Στα πρώτα χρόνια της ζωής του μοναστηριού της Ευαγγελίστριας στη Σκιάθο, στα τέλη του 18ου αιώνα, κατέφθασαν, όπως είναι γνωστό, οι αρματωλοί απ’ τις απέναντι στεριές και ένας από τους αρχηγούς τους ήταν ο περιβόητος Νικοτσάρα.

Συχνά τ’ ασκέρι των παληκαριών του ανέβαινε στο μοναστήρι όπου τους φίλευε ο παπά Νήφωνας, πρώτος ηγούμενος και ιδρυτής του. Σαν πνευματικός τους συμβούλευε ν’ ακολουθήσουν ειρηνική ζωή και να πάψουν τους πολέμους και κυρίως τις ληστείες στις οποίες επιδίδονταν χωρίς να ξεχωρίζουν τους ντόπιους απ’ τους Οθωμανούς. Τότε πολλοί ακολούθησαν τις συμβουλές του κι εγκατέλειπαν τον αντάρτικο στρατό του Νικοτσάρα ώσπου ο τελευταίος έγινε ‘’τούρκος’’ με τον ηγούμενο.

Ανεβαίνει το λοιπόν, στο μοναστήρι αποφασισμένος να σφάξει τον παπά με τις φιλόκαλες ιδέες. Βγάζει το σπαθί του και πλησιάζει το βορειοανατολικό κελί όπου και βρίσκονταν. Ακούει φωνή από μέσα. Σκύβει στην κλειδαριά και βλέπει τον παπά καθισμένο διπλοπόδι στο κρεβάτι του να διαβάζει φωναχτά τα φιλοσοφικά λόγια των Νηπτικών Πατέρων.

Δίνει μια στην πόρτα και εισβάλει ολόθυμος, κρατώντας πάντα το σπαθί του υψωμένο. Ο ηγούμενος, απορροφημένος πλήρως στα διαβάσματά του, ούτε που τον κατάλαβε. Αίφνης όμως, μια αστραπή θολώνει τη ματιά του Νικοτσάρα κι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ τον τυλίγει με τις φτερούγες του. Το σπαθί πέφτει από τα χέρια του και χάνει προς στιγμήν την όρασή του. Τέλος, σκάει ολόκληρος με γδούπο στο σανιδένιο πάτωμα κι ολολύζει.

Ο παπάς τότε τον βλέπει και σηκώνεται να τον συνδράμει κι ο αρματωλός με δάκρυα στα μάτια εξομολογείται μετανιωμένος το πάθημά του ώσπου επανέρχεται και πάλι η όρασή του κι ουδέποτε πια διανοήθηκε να βλάψει τον άγιο- Νήφωνα.

*Μια ιστορία που διέσωσε ο Μωραϊτίδης μεταφέροντας τη διήγηση που άκουσε από τον Πνευματικό της Μονής της Πάτμου παπα-Νικόδημο .