SKIATHOS Ο καιρός σήμερα

Ένα ημιτελές, φευγαλέο, πορτρέτο | του Βαγγέλη Προβιά

2021-07-18 12:53:01
Γνώρισα την Τζούλια έπειτα από δική μου πρωτοβουλία. Είχα διαβάσει κάποια σχόλια και αναρτήσεις της σε ομάδες σχετικές με το νησί στο Facebook, και σκέφτηκα «να ένας ενδιαφέρον άνθρωπος, επικοινωνιακός, με άποψη και με τσαγανό». Εκείνη την εποχή, λίγο παραπάνω από δύο χρόνια πριν, είχα μόλις ξεκινήσει την προσπάθεια να διαπιστώσω την σχέση μου με τον τόπο, ο οποίος, αν και έχω ζήσει σε αυτόν ένα μεγάλο μέρος των πρώτων δέκα ετών της ζωής μου, μου ήταν απολύτως άγνωστος. Της έστειλα μήνυμα και μου απάντησε σχεδόν αμέσως. Ήταν ευγενική, όχι τυπική, ουσιαστικά ευγενική. Ήταν ορμητική και χαλαρή μαζί, και, το κυριότερο, είχε χιούμορ. Δυστυχώς, μου έγραψε, δεν θυμόταν ούτε εμένα, ούτε την μητέρα μου και το μαγαζί που είχε στο νέο λιμάνι, ούτε την αδελφή μου… αλλά μου έδωσε δύο τρεις κατευθύνσεις αναζήτησης πληροφοριών, μια από τις οποίες αποδείχτηκε πολύτιμη. Στο επόμενο ταξίδι μου εξερεύνησης στο νησί, το δεύτερο, λίγους μήνες μετά, είχα την τύχη να συμπέσουμε οριακά, και έτσι καταφέραμε να βρεθούμε. Έφτασα δύο – τρεις ημέρες πριν από την προγραμματισμένη αναχώρησή της Τζούλιας για την Αθήνα. Περάσαμε παρέα μερικές ώρες στην Νοσταλγό. Έβρεχε πολύ εκείνη την ημέρα, Νοέμβρης γαρ, έκανε το πρώτο γερό κρύο του χειμώνα. Ίσως και αυτό να μας ώθησε να δημιουργήσουμε μια σπάνια, για ανθρώπους που πρωτογνωρίζονται, ζέστη μεταξύ μας. Γνωριστήκαμε καλά, για το μικρό διάστημα, τις λίγες ώρες, που περάσαμε συντροφιά. Της είπα για μένα και το «ταξίδι ανακάλυψης», μου είπε για εκείνη. Με άκουγε με πολλή προσοχή, εκτός από καλή συζητήτρια ήταν και καλή ακροάτρια, σπάνιο στην εποχή μας. Εύχομαι να μην παρεξηγηθώ, το λέω με πολλή αγάπη, η Τζούλια είχε την ένταση, τον δυναμισμό, την σφοδρότητα, ας μου επιτραπεί ο όρος, μια συγκεκριμένης κατηγορίας γυναικών. Εκείνων που ζώντας σε έναν μικρό τόπο, παραδοσιακό, προσκολλημένο σε τρόπους πλοήγησης της ζωής που κάποτε ήταν χρήσιμοι αλλά πλέον είναι περισσότερο βάρος παρά ωφέλιμο έρμα, αποφασίζουν να ζήσουν (όχι απλά να επιβιώσουν), να διεκδικήσουν (όχι απλά να δεχτούν ότι τους δίδεται), να εκφράσουν (όχι απλά να αποκριθούν σε αυτά που τους λένε οι άλλοι). Η Τζούλια γελούσε πολύ, αν και ήταν κάπως πικραμένη με ορισμένα πράγματα, και είχε πολύ κέφι και αισιοδοξία. Τόσο για την ζωή της όσο και για το νησί της. Μου αποκάλυψε πως είχε κάποια προβλήματα υγείας, όχι ασήμαντα. Για αυτό και δεν έφαγε παρά μόνο μια κουταλιά από το ακαταμάχητο γλυκό – ο γιατρός της είχε απαγορεύσει την ζάχαρη. Αλλά ήταν βέβαιη πως όλα θα πήγαιναν καλά. Η Τζούλια πέρασε αυτές τις ημέρες στην πέρα ακτή. Ήταν μόλις 56 ετών. Είχαμε καιρό να επικοινωνήσουμε, πότε πότε ανταλλάσσαμε ευχές και κανένα βιαστικό μήνυμα, και σπάνια καμιά ωραία παρατήρηση για κάτι που είχαμε διαβάσει. Είχε, αποδείχτηκε, και εκείνη την μάχη της να δώσει… Η εποχή μας είναι τρελή, γρήγορη και απροσδόκητη, αλλά δημιουργεί όμορφες ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις, έστω και φευγαλέες, σύντομες. Υπάρχει ωστόσο μια αλήθεια που καμία νέα εποχή, ούτε στο μέλλον, θα αλλάξει, ποτέ. Πως οι άνθρωποι υπάρχουμε σε πολύ μεγάλο βαθμό και επειδή μας παρατηρούν οι άλλοι. Κάποιες από τις ιδιότητές μας, τα χαρακτηριστικά, την γοητεία αλλά και τα ελαττώματά μας μας τα «δίνει» η δική τους ματιά επάνω μας. Και για αυτό σήμερα, στενοχωρημένος που ένας νέος άνθρωπος πέθανε, ήθελα να αφήσω μια ασήμαντη ενδεχομένως, και σίγουρα πολύ υποκειμενική, και συγκινημένη, μαρτυρία. Να σχηματίσω αδρά ένα ημιτελές πορτρέτο: Για μια γυναίκα που τις λίγες ώρες που περάσαμε μαζί με γοήτευσε επειδή γελούσε, παθιαζόταν, την ενδιέφερε η τέχνη και τα βιβλία, αγαπούσε τον τόπο της, δεν δίσταζε να πει και να υποστηρίξει την άποψή της, και, κάτι πολύ σημαντικό, είχε χιούμορ ακόμη και με τον ίδιο τον εαυτό της. Μου έλεγε, γελώντας, πόσο «αγώνα» έδινε για να πείσει κάποιους ανθρώπους να την φωνάζουν με το όνομα που εκείνη είχε επιλέξει… Επίσης, ομολογώ πως προλάβαμε να διαφωνήσουμε σε κάμποσα θέματα. Αλλά η Τζούλια ήταν από τους ανθρώπους που το έκανε εύκολο, πολύ εύκολο, να κάνεις αυτό που όλοι οφείλουμε, θαρρώ να κάνουμε – ειδικά στην τόσο πολωμένη, για όλα, εποχή μας: να προσπαθούμε να βρούμε, πέρα από τις αντίθετες απόψεις, τις διαφορές και τις ασυμβατότητες, τις φυσικές μας κόντρες, εκείνο που μας ενώνει με τον άλλον. Εκείνο που μας βοηθά να επικοινωνήσουμε. Εκείνο που δημιουργεί μικρές, αλησμόνητες, ουσιαστικές, απαραίτητες συνυπάρξεις. Έστω και φευγαλέες. Εγκάρδια συλλυπητήρια στους οικείους της.