Η Σκιάθος στο όριο ή τα όρια της Σκιάθου; | Μήπως η ανάπτυξη τρέχει πιο γρήγορα από τις υποδομές ; | του Νικολαου Σαρούκου (*)
2026-05-26 08:32:20
Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα ενός τόπου δεν αποτυπώνεται σε στατιστικές, πανηγυρικούς τίτλους και φωτογραφίες από γεμάτα beach bars. Αποτυπώνεται σε κάτι πολύ πιο απλό. Στην αναμονή μέσα σε ένα μποτιλιάρισμα της Παπαδιαμάντη μέσα στον Αύγουστο. Στην αγωνία ενός επαγγελματία όταν «πέφτει» η ύδρευση σε ώρα αιχμής. Στον κάτοικο που ψάχνει επί σαράντα λεπτά να παρκάρει έξω από το σπίτι του. Στον επισκέπτη που αντικρίζει ξεχειλισμένους κάδους απορριμμάτων, ενώ λίγες ώρες πριν είχε ανεβάσει στο Instagram το «νησί-παράδεισο».
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις αφίξεις, στις πληρότητες, στις νέες αεροπορικές συνδέσεις και στην αέναη ανάγκη να βαφτίζουμε κάθε καλοκαίρι ως «το καλύτερο όλων των εποχών», εμφανίζεται μία λέξη σχεδόν απαγορευμένη: κορεσμός.
Η επιτυχία που πιέζει τις αντοχές της
Η Σκιάθος, αναμφίβολα, αποτελεί ένα από τα πλέον ισχυρά τουριστικά brands της χώρας. Ένα νησί με σπάνιο φυσικό κάλλος, εξαιρετική αεροπορική συνδεσιμότητα, ισχυρή αναγνωρισιμότητα στο εξωτερικό και μία τουριστική δυναμική που πολλοί προορισμοί θα ζήλευαν. Και αυτή ακριβώς η επιτυχία είναι που σήμερα δοκιμάζει τις αντοχές της.
Διότι ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας. Ο τουρισμός της Σκιάθου «τρέχει» πλέον με ρυθμούς Formula 1, την ώρα που σημαντικό μέρος των υποδομών της συνεχίζει να κινείται με ταχύτητες… επαρχιακού ΚΤΕΛ δεκαετίας ’90. Σκληρό; Ίσως. Ανακριβές; Δυστυχώς όχι.
Κάθε καλοκαίρι, και ιδίως στο δίμηνο Ιουλίου – Αυγούστου, το νησί δείχνει να φτάνει στα όριά του. Το οδικό δίκτυο ασφυκτιά. Η στάθμευση μετατρέπεται σε καθημερινό survival game. Οι ανάγκες ύδρευσης αυξάνονται εκθετικά. Τα δίκτυα αποχέτευσης πιέζονται στο μέγιστο. Η διαχείριση απορριμμάτων καλείται να εξυπηρετήσει πληθυσμούς πολλαπλάσιους των μόνιμων κατοίκων. Και όλα αυτά σε έναν γεωγραφικά περιορισμένο χώρο, ο οποίος δεν διαθέτει την πολυτέλεια ανεξέλεγκτης επέκτασης.
Οι δύο εύκολες σχολές σκέψης
Βέβαια, κάπου εδώ εμφανίζονται δύο εύκολες και βολικές σχολές σκέψης. Η πρώτη λέει: «Μην γκρινιάζετε. Ο τουρισμός φέρνει χρήμα». Η δεύτερη απαντά: «Να σταματήσει η ανάπτυξη». Προσωπικά, θεωρώ και τις δύο προσεγγίσεις εξίσου επιφανειακές.
Διότι το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι ούτε η δαιμονοποίηση του τουρισμού ούτε η άκριτη αποθέωσή του. Το ζητούμενο είναι η ισορροπία. Και κυρίως η πρόβλεψη.
Δεν μπορείς να πανηγυρίζεις για ολοένα περισσότερες αφίξεις, χωρίς να επενδύεις ταυτόχρονα σε ολοένα ισχυρότερες υποδομές. Δεν γίνεται να επιδιώκεις αύξηση πτήσεων, νέες αγορές, μεγαλύτερη επισκεψιμότητα και παράλληλα να θεωρείς ότι το νησί θα συνεχίσει εσαεί να λειτουργεί «κάπως θα βολευτούμε». Διότι κάποια στιγμή, δεν θα βολεύεται κανείς.
Ο επισκέπτης του 2026 δεν συγχωρεί…
Και ας μην γελιόμαστε. Ο επισκέπτης του 2026 δεν είναι ο τουρίστας του 1996. Είναι πολύ πιο απαιτητικός, πολύ πιο γρήγορος στην αξιολόγηση και ακόμη γρηγορότερος στην αρνητική κριτική. Μία εικόνα κυκλοφοριακής παράλυσης, μία απλή διακοπή νερού, μια διαρροή λυμάτων ή μία αίσθηση εγκατάλειψης αρκούν πλέον για να δημιουργήσουν δυσανάλογη ζημιά στην εικόνα ενός προορισμού.
Κάπου εδώ όμως οφείλουμε να κάνουμε και μία άβολη παραδοχή. Οι υποδομές δεν «φαίνονται» πολιτικά όσο φαίνεται μία φιέστα προβολής. Ένας βιολογικός καθαρισμός δεν κόβει κορδέλες με glamour. Ένα νέο δίκτυο ύδρευσης δεν συγκεντρώνει likes. Μία σοβαρή κυκλοφοριακή μελέτη δεν παράγει εντυπωσιακά reels.
Και ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγάλες παθογένειες της ελληνικής τουριστικής πραγματικότητας: αγαπάμε υπερβολικά το περιτύλιγμα και επενδύουμε ανεπαρκώς στα θεμέλια.
Η εποχικότητα ως πολλαπλασιαστής του προβλήματος
Ωστόσο, για να είμαστε απολύτως δίκαιοι, το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά τοπικό. Πρόκειται για μία πανελλαδική συζήτηση που πλέον αφορά δεκάδες δημοφιλείς προορισμούς. Η διαφορά είναι ότι στη Σκιάθο το φαινόμενο γίνεται πιο έντονο λόγω της γεωμορφολογίας, της πυκνότητας επισκεψιμότητας και της ακραίας εποχικότητας.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το νησί καλείται να εξυπηρετήσει πληθυσμιακές ανάγκες πολλαπλάσιες των φυσιολογικών του δυνατοτήτων. Και αυτό, αργά ή γρήγορα, αφήνει αποτύπωμα παντού: στην καθημερινότητα των κατοίκων, στην ποιότητα ζωής, στην εμπειρία του επισκέπτη, ακόμη και στην ψυχολογία της τοπικής κοινωνίας.
Χρειαζόμαστε διαχείριση της επιτυχίας
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία: χρειαζόμαστε ένα νέο μοντέλο διαχείρισης της επιτυχίας μας.
Όχι με φοβικά σύνδρομα. Όχι με λογικές «να μην έρχεται άλλος κόσμος». Αυτές είναι προσεγγίσεις αυτοκαταστροφικές για μία οικονομία βαθιά συνδεδεμένη με τον τουρισμό. Αλλά με σοβαρό σχεδιασμό, με επιτάχυνση έργων υποδομής, με χρηματοδοτικά εργαλεία που δεν θα χάνονται στη γραφειοκρατία, με ουσιαστική συνεργασία κράτους, αυτοδιοίκησης και τουριστικών φορέων. Διότι η βιωσιμότητα ενός προορισμού δεν κρίνεται όταν όλα λειτουργούν τον Μάιο. Κρίνεται όταν ο προορισμός πιέζεται στο «κόκκινο» τον Δεκαπενταύγουστο.
Η Σκιάθος δεν κινδυνεύει από την επιτυχία της. Κινδυνεύει από το να θεωρήσει ότι η επιτυχία της είναι δεδομένη. Και στην τουριστική οικονομία, τίποτα απολύτως δεν είναι δεδομένο. Ειδικά όταν οι υποδομές αρχίζουν να εκπέμπουν SOS πίσω από τις καρτ ποστάλ.
(*)Νικόλαος Σαρούκος
Προϊστάμενος Ελέγχου, Επιθεωρήσεων και Τουριστικής Ανάπτυξης Θεσσαλίας
Υπουργείο Τουρισμού
Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Θεσσαλίας
