Η ιστορική αναδρομή τέλεσης της επίσημης πανήγυρης του Αγίου Ρηγίνου στη Σκόπελο και η λαϊκή προφορική παράδοση για το Δρακοντόσχισμα, μέσα από διασωσμένα κείμενα από τον π. Κων/νο Καλλιανό| Της Μελαχροινάκη Ηρώ
2026-02-17 10:26:14
Η Μονή και ο τάφος του Αγίου Ρηγίνου το 1900 περίπου. Φωτογραφία του Γ. Λαμπάκη, δημοσιευμένη στο Καλλιανός, 2024: 14.
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Ρηγίνος, ο πρώτος Επίσκοπος Σκοπέλου τον 4ο αιώνα μ.Χ., αποτελεί τον προστάτη και πολιούχο Άγιο της νήσου Σκοπέλου, όπου και μαρτύρησε.
Μόλις το 1901 και χάρη στον τότε δήμαρχο Σκοπέλου Π. Σίσκο, ξεκίνησε να τελείται στις 25 Φεβρουαρίου η επίσημη πανήγυρη του Αγίου Ρηγίνου. Στις 18 Φεβρουαρίου του 1901 δημοσιεύεται στην Πανθεσσαλική εφημερίδα του Βόλου το ακόλουθο κείμενο- κάλεσμα- ιστορική αναδρομή, το οποίο σώζεται αυτούσιο στην καθαρεύουσα από το θησαυρό της Σκοπέλου, τον αείμνηστο π. Κώστα Καλλιανό, στο ιστορικό σημείωμα «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΗΓΙΝΟΥ ϹΤΗ ϹΚΟΠΕΛΟ», 2024. Ακολουθεί το κείμενο, όχι όπως είναι αντιγραμμένο από τον π. Κων/νο Καλλιανό στο βιβλίο, αλλά μεταγραμμένο στα νέα ελληνικά, με ορισμένες επεξηγήσεις:
«Αγαπητό μου εν Χριστώ παιδί,
Στην κορυφή του χαμοβουνίου, που αποτελεί τη δυτική πλευρά του πανέμορφου δεξιού σκέλους της χαριέστατης πεδιάδας, η οποία απλώνεται από το βόρειο μέχρι το νότιο μέρος της νήσου Σκοπέλου, σε τοποθεσία θαυμάσιας θέας, έθαψαν οι Σκοπελίτες τον Πολιούχο και Μάρτυρα Επίσκοπό τους, τον Άγιο Ρηγίνο, στις 27 Φεβρουαρίου του 362 μ.Χ., όταν έγινε ο Μέγας Διωγμός των Χριστιανών από τον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη. Αυτό συνέβη διότι, κατά τη διάρκεια της νύχτας, έγινε πυρπόληση του ναού του Απόλλωνα που ήταν μέσα στη Δάφνη και η πυρκαγιά αποδόθηκε στους Χριστιανούς.
Από εκεί η θέα είναι θαυμάσια· στους πρόποδες αυτού του χαμοβουνίου απλώνεται μια εξαιρετικά όμορφη πεδιάδα, κατάφυτη από ελαιώνες, αμπελώνες και πορτοκαλεώνες. Αυτή καταλήγει, από τη μία πλευρά, σε τρεις λόφους, πάνω στους οποίους είναι χτισμένη αμφιθεατρικά η λευκή πόλη της Σκοπέλου· από την άλλη, σε απότομους βράχους, που στολίζονται κατά τη δύση του ήλιου με τα λαμπρά χρώματα που τους στέλνει ο ουρανός· και παραπέρα, στην αργυρή ζώνη της θάλασσας, η οποία συντρίβεται στην ακτή.
Το πέλαγος της πρώτης Ερατεινής Μακεδονίας γεμίζει τις ακτές της νήσου· και από το ψηλό χαμοβούνι το βλέμμα του ανθρώπου διακρίνει τις λεπτές γραμμές, τις αιθέριες, που σχηματίζονται στο βάθος του ορίζοντα από τις ακτές της Χαλκιδικής, καθώς και το Άγιον Όρος με την επιβλητική μεγαλοπρέπειά του, το οποίο νομίζεις πως τείνει το χέρι για να αγκαλιάσει την ελεύθερη Ελλάδα.
Καθώς η ατμόσφαιρα καθαρίζει και γίνεται διαυγής, μεταβάλλονται τα θαυμαστά πρίσματα επάνω στη θάλασσα, που κινούνται για να αντανακλάσουν τον ήλιο, και περνούν μπροστά σου σαν σε καλειδοσκόπιο οι πρώτες εικόνες του ορατού· εικόνες που βλέπεις ώρα με την ώρα, αλλά που αλλάζουν διαδοχικά, προβάλλοντας εκτυφλωτικά χρώματα, από το βαθύ γαλάζιο ως την απαλόχρωμη απόχρωση της χνοώδους επιφάνειας του ροδάκινου.
Εκεί ήδη έχει καθιερωθεί, να συγκεντρώνεται ο λαός της Σκοπέλου στις 27 (25) Φεβρουαρίου, από τον άριστο Δήμαρχο κ. Παναγιώτη Σίσκο, να γιορτάσει για πρώτη φορά, με τη συμμετοχή περίπου 900 δημοτών, τη μνήμη του Αγίου Ρηγίνου. Το πρόγραμμα, το οποίο τόσο σεμνά υποδεικνύει τον ζήλο σου, παιδί μου, είναι να ζητήσεις, μαζί με όσους απέμειναν από τον παλιό βίο, τη συμπλήρωση της Ιστορίας του ιερομάρτυρα Ρηγίνου.
Ο Άγιος Ρηγίνος ήταν ανιψιός του Μητροπολίτη Λαρίσης, Αγίου Αχιλλείου, υπό τη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν η Επισκοπή Σκοπέλου–Σκιάθου, στην οποία επίσκοπος είχε διοριστεί ο Ρηγίνος από την εύανδρο Λειβαδία. Πότε ακριβώς διορίστηκε επίσκοπος δεν είναι γνωστό. Αναφέρεται μόνο ότι στη Σύνοδο της Σαρδικής (σημερινή Σόφια), που συγκροτήθηκε το 347 μ.Χ., έλαβε μέρος μαζί με τον θείο του Αχίλλειο, υποστηρίζοντας και οι δύο, με θεσπέσιους λόγους, το αμόλυντο σύμβολο της Πίστεως, το οποίο είχε ψηφιστεί από την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας και ο Κ. Παπαρηγόπουλος θεωρεί ότι συμμετείχαν σε αυτήν.
Ο αρχαίος κόσμος βρισκόταν σε παρακμή και κάθε μέρα δημιουργούνταν ένας νέος κόσμος υπό την καθοδήγηση του Χριστιανισμού, τον οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος προστάτευσε, προσαρμόζοντας τα περισσότερα νομοθετήματά του στο πνεύμα αυτής της θρησκείας. Όμως η εφαρμογή των νόμων στους ανθρώπους δεν μπορεί να αποφύγει πλήρως την ανθρώπινη ατέλεια και μόνο η μακρόχρονη δοκιμασία καθιστά τα έργα καρποφόρα.
Η χριστιανική θρησκεία, κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διχάστηκε εξαιτίας του Αρείου και των θέσεών του μέσα στην εκκλησία και άρχισε να συγκρούεται ανοιχτά. Ο Άρειος, ο θεοσεβής και δεινός σε αυτή την επιστήμη, που ερεύνησε ειρηνικά τη θεία φύση του Σωτήρα, υποστήριζε ότι, αφού ο Υιός έχει γεννηθεί, σημαίνει ότι και ο Πατήρ προϋπήρχε, και επομένως ο Υιός δεν υπήρξε από αιώνες πριν.
Βάσει αυτού του δόγματος, η θρησκεία μας, που βασίζεται σε αποκάλυψη, ανατρεπόταν εντελώς, μεταβαίνοντας σταδιακά σε φιλοσοφική. Εναντίον του δεινού αυτού πρεσβυτέρου, αντεπεξήλθε ο μέγας διδάσκαλος της εκκλησίας, Άγιος Αθανάσιος στη Νίκαια, στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, όπου ανακηρύχθηκε η θεία φύση του Σωτήρα και συντάχθηκαν τα επτά πρώτα άρθρα του συμβόλου της Πίστης μας, με την αναθεμάτιση του Αρείου.
Όμως οι διενέξεις δεν έπαυσαν, διότι οι κόλακες που περιβάλαν τον βασιλιά, καθώς και ο Ευσέβιος της Νικομήδειας, αυτός ο ενσαρκωμένος σατανάς, έπεισαν τον βασιλέα να εξορίσει τον Άγιο Αθανάσιο από τον θρόνο της Αλεξάνδρειας και να συγχωρήσει τον Άρειο, που συνομολογούσε ότι ο Υιός δεν είναι ομοούσιος προς τον Πατέρα, αλλά διαφορετικός. Σ’ αυτήν την αναστάτωση βρίσκονταν τα πράγματα της Εκκλησίας, διότι πέθανε και ο Μέγας Κωνσταντίνος και στη θέση του, στην εξουσία της Ανατολής, τον διαδέχθηκε ο αγαπημένος του γιός Κωνστάντιος, που είχε πολύ αδύναμο χαρακτήρα.
Καταρχάς, επιχείρησε ο πατέρας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, πέρα από τις Άλπεις, να επαναφέρει από τον θρόνο της Αλεξάνδρειας τον Άγιο Αθανάσιο. Όμως, σύντομα ο Αθανάσιος εξορίστηκε, και ταυτόχρονα, με την παρέμβαση του ευνούχου που υπηρέτησε με ευσέβεια, υποβιβάστηκε από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως όπως κήρυξε ο Άγιος Παύλος, έτσι και ο Πατριάρχης Μακεδόνιος, σύμφωνος με τους ευσεβείς, γίνεται κυρίαρχος. Και οι Αρειρανοί αναλαμβάνουν τον έλεγχο των πραγμάτων.
Όμως εκείνοι οι άνδρες, εμπνεόμενοι από το Πνεύμα του Θεού, δεν υποχώρησαν μπροστά στις συμφορές και τους κινδύνους που τους απειλούσαν, καθώς και την Εκκλησία, αλλά, έχοντας πεποίθηση για τη νίκη που θα έφερνε ο Χριστιανισμός, παρόλες τις μηχανορραφίες και τις κακοβουλίες που είχαν επικαθίσει πάνω τους και τις ευεργεσίες που έπρεπε να ανταποδώσουν, παρέμειναν καρτερικοί και πολεμούσαν γενναία, ακόμη και θυσιάζοντας τη ζωή τους. Οι Άγιοι Αθανάσιος και Παύλος, που είχαν καταλάβει τους πατριαρχικούς θρόνους της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά υποβιβάστηκαν και εξορίστηκαν, κατέφυγαν τότε στη Ρώμη, πρωτεύουσα του Δυτικού κράτους, και τέθηκαν υπό την προστασία του αυτοκράτορα Κωνστάντο Α΄ και του Πάπα Ιουλιανού. Οι δύο προσπαθώντας να πείσουν τον Αυτοκράτορα της Ανατολής, Κωνστάντιο, ώστε να επαναφέρει αυτούς στους θρόνους και να απομακρύνει τους Αρειανούς, απέτυχαν. Ωστόσο, κατάφεραν να τον πείσουν να συγκληθεί σύνοδος, ώστε να εξετάσει τα ζητήματα που αφορούσαν αυτούς και τις συνεννοήσεις της Ανατολής σχετικά με την απιστία. Έτσι, συγκλείθηκε το 347 η Σύνοδος της Σαρδικής στη Σόφια της Μοισίας, στην οποία παρέστησαν 370 επίσκοποι, εκ των οποίων 300 από τη Δύση και 70 από την Ανατολή.
Στη Δ΄ Σύνοδο, συμμετείχαν ο Άγιος Ρηγίνος και ο Άγιος Αχίλλειος, οι οποίοι τότε υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Πάπα. Οι Ανατολικοί, υπέρ των Ευσέβιων και των Μακεδόνιο, δεν αποδέχθηκαν όσα αποφασίστηκαν. Αντίθετα, οι 300 επίσκοποι της Δύσης επικύρωσαν τα ψηφίσματα της προηγούμενης Συνόδου. Έτσι σχηματίστηκαν δύο μερίδες μεταξύ των συμμετεχόντων, όσων υποστήριζαν τους Ευσέβιους, με διαφωνίες σχετικά με την αρχή του Αρείου, όσον αφορά το αν ο Υιός είναι ομοούσιος ή ομοιούσιος ή όχι με τον Πατέρα.
Και η Σύνοδος διαλύθηκε, αφού ψηφίστηκαν είκοσι κανόνες, επιβεβαιώνοντας την ορθότητα των αποφάσεων της Συνόδου της Νίκαιας. Ωστόσο, η κρίση της Εκκλησίας έγινε σφοδρότερη από τους Αρειανούς, υπό την ηγεσία των καταραμένων Ευσεβίου και Μακεδόνιου, οι οποίοι έγιναν κυρίαρχοι του αδύναμου χαρακτήρα του Κωνσταντίου. Αυτός, κατά θεία παραχώρηση, στρεφόμενος εναντίον του Κωνστάντου, κατέστρεψε ολοκληρωτικά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπό την αδύναμη διοίκηση και την εξουσία του. Ο διωγμός τότε των οπαδών του ομοούσιου Υιού υπήρξε σφοδρός, και χιλιάδες από αυτούς σφαγιάστηκαν από τους κυρίους των πραγμάτων, τους Αρειανούς.
Κατά τη βασιλεία του ανδρός αυτού, ο οποίος έβαψε τα χέρια του με το αίμα δύο θείων του, επτά ξαδέλφων και χιλιάδων Χριστιανών, συνέβησαν πολλά γεγονότα με θανάτους το 361 μ.Χ. Τον διαδέχθηκε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο οποίος, σύμφωνα με τον ιστορικό Παπαρηγόπουλο, φάνταζε, σαν εραστής που στέκεται μπροστά στο πτώμα της αγαπημένης του, ότι μπορούσε με τα φιλιά και τα φτύματα του να εμφυσήσει ζωή στο σώμα ζωή, σώζοντας έτσι, κατά τη φαντασία του, αδιάφορες αλλά μη νεκρές ψυχές. Ο Ιουλιανός, βλέποντας τα κακά που επέρχονταν στο κράτος εξαιτίας της επικράτησης του Αρειανισμού στην πίστη των Χριστιανών, θέλησε να αναστηλώσει τη θρησκεία των Ελλήνων, της Αθηνάς και του Απόλλωνος. Έτσι, η βασιλεία του διήρκεσε μόλις δύο έτη, από το 361 έως το 363 μ.Χ. Δεν ξεκίνησε σκληρούς διωγμούς κατά των Χριστιανών, αν και υπήρξε καταστροφή, όπως όταν κάηκε ο Ναός του Απόλλωνα στη Δάφνη. Όμως, επειδή ο επίσκοπος Σκοπέλου, Ρηγίνος, ήταν ένας από τους εκλεκτούς της Εκκλησίας, ο έπαρχος της Ελλάδας ήρθε στη Σκόπελο και απαίτησε να πιστέψουν οι ντόπιοι στα είδωλα. Το διάταγμά του περιφρονήθηκε και τότε απέδωσε την αποτυχία του, στον Ποιμενάρχη Ρηγίνο και έτσι, σύμφωνα με το ποίημα του Καισάριου Δαπόντε:
«Τώρα τον ρίχνουν στη γη, τον απλώνουν και τον δένουν άσπλαχνα, και τον σέρνουν, καταξεσχίζοντάς τον με σιδερένια νύχια.
Τώρα τον απλώνουν πάνω στη φωτιά και του καίνε ακόμη και την καρδιά.
Τώρα πάλι τον βάζουν στη φυλακή, ώσπου να συλλογιστούν και άλλη τιμωρία·
με σούβλες και πυρωμένα σίδερα να τον κατατρυπούν.
Όχι θηρία, μα άνθρωποι, να τον βασανίζουν έτσι.
Τώρα του βάζουν στα νύχια καλάμια·
και ύστερα τραβώντας τα, να βγαίνουν μαζί με τα νύχια.
Ύστερα, σαν να ήταν ανυπάκουος, τον γυρίζουν ξανά,
τον περιφέρουν γυμνό, τον εξευτελίζουν και τον διαπομπεύουν.
Άγγελοι στο δέσιμό του, μα δήμιοι στους τρόπους τους…
Τον κάνουν περίγελο, παιχνίδι των ανθρώπων.
Πότε τον στραγγαλίζουν με εκείνους τους τροχούς,
πότε τον βράζουν, πότε τον λιώνουν.
Κι αφού δοκίμασαν τα πάντα, στο τέλος του πήραν την κεφαλή
και του στέρησαν για πάντα την πρόσκαιρη ζωή…»
Ο Παραβάτης πεθαίνει και έτσι διαδέχονται τον θρόνο ευσεβείς βασιλείς, και η θρησκεία του Χριστού, πλήρης ζωής, συνεχίζει το σωτήριο έργο της. Τότε οι Σκοπελίτες τιμούν τον Άγιο Ποιμενάρχη τους, συγκεντρώνουν τα ευωδιαστά οστά του, τα τοποθετούν σε ειδικούς τάφους και καταθέτουν εκεί το άγιο και θαυματουργό λείψανό του. Λόγω των θαυμάτων του, η φήμη του διατρέχει τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη, την Εύβοια και για πολλές γενιές οι Σκοπελίτες γεμίζουν με ευλαβείς προσκυνητές κατά την ημέρα του μαρτυρίου του.
Αλλά οι ειρηνικοί και ήσυχοι χρόνοι διαταράσσονταν από τους Σαρακηνούς, τους Καταλανούς, τους Αλαγάμβρους, τους Γενουάτες και όλα τα σμήνη πειρατών, που περιφέρονταν στα πέλαγα και λεηλατούσαν τα νησιά. Κατά το έτος 1068, ο βασιλιάς της Σικελίας, Γουλιέλμος, ο επονομαζόμενος «ο Αγαθός, επιδρομώντας στα νησιά για να αποκτήσει λείψανα διαφόρων Αγίων, άρπαξε το λείψανο του Αγίου Ρηγίνου και το μετέφερε στην Κύπρο.
Μετά από αυτά τα γεγονότα, σταμάτησε για αρκετά χρόνια η κάθοδος των προσκυνητών στη Σκόπελο, και η τελετή τελούνταν πλέον μόνο κατά τη λειτουργία της επετείου του μαρτυρίου του. Οι Σκοπελίτες, που είχαν ξεχάσει τα γεγονότα εκείνα, θυμούνται την αφοσίωση του Ποιμενάρχη τους και το αίμα που χύθηκε υπέρ της πίστης, ως ένδειξη της εγκατάλειψης ή της αμέλειας που κατέλαβε το ελληνικό έθνος. Με την απελευθέρωσή τους, η αμέλεια αυτή συνεχίστηκε σε βαθμό άγνοιας ή αχαριστίας.
Μετά από 937 έτη, με πρωτοβουλία της τοπικής δημοτικής αρχής, η επέτειος του μαρτυρίου του πολιούχου της Σκοπέλου τελέστηκε με πλήρη λαμπρότητα, στη θαυμάσια εκείνη κορυφή, κοντά στους τάφους του Αγίου Ρηγίνου, σε ολόκληρη τη Σκόπελο και εκεί κατατέθηκε η Ιερή Χείρα του. Προηγουμένως, την είχαν στείλει οι Κύπριοι αδελφοί και η Χείρα είχε τεθεί στον Μητροπολιτικό Ναό της Σκοπέλου, της Γεννήσεως του Χριστού. Η ιερή αυτή Χείρα θα ευλογεί και θα τιμά όσους προστρέχουν στη μνήμη του.
Τέτοια, τόσο μεγάλη, τόσο σπουδαία δράση του επισκόπου της Σκοπέλου, την οποία μόνον εγώ, ο ανάξιος την σκιά, χάραξα!
Καθώς δε υπογράφω την επιστολή μου, εύχομαι, παιδί μου, ο Άγιος Ρηγίνος να σου χαρίσει την εξ ύψους αντίληψη, ώστε να προοδεύεις με επιστημονικότητα και πίστη σε κάθε ζήτημα που αφορά την πίστη και την πατρίδα.
Εύχομαι να γίνει
Ο εν Χριστώ ευχέτης Παφνούτιος» (Καλλιανός.2024:54-63).
Χάρη στον π. Κων/νο Καλλιανό, έχει διασωθεί καταγεγραμμένη και η λαϊκή αφήγηση του θαύματος του Αγίου Ρηγίνου στο Δρακοντόσχισμα, εκεί όπου λέγεται ότι σκότωσε ένα μεγάλο θηρίο κι έσωσε το νησί και τους κατοίκους του από αυτό.
Το Δρακοντόσχισμα, όπως φαίνεται από τη θάλασσα, φωτογραφία από το https://www.skopelosweb.gr/drakontoschisma?pgid=k8lvbs9f-ae0423_2fd89cc168f94174b9c39cab4c9ed05fmv2
Στο ίδιο ιστορικό σημείωμα, ο π. Κώστας παραθέτει τα γραφόμενα του Νικόλαου Γ. Γεωργάρα, στα «Σκοπελίτικα», τα οποία σας μεταφέρω απευθείας στη νεοελληνική απόδοση:
«Λένε πως έναν καιρό η Σκόπελος ήταν έρημη και πως ζούσε πάνω της ένας δράκος που έτρωγε τους ανθρώπους. Όσοι λοιπόν ήταν κακούργοι τους ρίχνανε στη Σκόπελο και τους έτρωγε αυτό το θηρίο. Με σφραγίδα καταδικάσανε μια βασιλοπούλα, μα ο Ρηγίνος την λυπήθηκε γιατί ήταν αθώα και ήθελε να σκοτώσει το θηρίο για να γλυτώσει ο κόσμος και το νησί. Λοιπόν, έρχονται μαζί στη Σκόπελο, (προφανώς εννοεί με τη βασιλοπούλα) και καθίσανε κάτω από μια ελιά, κοντά στον Άγιο Νικόλα τον Καινούργιο. Εκεί που καθόντουσαν, νύσταξε ο Άγιος και κοιμήθηκε στα γόνατα της βασιλοπούλας. Αλλά της είχε πει πιο πριν να μην φοβάται καθόλου γιατί θα το σκοτώσει το θηρίο με τη βοήθεια του Θεού. Και άμα δει και έρθει να τον ξυπνήσει γρήγορα. Αφού λοιπόν κοιμήθηκε ο Ρηγίνος, κατά τα μεσάνυχτα ακούει η βασιλοπούλα ένα θόρυβο και μια βοή που ήταν άλλο πράγμα. Ερχόταν το θηρίο, ήταν σαν λιοντάρι και έσερνε κάτι αλυσίδες που σε κάνανε και ανατρίχιαζε το κορμί σου από το μεγάλο το κακό. Το βασιλόπουλο λοιπόν, σαν το άκουσε, φοβήθηκε πολύ και άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ. Έτρεμε, αλλά δεν ήθελε πάλι να ξυπνήσει τον Άγιο για να μην τρομάξει κι αυτός. Ε! έλεγε, κι εμένα θα φάει κι αυτόν. Καλύτερα λοιπόν να τον φάει όταν κοιμάται. Έλα όμως που ο Θεός ήθελε να κάνει το θαύμα του. Εκεί που έκλαιγε το βασιλόπουλο, πέφτει ένα δάκρυ πάνω στο πρόσωπο του Αγίου και τον ξυπνάει. Μόλις που πρόλαβε λοιπόν ο Άγιος κι έκοψε ένα κλωνάρι ελιά, κάνει το σταυρό του και διατάζει (το βασιλόπουλο) να τον ακολουθήσει. Και όταν φτάσανε στον Δρακοντόσχισμα, διέταξε να ανοίξει το βουνό και να καταπιεί το θηρίο. Και από αυτό το περιστατικό το είπανε εκείνο το μέρος Δρακοντόσχισμα. Έτσι λοιπόν, γλίτωσε και το βασιλόπουλο και το νησί από αυτό το μεγάλο θηρίο. Έτσι λένε οι πατεράδες μας» (Ν. Γεωργάρας στο Καλλιανός, 2024:51-53).
Η μνήμη του Αγίου Ρηγίνου τιμάται κάθε χρόνο στις 25 Φεβρουαρίου.
Φέτος η πανήγυρη θα τελεστεί στις 21/02, κατόπιν απόφασης του Μητροπολίτη Χαλκίδας Χρυσοστόμου.
Χρόνια πολλά στους εορτάζοντες, χρόνια πολλά στην Σκόπελο.
