ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΔΟΜΝΑΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ..
Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1928 στην Καισαριανή της Αθήνας και πέθανε στις 10 Μαρτίου 2012…

Ήχοι και εικόνες της πόλης…Ήχοι και φωνές που σε κάνουν να νοιώθεις ένα με το αλλοπρόσαλλο πλήθος που συμβιώνεις…Πέρα από αυτές, μακριά, σε άλλες περιοχές, ο ήχος και η εικόνα αποκτούσε άλλη διάσταση, δυστυχώς μέχρι και πριν από λίγα χρόνια..
Είχε μια εξαγιαστική μορφή….Πέρα και μακριά από τόπο, χρόνο, περιοχή…Το Δημοτικό μας τραγούδι και τα έθιμά μας ακόμη αντιστέκονταν χάρη στις αγωνιώδεις προσπάθειες μερικών ασκητών της παράδοσής μας …
Έρημοι και πλάνητες αυτής της πόλης…αυτού του κόσμου….Αλλόκοτοι θαρρείς, αλλά οι περισσότεροι με μια φλόγα άσβεστη για ένα καλύτερο αύριο…Μια από αυτές τις «ασκητικές» μορφές ήταν και η γνωστή Δόμνα Σαμίου…Επτά χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από τον θάνατό της και η καθάρια φωνή της ακόμα μάς συνεπαίρνει…

Ο βίος της γνωστός «ασκητικός», γεμάτος στερήσεις για αυτό πού ήταν ο μεγάλος της έρωτας: Το Δημοτικό Τραγούδι….
Από τά τέλη του 1950 και μέχρι τις αρχές της χούντας, εργάζονταν στο Κρατικό Ραδιόφωνο με κύρια ενασχόληση της τη συμμετοχή σε «επιτροπή ακροάσεων» δημοτικών τραγουδιών σε δίσκους που έστελναν για να τα κρίνουν άλλες εταιρείες στην τότε ΕΙΡΤ ενώ τότε και άρχισε να εκδίδει και τους πρώτους δίσκους 45 στροφών, ενίοτε και με συμμετοχή δική της. Χρόνια πριν, όταν έπαιρνε τις άδειες της και με δικά της έξοδα, έκανε κάτι πρωτότυπο για μας και πολυδάπανο για την ίδια, χωρίς ωστόσο να υπολογίζει τίποτα από τα δύο, αφού μοναδικός της σκοπός ήταν η διάσωση της παραδοσιακής μας μουσικής: Mε οικονομίες αγόρασε ένα μπομπινόφωνο «Uher» (για την αγορά του οποίου ξόδεψε δέκα μηνιάτικα εργασίας της!) και όργωνε, φορτωμένη με αυτό το δεκάκιλο μπομπινόφωνο, όλη την Ελλάδα διασώζοντας στην πρωτογενή της μορφή τη μουσική μας παράδοση, από τους ίδιους τους φορείς της, τους απλούς δηλαδή κατοίκους της επαρχίας.
Aποτέλεσμα αυτής της συλλογής αποτελούν 4000 – 5000 παραδοσιακά σπάνια τραγούδια, από κάθε μέρος του Eλληνισμού, τα οποία και θα αποτελέσουν αργότερα το υλικό στο οποίο θα βασιστεί για την έκδοση της μετέπειτα επιμελημένης δουλειάς της, μέσα από τις συναυλίες και τους δίσκους της. Στο εσωτερικό του σπιτιού της , στο δωμάτιο που η Δόμνα Σαμίου είχε εγκαταστήσει το γραφείο-αρχείο της, αντίκριζες με δέος έναν ολόκληρο θησαυρό: Τοίχοι ολόκληροι «ντυμένοι» από βιβλιοθήκες, που είναι με τη σειρά τους κυριολεκτικά φορτωμένοι από ταινίες, μπομπίνες, κασέτες. Χιλιάδες…
H Δόμνα, που ήξερε τι σημαίνει να χάνεις, φοβούμενη πάντα ότι ο λαός μας γρήγορα θα ξεχνούσε την παράδοσή του, σεβάστηκε και φρόντισε αυτά που της εμπιστεύτηκε ο ίδιος: Tην ψυχή του μέσα από τα τραγούδια του. Kαι αν ακόμα δεν ήξεραν την αξία τους, η ίδια έπαιρνε τα ανεκτίμητα κειμήλιά τους, τους ξανάδινε λάμψη και ζωή με την αγάπη της, για να τα επιστρέψει ταπεινά στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους…Mε μία πάντα και μόνη παράκληση: Nα διαφυλαχτούν ανόθευτα στις επερχόμενες γενιές…. Γι’ αυτό το λόγο ο Θεός την προίκισε, εκτός της φωνής της, και με την ικανότητα να μεταφέρει πιστά την κάθε καταγραφή στο ιδίωμα και το ύφος της κάθε περιοχής απ΄όπου προέρχεται.
Στα 1981 φοβούμενη την «εκπόρνευση»-όπως η ίδια χαρακτηριστικά λέει- του παροδοσιακού τραγουδιού ίδρυσε μόνη της τον «Kαλλιτεχνικό Σύλλογο Δημοτικής Mουσικής – Δόμνα Σαμίου» πιστεύοντας ότι καμμία δισκογραφική εταιρεία δεν μπορούσε να ενδιαφερθεί για το δημοτικό τραγούδι.

«Eάν το κράτος δεν ενδιαφέρεται επίσημα, που είναι το καθήκον του, πόσο μάλλον μία δισκογραφική εταιρεία που κάνει μπίζνες! H δισκογραφική κοιτάζει τι πουλάει και τι θα της φέρει χρήματα! Έπειτα εκμεταλλεύεται όλους αυτούς που κάνουν δίσκους, διότι κανείς δεν μπορεί να ελέγξει τις πωλήσεις. Όταν το 1981 αποφάσισα να ιδρύσω το σύλλογό μου πίστευα ότι το Yπουργείο Πολιτισμού θα έδινε κάποια βοήθεια. Tο μεγαλύτερο (!) ποσό που πήραμε ήταν πεντακόσιες χιλιάδες για μερικά χρόνια (!). E, αυτό ήταν, έσκισα στα μούτρα των υπευθύνων την έγκριση αυτή!», είχε τονίσει η ίδια σε παλαιότερη συνέντευξή της…Και τελικά είχε μεγάλο δίκαιο…
Τα τελευταία χρόνια πριν πεθάνει η ακαταπόνητη Δόμνα είχε συμβάλλει όσο κανείς άλλος στη διάδοση της παραδοσιακής μας μουσικής σε ένα ευρύτερο και κατά βάση νεότερο ακροατήριο, έχοντας αφήσει τις συναυλίες «έπεσε με τα μούτρα» με τα πενιχρά έσοδά της και τα πολλά έξοδά στον καθαρισμό και στην ψηφιοποίηση των μαγνητοταινιών, στην ψηφιακή αρχειοθέτηση όλου αυτού του υλικού καθώς και στην έκδοσή τους χάρη όμως κυρίως και στις ευγενικές προσφορές πολλών χορηγών: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΥΡΑΣ, Karcher Hellas, IΔΡΥΜΑ ΣΤΑΥΡΟΥ ΝΙΑΡΧΟΥ…..: Ανθρώπων ευγενών πραγματικά με «ελληνικά αισθητήρια» που αφουγκράστηκαν την εναγώνια κραυγή της Δόμνας και την βοήθησαν αρκετά στις ώστε ένα μεγάλος αριθμός αυτού του υλικού «να δεί το φως του ήλιου»….
Aποτελεί λοιπόν αυτή η δουλειά μια σειρά από προσεγμένες θεματικές εκδόσεις, οι οποίες αποτελούν θησαυρό για κάθε σοβαρή δισκοθήκη ελληνικής μουσικής.
Ήταν κάθετα αρνητική στην προσέγγιση που γινόνταν στην παράδοση. Διαφωνούσε με τις διασκευές των δημοτικών τραγουδιών όπως και με τη μόδα του έθνικ. «Θέλω να εκτελούν σωστά τα τραγούδια, με αυθεντικό τρόπο. Δεν συμφωνώ με τις διασκευές. Eίναι κινίνο το δημοτικό τραγούδι και πρέπει να του βάλουμε απέξω ζάχαρη;» και αναφέρονταν συχνά για τη σημερινή μόδα κάποιων που επιχειρούν να γράψουν α δημοτικά -τα θεωρούσε ψεύτικα- και επεσήμανε πως η ανάγκη που τα γέννησε ήταν η κατανάλωσή τους στα νυχτερινά κέντρα ή τα πανηγύρια. «Σήμερα τι δημοτικό να γραφτεί; Για ποιό πράγμα; Tέλειωσε, πάει. Για μένα δεν γίνεται δημοτικό τραγούδι. Ποιό θέμα να θίξει; Tους δορυφόρους; Tα κινητά; Tα κομπιούτερ;»
Tελευταία διαπιίστωνε ξανά μία άνοδο στα νεανικά ακροατήρια. Kαι αυτό ήταν για την ίδια παρήγορο, και απέφευγε να μας πει, εξαιτίας της ταπεινότητας που την διέκρινε, αυτό που συμπληρώνουμε εμείς τώρα: Ότι γι’ αυτή τη στροφή στη δημοτική μουσική, συντέλεσε αποκλειστικά η ίδια προσφέροντας την «καθαρή δημοτική μουσική» όπως είπε και ο ίδιος ο Σαββόπουλος προς τους φοιτητές όταν την παρουσίασε μπροστά τους στο «Pοντέο» για να πρωτοτραγουδήσει στα 1971.
Σίγουρα θα έπρεπε να γράψει κανείς βιβλίο για τη ζωή και το έργο της Δόμνας. Αυτή η γυναίκα κατάφερε αυτό που καμιά ολοκληρωμένη και οργανωμένη προσπάθεια ίσως να μπορούσε να κάνει: Να διασώσει σε τόσο λίγο διάστημα, με τόσο λίγες οικονομικές δυνατότητες και να προβάλει το δημοτικό τραγούδι τόσο πολύ, όσο κανείς άλλος ….Αξίζει κάθε έπαινος αλλά και τη δική μας συμβολή, αγοράζοντας αυτό τον πολύτιμο «θησαυρό» της παράδοσής μας-παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές που θα έρθουν….
Ας έχει ανάπαυση…

(Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΗΣ «ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ». Η ΛΗΨΗ ΕΓΙΝΕ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 1975. ΑΡΙΣΤΕΡΑ Η ΝΑΝΟΥΚΑ ΓΙΑΛΗ ΚΑΙ ΔΕΞΙΑ Η ΘΕΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ Η ΜΑΥΡΟΓΙΑΛΗ.ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΧΕ ΕΡΘΕΙ ΤΟΤΕ ΣΤΗ ΣΚΙΑΘΟ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΓΡΑΨΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΤΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΗ…)