Το καλτερίμι | Γράφει ο π. Παντελεήμων Χούλης
2026-06-20 10:30:44
Το καλτερίμι ήταν ακόμη βρεγμένο από τη νυχτερινή δροσιά.
Κρατώντας στα χέρια το Άγιο Ποτήριο, καλυμμένο με το μάκτρο, βάδιζα αργά τους ήσυχους δρόμους με σκυμμένο το κεφάλι, αμίλητος αφού κρατούσα τα Άχραντα Μυστήρια. Η ημέρα μόλις γεννιόταν. Το φως της αυγής άγγιζε δειλά τις πέτρινες αυλές και τα κλειστά παράθυρα, ενώ η σιωπή της πρωινής ώρας κυοφορούσε το νέο.
Έφτασα στο τέλος του δρόμου , εκεί που βρισκόταν ένα σπίτι γνώριμο. Με περίμενε με χαρά ακόμη και τώρα που οι δικοί του άνθρωπο έστεκαν σκυθρωποί, εκεινος ετοιμαζόταν να περάσει το κατώφλι της αιωνιότητας. Το σώμα του ήταν πλέον εξαντλημένο· όμως στα μάτια του έμενε ακόμη μια γαλήνη προσμονής και ελπίδας. Μια γαλήνη που δεν γεννιέται από τις βεβαιότητες αυτού του κόσμου, αλλά από την εμπιστοσύνη στον Χριστό, τον χαιρέτισα με ένα διακριτικό νεύμα.
Όταν κοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια, το πρόσωπό του φωτίστηκε με ένα ήρεμο χαμόγελο. Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια. Εκείνη τη στιγμή μιλούσε η ευχή της Εκκλησίας, μιλούσε η χάρη του Θεού, μιλούσε η σιωπηλή παρουσία Εκείνου που νίκησε τον θάνατο.
Βγαίνοντας από το σπίτι, στάθηκα για λίγο στο κατώφλι. Ο ήλιος είχε πλέον ανατείλει και το χρυσό του φως απλωνόταν στα καλντερίμια, στις στέγες και στις αυλές της πόλης. Και καθώς αντίκριζα εκείνη την ανατολή, ένιωσα πως η Εκκλησία δεν συνοδεύει τον άνθρωπο απλώς στο τέλος. Τον συνοδεύει μέχρι την πύλη της Αναστάσεως.
