Χριστούγεννα μιας άλλης εποχής | Μνήμες, φωνές και ήχοι από τη Σκοπελίτικη παράδοση
Γράφει η Ηρώ Μελαχροινάκη 2025-12-23 12:46:27
Στη Σκόπελο, τα Χριστούγεννα δεν ήταν μόνο γιορτή, ήταν βίωμα, συλλογική μνήμη και προφορική παράδοση, γεμάτη θρησκευτική κατάνυξη, που περνούσε από γενιά σε γενιά. Τα παιδιά την παραμονή των Χριστουγέννων έπαιρναν στο χέρι ένα ξύλινο μπαστούνι, δεν υπήρχαν τρίγωνα τότε και έβγαιναν στις γειτονιές να πούνε τα κάλαντα. Τότε όμως δεν μάζευαν χρήματα αλλά πορτοκάλια, γλυκά, διάφορα φρούτα, ακόμη και αυγά. Σπάνια βρισκόταν κάποιος να τους φιλέψει καμιά δραχμή. Τα κάλαντα αυτά δεν ήταν απλώς τραγούδι, ήταν ευχή, ανακοίνωση της Γέννησης, αλλά και κοινωνικό- καυστικό σχόλιο. Μιλούσαν με απλότητα αλλά και με χιούμορ. Αυτά ακριβώς τα κάλαντα τραγουδούσε και η γιαγιά μου η Ζαφειρώ Βλαχάκη:
«Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρό(οο)νου
Για δέστε βγέτε μάθετε, που ο Χριστός γεννά(αα)ται
Γεννάται κι αναθρέφεται, με μέλι και με γά(αα)λα
Το μέλι τρώνε οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντά(αα)δες
Κι ανοίξτε τα κουτάκια σας, τα κατακλειδωμέ(εε)να
Και δώστε μας τον κόπο, σας ο,τι είναι ορισμό(οο)ς σας
Αν είστε από τους πλούσιους, φλουριά μη τα λυπά(αα)στε
Κι αν είστε από τους δεύτερους, τάλιρα και δραχμί(ιι)τσες
Κι αν είστε από τους πάμπτωχους ένα ζευγάρι κό(οο)τες…»
Η γιαγιά τραγουδώντας τα κάλαντα στο δισέγγονό της Νίκο το 2012
Σήμερα, οι στίχοι αυτοί είναι πολύτιμα απομεινάρια μιας εποχής που χάνεται. Δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, ανήκουν στη μνήμη του τόπου κι αξίζει να ακούγονται, να γράφονται, να διασώζονται. Είναι κομμάτι της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Σκοπέλου. Πέρσι, για πρώτη φορά, στα πλαίσια των Χριστουγεννιάτικων δράσεων του Δήμου Σκοπέλου «Γνωρίζοντας τον τόπο μου – γνωρίζοντας τον Π. Νιρβάνα: «Χριστούγεννα στην Παλιά Σκόπελο», στο Μουσείο Νιρβάνα, γνωρίσαμε στα παιδιά του Δημοτικού και των Νηπιαγωγείων Σκοπέλου, τον σπουδαίο λογοτέχνη μας Παύλο Νιρβάνα και το σπίτι όπου έζησε, το οποίο λειτουργεί ως μουσείο. Διαβάστηκε το διήγημα του Νιρβάνα «Το μοιρασμένο φλουρί», ένα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι γραμμένο από το Μήτσο Βλαχάκη, προβλήθηκε βίντεο από τη γιαγιά, που τραγουδά τα κάλαντα της Σκοπέλου στα δισέγγονά της και η Ζωή Περίσση διάβασε στα παιδιά των Νηπιαγωγείων το σκοπελίτικο παραμύθι «ο καλικάντζαρος και η μαμμή». Κάτι ανάλογο πραγματοποιήθηκε και στα σχολεία της Γλώσσας και του Έλιούς. Πολύτιμη συνεργάτιδα σε αυτή τη δράση η Σπυριδούλα Μπετσάνη.
Παλιά λοιπόν, μιας και δεν υπήρχε τηλεόραση, κινητό, ίντερνετ, ούτε καν ρεύμα.., τις γιορτινές μέρες, όπως τα Χριστούγεννα, οι γονείς, οι παππούδες κι όλοι οι μεγαλύτεροι, έλεγαν ιστορίες και παραμύθια στα παιδιά, καθισμένοι γύρω από το τζάκι ή τη σόμπα. Ένα τέτοιο παραμύθι κατέγραψε όπως το άκουσε και ο Μήτσος ο Βλαχάκης :
«Φυσούσε παγερός βοριάς και κάπου- κάπου έπεφτε από καμιά νιφάδα χιονιού και η κοπελιά η Μουσχαδώ αγρυπνούσε ως τα χαράματα στον αργαλειό, έπρεπε να τελειώσει τις παραγγελίες για τα Χριστούγεννα να παραδώσει την δουλειά για να οικονομιθούνε οι χρονιάρες μέρες.
Ήτανε ορφανή η καημενούλα και ζούσε συντροφιά με την γριά τη μάνα της που κείνο το πρωινό η γριά θα πήγαινε μαζί με άλλες γριούλες στην εκκλησία να ακούσουνε τις ώρες και να συντροφέψουνε τη Μεγαλόχαρη που θα έφερνε σε τούτο το κόσμο τον Θεό, τον μονογενή της Υιό να σώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες.
Ξύπνησε σύνταχα η γριούλα, στολίστηκε μάνι – μάνι, πήρε στο ένα χέρι της το φαναράκι και στο άλλο το ραβδάκι της και κίνησε για την εκκλησιά. Τριγύρω όλοσκόταδο. Οι καμπάνες ξανακτύπησαν γλυκά – γλυκά σκορπώντας τους ήχους τους μες το σκοτάδι το αυγηνό σαν ουράνια ψαλμωδία. Η κοπελιά η προκομμένη κλειδομαντάλωσε τη πόρτα έκανε τον σταυρό της, έβαλε λάδι στο καντηλάκι που φώταγε χλωμά τα πρόσωπα των αγίων στο τοίχο, θύμιασε με μοσχολίβανο, συνδάβλισε τα λιγοστά ξύλα στη παραστιά και κάθισε στον αργαλειό.
Πηγαινοέφερνε την σαΐτα και βάλθηκε να συλλογιέται το ακατανόητο θαύμα πως ο Χριστός θα γεννιόταν σαν βρέφος από την Παναγία. Δούλευε...δούλευε η κόρη η χρυσοχέρα και απάνω στην σκέψη της, της φάνηκε σαν να ‘ταν μισοξύπνητη, σαν να ‘ταν μισοκοιμησμένη, πως κατρακυλούσαν πέτρες, χώματα στην παραστιά και στη στιγμή έβλεπε καμιά δεκαριά τρομακτικές μορφές σαν σκύλοι όρθιοι να πέφτουνε πάνω στην φωτιά.
Σκόρπισαν τα δαβλιά εδώ και εκεί κι αμέσως ρίχτηκαν απάνω της, την έπιασαν στα χέρια και έστησαν τρελό χορό τραγουδώντας με τις μουγκιές τους τις φωνές. «Λιαρουμού μια, λιαρουρού δύο, λιαρουμού τρεις και θα χαθώ» την τράνταζαν δυνατά φωνάζοντας το όνομά της «Μίσκα, Μίσκα , Μισκαδώ και βίρα το χό-χο».
Της κοπελιά τα λογικά πήγανε να σαλέψουνε, έτρεμε σύγκορμη κι’ απάνω στην τρεμούλα της θυμήθηκε πως θα ‘ταν οι καταραμένοι οι καλικάντζαροι που τέτοιες μέρες βγαίνουνε στον απάνω κόσμο να κάνουνε κακό στους ανθρώπους. Και στον χαμό της ψιθύρισε «Η γέννηση Σου Χριστέ ο Θεός ημών...»
Μια απαίσια βοή γιόμισε το σπιτάκι και δια μιας χάθηκαν όλοι από μπρος της, ίσα στρίμωξαν και έφυγαν από τον καπνοδόχο μόνο του τελευταίου του ξέφυγε το τσαρουχάκι του και έπεσε στα μισοσβησμένα κάρβουνα και κάηκε. Έξω ξημέρωσε για τα καλά όταν η γριά κτύπησε την πόρτα και φώναξε στην κόρη της να της ανοίξει. Το Μουσκαδώ έσυρε τα πόδια της τρεμουλιασμένα και ήγε και άνοιξε την πόρτα μα όμως έτσι όπως ήτανε δίχως χρώμα η μάνα της την ρώτησε λαχταρισμένη και κείνη με την ψυχή στο στόμα της είπε τι είδαν τα μάτια της τα μισοκοιμισμένα.
«Τους είδα μάνα, τους είδα, ήτανε καμιά δεκαριά σαν σκύλοι όρθιοι και μαλλιαροί με κάτι μακριές ουρές οι τρισκατάρατοι που θέλησαν στο σπίτι μας κακό για να μας κάνουν, με έσυραν μάνα στον χορό, φώναξαν το όνομά μου!! Τρέξε μάνα στον παπά να έρθει να με αγιάσει»
Σε λίγο έφτασε ο Παπαγιάννης και μαζί του αρκετοί από τη γειτονιά. Η κοπελιά ξαπλωμένη στο ντιβάνι δεν μπορούσε ακόμη στα καλά της για να έρθει. Έχετε θάρρος χριστιανοί, είπε ο παπάς, οι τρισκατάρατοι σε λίγες μέρες θα πέσουνε στα καταχθόνια, εκεί που πάντα ζούνε και δεν θα σας ξαναπειράξουνε άλλη φορά και ράντισε με αγιασμό όλο το σπίτι. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, γρήγορα πια το Μουσκαδώ ορκιζόταν πως ύστερα από τον αγιασμό του σπιτιού της δεν ξαναπάτησαν οι καταραμένοι».
Εύχομαι ολόψυχα καλά Χριστούγεννα,
με υγεία, φως και ζεστασιά σε κάθε σπίτι.
Να μη χαθεί η μνήμη, να κρατηθεί η παράδοση
και να περνούν οι γιορτές με αγάπη, ανθρωπιά και ελπίδα.
Χρόνια πολλά και ευλογημένα!
