτος με εμπορικά μαγαζιά, σφύζει από ζωή, και συνεισφέρει ένα σημαντικό ποσοστό στο συνολικό ΑΕΠ του νησιού.
Σήμερα ανοίγουν συνεχώς καινούρια σούπερ μάρκετ μεγάλων αλυσίδων, ο τόπος θρέφει ικανοποιητικά τα παιδιά του.
Οι ναυτικοί σήμερα είναι μειοψηφία στο νησί, και αυτοί περιορίζονται στις θέσεις των ανώτερων πληρωμάτων (καπεταναίοι, μηχανικοί), καλοπληρωμένοι εργαζόμενοι, που επιστρέφουν στη μητέρα γη κάθε έξι με οκτώ μήνες.
Σήμερα, έχουμε ένα εξοπλισμένο κέντρο υγείας με αρκετούς γιατρούς και προσωπικό (πάντα θα χρειάζονται περισσότεροι), ιδιωτικές κλινικές και ιδιώτες γιατρούς που δεν κατάγονται από το νησί, έρχονται από επιλογή, κάτι που σημαίνει ότι ο τόπος μπορεί να τους θρέψει. Το προσδόκιμο ζωής ήταν περίπου 70 χρόνια, ενώ σήμερα είναι 82, δηλαδή ανέβηκε πάνω από δέκα χρόνια τα τελευταία πενήντα χρόνια.
Ο τόπος πλουτίζει, οι άνθρωποι ζουν σε μοντέρνα, άνετα σπίτια, με κεντρική θέρμανση και ψύξη. Οι περισσότεροι βιοπορίζονται με τον τουρισμό, ο οποίος δημιουργεί σοβαρά εισοδήματα και υπεραξία, αποτέλεσμα των οποίων είναι όπως προαναφέρθηκε οι ελάχιστοι πλέον ναυτικοί. Οι όποιοι ντόπιοι ξενιτεύονται, το κάνουν γιατί θέλουν να ακολουθήσουν άλλα επαγγέλματα, ευκαιρίες καριέρας, ή επιλέγουν άλλους τόπους για ιδίους λόγους.
Ο αθλητισμός στο νησί ανθεί, υπάρχουν ομάδες ποδοσφαίρου, βόλεϊ, μπάσκετ, υπάρχουν πολλά άλλα αθλήματα που φέρνουν διακρίσεις τελευταία, δείχνοντας το υψηλό επίπεδο, ενώ υπάρχουν πολλαπλές δραστηριότητες ακόμη και τον χειμώνα.
Τα πλοία που έρχονται στο νησί είναι καινούρια, γρήγορα, αξιόπιστα και ασφαλή.
Είναι αυτά αρκετά; Όχι βέβαια! Εχθρός του καλού, είναι το καλύτερο. Είναι φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων οι νέοι άνθρωποι να ζητούν περισσότερα, να παλεύουν, να προσπαθούν, να ονειρεύονται. Και είναι υποχρέωση των κρατούντων να αναβαθμίζουν συνεχώς τις παρεχόμενες υπηρεσίες, οι οποίες σε πολλούς τομείς, δεν έχουν σημειώσει σοβαρή πρόοδο: το νερό είναι ακόμη γλυφό, η κίνηση των αυτοκινήτων είναι τραγικά αφημένη στον αυτόματο πιλότο, τα δρομολόγια των πλοίων είναι μη ωφέλιμα, δεν εξυπηρετούν ούτε τους ντόπιους, ούτε τους επισκέπτες, τα δημόσια έργα υποδομής είναι αλλοπρόσαλλα είτε απλά δεν υπάρχουν, ο τόπος δίνει την αίσθηση πολλές φορές ότι βαδίζει χωρίς σκοπό, χωρίς πυξίδα, οι κρατούντες επιδεικνύουν αλαζονικές συμπεριφορές και αδυναμία κατανόησης και ευθυγράμμισης με το κοινό αίσθημα. Αυτά όμως, είναι το περιεχόμενο ενός άλλου άρθρου.
Γιώργος Βιολέττας,
Εκ Σκιάθου
