Όταν η εικόνα ενός τόπου χάνεται μέσα στις πινακίδες | του Νικόλαου Σαρούκου (*)
2026-06-15 13:39:57
Η εικόνα ενός τόπου δεν διαμορφώνεται μόνο από το φυσικό του περιβάλλον. Δεν είναι μόνο η θάλασσα, τα καλντερίμια, η αρχιτεκτονική ή το τοπίο που δημιουργούν την ταυτότητά του. Είναι και η συνολική οπτική εμπειρία που βιώνει ο κάτοικος και ο επισκέπτης καθώς κινείται μέσα στον δημόσιο χώρο.
Και ακριβώς εκεί εντοπίζεται ένα πρόβλημα που τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και πιο εμφανές σε πολλούς τουριστικούς προορισμούς της χώρας: η ανεξέλεγκτη οπτική ρύπανση.
Από το παλιό και το νέο λιμάνι της Σκιάθου μέχρι την οδό Παπαδιαμάντη, από τη Χώρα της Σκοπέλου μέχρι τον Άγιο Ιωάννη Πηλίου, το Χορευτό και τα παράλια της Λάρισας, το φαινόμενο εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές αλλά με κοινά χαρακτηριστικά. Πινακίδες κάθε μεγέθους, κάθε χρώματος και κάθε τεχνολογίας. Φωτεινές επιγραφές, ψηφιακές οθόνες, διαφορετικές γραμματοσειρές, διαφορετικά υλικά, διαφορετικές αισθητικές αντιλήψεις. Τέντες σε κάθε πιθανό χρωματικό συνδυασμό. Προσόψεις που μοιάζουν να λειτουργούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη.
Το αποτέλεσμα είναι συχνά μια εικόνα χωρίς συνοχή.
Η επιχειρηματική προβολή που γίνεται οπτικός θόρυβος
Κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα μιας επιχείρησης να προβάλλεται. Η σήμανση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της εμπορικής δραστηριότητας και της λειτουργίας μιας τουριστικής αγοράς.
Το ερώτημα όμως δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν πινακίδες. Το ερώτημα είναι αν μπορούν να συνυπάρχουν μέσα σε ένα πλαίσιο κανόνων που θα προστατεύει τον χαρακτήρα του τόπου.
Σήμερα, σε πολλές περιοχές, φαίνεται να επικρατεί μια διαφορετική λογική. Κάθε επιχείρηση επιλέγει αυτόνομα το μέγεθος, το χρώμα, το υλικό και τον τρόπο προβολής της. Το αποτέλεσμα μπορεί να εξυπηρετεί τη μεμονωμένη επιχείρηση, αλλά συχνά επιβαρύνει τη συνολική εικόνα του προορισμού.Και όταν δεκάδες ή εκατοντάδες μεμονωμένες επιλογές συσσωρεύονται στον ίδιο δημόσιο χώρο, τότε η προβολή μετατρέπεται σε οπτικό θόρυβο.
Η απώλεια της παραλιακής ταυτότητας
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο στις παραλιακές ζώνες.
Παραδοσιακά, οι παραλιακοί οικισμοί και τα λιμάνια διέθεταν μια σχετική αισθητική ενότητα. Τα κτίρια, οι όψεις και οι κοινόχρηστοι χώροι συνέθεταν μια εικόνα που λειτουργούσε ως αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας του επισκέπτη.
Σήμερα, σε αρκετές περιπτώσεις, αυτή η ενότητα έχει χαθεί. Ο επισκέπτης δεν βλέπει πλέον μια παραλία ή ένα λιμάνι ως ενιαίο σύνολο. Βλέπει μια αλληλουχία από διαφορετικά χρώματα, διαφορετικές τέντες, διαφορετικές επιγραφές και διαφορετικές αισθητικές προσεγγίσεις που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για προσοχή.
Η εικόνα του τόπου κατακερματίζεται. Και όταν χάνεται η ενιαία εικόνα, χάνεται ταυτόχρονα και ένα σημαντικό μέρος της ταυτότητας του προορισμού.
Το λεπτό όριο ανάμεσα στην προβολή και το κιτς
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση. Οι σύγχρονοι ταξιδιώτες αναζητούν όλο και περισσότερο αυθεντικότητα. Αναζητούν τόπους με χαρακτήρα, αισθητική συνοχή και πολιτισμική ταυτότητα.
Αυτό που προσελκύει τον επισκέπτη δεν είναι η υπερβολή. Είναι η αίσθηση αρμονίας. Όταν όμως η δημόσια εικόνα ενός προορισμού κατακλύζεται από υπερμεγέθεις επιγραφές, έντονα χρώματα, ασύνδετα αισθητικά στοιχεία και διαρκή οπτικά ερεθίσματα, τότε η γραμμή που χωρίζει την εμπορική προβολή από το κιτς γίνεται εξαιρετικά λεπτή.
Και σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεπερνιέται. Το ζήτημα δεν είναι αισθητικός ελιτισμός. Είναι θέμα ποιότητας του δημόσιου χώρου.
Η περίπτωση των παραδοσιακών οικισμών
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα σε περιοχές με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό χαρακτήρα. Η Χώρα της Σκοπέλου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρόκειται για παραδοσιακό οικισμό με συγκεκριμένα μορφολογικά χαρακτηριστικά και ιστορική φυσιογνωμία.
Όταν σε τέτοιους χώρους η σήμανση, οι τέντες και οι εξωτερικές παρεμβάσεις δεν ακολουθούν μια κοινή λογική, δημιουργείται μια αντίφαση ανάμεσα στην προστατευόμενη αρχιτεκτονική κληρονομιά και στην καθημερινή εικόνα που τελικά αντιλαμβάνεται ο επισκέπτης. Η προστασία ενός παραδοσιακού οικισμού δεν περιορίζεται μόνο στα κτίρια. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο αυτά παρουσιάζονται στον δημόσιο χώρο.
Υπάρχει λύση;
Η απάντηση είναι ναι.
Και μάλιστα χωρίς συγκρούσεις και χωρίς οικονομική επιβάρυνση που να καθιστά την προσαρμογή ανέφικτη. Οι τοπικοί δήμοι μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλία εκπονώντας κανονισμούς αισθητικής ομοιογένειας για συγκεκριμένες περιοχές υψηλής επισκεψιμότητας. Να καθορίσουν βασικές προδιαγραφές για τις επιγραφές, τα υλικά, τον φωτισμό, τα χρώματα και τις τέντες.
Όχι με λογική απαγορεύσεων, αλλά με λογική κατεύθυνσης.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι μια τέτοια μετάβαση πρέπει να γίνει σταδιακά. Μια περίοδος προσαρμογής πέντε ετών θα έδινε στις επιχειρήσεις τον απαραίτητο χρόνο ώστε οι αλλαγές να ενσωματωθούν στον φυσιολογικό κύκλο ανακαινίσεων και αντικαταστάσεων εξοπλισμού. Με αυτόν τον τρόπο, η αισθητική αναβάθμιση θα γίνει οικονομικά βιώσιμη και κοινωνικά αποδεκτή.
Η εικόνα ενός τόπου είναι κοινό αγαθό
Συχνά αντιμετωπίζουμε την αισθητική ως δευτερεύον ζήτημα. Στην πραγματικότητα όμως αποτελεί αναπτυξιακό εργαλείο. Οι επιτυχημένοι προορισμοί του μέλλοντος δεν θα ανταγωνίζονται μόνο με βάση τις παραλίες ή τις υποδομές τους. Θα ανταγωνίζονται και με βάση την ποιότητα της εμπειρίας που προσφέρουν.
Και η οπτική εμπειρία αποτελεί βασικό μέρος αυτής της ποιότητας. Η συζήτηση λοιπόν δεν αφορά απλώς τις πινακίδες ή τις τέντες. Αφορά την ίδια την εικόνα των τόπων μας. Αφορά το πώς θέλουμε να παρουσιάζεται η Σκιάθος, η Σκόπελος, το Πήλιο και κάθε τουριστικός προορισμός τα επόμενα χρόνια.
Διότι η εικόνα ενός τόπου δεν ανήκει αποκλειστικά σε καμία επιχείρηση και σε κανέναν φορέα. Είναι ένα συλλογικό κεφάλαιο. Και όπως κάθε πολύτιμο κεφάλαιο, χρειάζεται προστασία, σχέδιο και κυρίως κοινή αντίληψη για το μέλλον του.
(*) Νικόλαος Σαρούκος
Προϊστάμενος Ελέγχου, Επιθεωρήσεων και Τουριστικής Ανάπτυξης Θεσσαλίας
Υπουργείο Τουρισμού | Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Θεσσαλίας
