Σαν καλή γιαγιά η κυρά Μαρία, φιλούσε την εγκονίτσα της γιατί η μαμά της δούλευε. Εκεί λοιπόν που έπαιζαν γιαγιούλα κι εγγονή διάφορα παιχνίδια με τις κούκλες, ήρθε της μικρής Μαρίας να σκαλίσει τον μπουφέ όπου υπήρχαν εύθραυστα ποτήρια και φλιτζάνια και πιατάκια.

Η γιαγιά με τίποτα δεν της έκανε ετούτο το χατίρι και της έλεγε: «αυτά καλή μου δεν είναι να τα πιάνουμε καθώς σπάζουνε και θα ματώσουν τα χεράκια σου». Η μικρή Μαρία όμως πού να καταλάβει, ήθελε σώνει και καλά, να γίνει το δικό της κι όπως κρατούσε στο χεράκι της τη Μίνι, σούβλιζε τη γιαγιά της και επέμενε.

Η γιαγιά πονούσε αφάνταστα, δεν της πήγαινε όμως να μαλώσει την εγγόνα της, πόσο μάλλον ν’ ανταποδώσει τα χτυπήματά της. Άδικα η γιαγιά προσπαθούσε να πείσει τη μικρή πως πονάει κι ίσως να πονούσε κι η κουκλίτσα. «Οι κούκλες είναι ψεύτικες», έλεγε και ξανάλεγε η μικρή κι η γιαγιά άρχισε να της διηγείται μια ιστορία που αιωρούνταν ανάμεσα στην πραγματικότητα και το παραμύθι, για να δείξει στο παιδί πως όλα μπορεί να έχουνε ψυχή… «Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε Χριστούγεννα και στο προαύλιο της εκκλησίας μας, στους Τρεις Ιεράρχες, δίπλα στο καμπαναριό, είχανε φτιάξει μια ωραία φάτνη. Ένα καλυβάκι δηλαδή από κουμαριές, πανέμορφο κι αρκετά ευρύχωρο.

Στο βάθος βρισκόταν ο Ιωσήφ και στη μέση καθόταν η Μαρία, η Παναγία μας, κρατώντας τον μικρό Χριστούλη στην αγκαλιά της. Στο πάτωμα είχανε ρίξει άχυρα για να είναι ζεστό και μπροστά- μπροστά στέκονταν δυο βοσκοί και δυο αρνάκια. Στο ένα μάλιστα, είχε σπάσει το ποδαράκι του απ’ το βάλε- βγάλε στα κουτιά, γιατί κάθε χρόνο στήνανε την ίδια φάτνη. Μες τη σιγαλιά της νύχτας, μια γατούλα αδέσποτη που τριγυρνούσε στα σοκάκια του χωριού, βρήκε εκεί απάγκιο να γεννήσει τα παιδιά της.

Έτσι, τις ίδιες μέρες που γεννήθηκε ο Χριστός, η γατούλα έκανε τον Κοκκινούλη, τον Ασπρούλη και τον Γκριζούλη. Τα παιδιά του χωριού που έρχονταν να δουν τη φάτνη, έβλεπαν και τα μωρά της γατούλας η οποία τα θήλαζε και τα έγλυφε στοργικά. Πέρασαν όμως οι μέρες των Χριστουγέννων και εργάτες άρχισαν να χαλούν τη φάτνη και να μαζεύουν τα πράγματά της στα κουτιά. Πού θα πήγαινε τώρα μες το κρύο η γατούλα και τα μωράκια της; Τότε εμφανίστηκε η Μίνι, η κουκλίτσα σου, που κρατούσε το καλαθάκι της και μέσα έβαλε τη γάτα με τα γατάκια της, τον Κοκκινούλη, τον Ασπρούλη και τον Γκριζούλη .

Μια και δυο τράβηξε κατά τα σπίτια ψάχνοντας να βρει κάποιο για να τα δώσει. Τακ, τακ, χτύπησε την πόρτα απ’ το πρώτο. -Θέλετε μια γατούλα με τα τρία τα παιδάκια της; -Όχι, ευχαριστούμε. Το σπίτι μας δεν έχει αυλή να τα φιλοξενήσει, απάντησε η νοικοκυρά μα η Μίνι δεν πτοήθηκε. Πήγε στο διπλανό όπου έμενε ο Στρατής με τη μαμά του. -Θέλετε μια γατούλα με τα τρία τα παιδάκια της; -Βεβαίως και τη θέλουμε, απάντησε η μαμά του Στρατή. -Σίγουρα; Ξαναρώτησε η Μίνι. -Σιγουρότατα.

Ο Στρατής μου ήταν άρρωστος στις γιορτές και δεν είδε ούτε τη φάτνη, ούτε τη γατούλα που γέννησε εκεί. Κι ήθελε τόσο πολύ να πάει να δει τα γατούδια που έχει έτοιμο το γαλατάκι και το νεράκι για να τα φιλέψει. -Αν είναι έτσι χαλάλι σας, είπε η Μίνι κι άφησε το καλαθάκι της ευχαριστημένη.

Ύστερα γύρισε να κοιμηθεί μαζί με τις φίλες της, τις κούκλες σου εγγονούλα μου και ζήσαν αυτές καλά κι εμείς καλύτερα» Η μικρή Μαρία, μαγεμένη απ’ το παραμύθι, έμαθε πως όταν αγαπάμε κάποιον δεν τον κάνουμε να πονά κι ουδέποτε ξανά, χτύπησε τη γιαγιά της. Τέλος υποψιάστηκε, πως ακόμα και πράγματα σαν τα παιχνίδια μπορεί να έχουνε ψυχή…

Για την αντιγραφή : Γιώργος Σανιδάς