Το πρωτοσέλιδο της «Θεσσαλίας» της 26ης Οκτωβρίου 1939

Το δημοσίευμα της Παρασκευής 27 Οκτωβρίου 1939 έχει ως τίτλο «Τραγικόν θαλασσινόν δυστύχημα» και από κάτω «Η «Αμβρακία» αποπλεύσασα εκ Βόλου εναυάγησεν εις τας Λιχάδας νήσους». Μάλιστα πληροφορεί πως συντάκτης της εφημερίδας μετέβη στον τόπο του δυστυχήματος.
Το ατμόπλοιο «Αμβρακία» που ανήκε στην ακτοπλοϊκή εταιρεία «Παγασητικού» του εφοπλιστή Σοφ. Ριζόπουλου και Σία, είχε καταγράψει στο ενεργητικό του πολλά ταξίδια, φτάνοντας μέχρι το Ιόνιο, τον Κορινθιακό και αλλού, ενώ ο πλοίαρχός του Ευθ. Βλασσόπουλος από το Γαλαξίδι, όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, είχε φήμη σχολαστικού τηρητή των διατάξεων ασφαλείας για τα πλοία. Μάλιστα, συνεχίζει το δημοσίευμα, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε έρθει σε προστριβές με πρακτορεία, καθώς δεν δεχόταν να υπερφορτωθεί το πλοίο του.
Ο συντάκτης του ρεπορτάζ κάνει οικονομική εκτίμηση, λέγοντας πως με την τραγωδία που έπληξε την εταιρεία και τον Βόλο, χάθηκε η δυνατότητα να αναπτυχθεί περισσότερο η βολιώτικη ακτοπλοΐα προς όφελος της τοπικής οικονομίας. «Διά τον λόγον αυτόν το ναυάγιο της «Αμβρακίας» εθεωρήθη ως βολιώτικη ατυχία» αναφέρει χαρακτηριστικά και συνεχίζει, μεταξύ άλλων, πως «πολύ περισσότερο όμως από την αίσθησιν διά την γενικήν αυτήν ζημιάν της πόλεώς μας, εξεδηλώθη η συγκίνησις των συγγενών εκείνων που εταξίδευαν με την «Αμβρακίαν» κατά το τραγικόν αυτώ ταξίδι».

Είκοσι έξι συγγενείς των μελών του πληρώματος, αλλά και συγγενείς επιβατών κατέκλυσαν τα γραφεία της ακτοπλοΐας «Παγασητικού» στην παραλία, με τις φήμες να οργιάζουν αναφέροντας πως πνίγηκαν όλοι εκτός από δύο επιβάτες, ενώ αργότερα ειπώθηκε πως διασώθηκαν περισσότεροι. Λίγες ώρες μετά από την Αθήνα στο πρακτορείο της ΚΔΑΣ μεταδόθηκαν τα ονόματα 14 διασωθέντων, αλλά και οι ενέργειες που έκαναν τα Λιμεναρχεία Χαλκίδας και Αιδηψού.
Το πλοίο επρόκειτο να αποπλεύσει το πρωί της 25ης Οκτωβρίου 1939 από τον Βόλο με τελικό προορισμό τον Πειραιά, σταματώντας ενδιάμεσα στους Ωρεούς, την Αιδηψό και τη Χαλκίδα. Το ταξίδι τελικά αναβλήθηκε λόγω αντιαεροπορικών ασκήσεων και αποφασίστηκε να φύγει το απόγευμα. Στις 6.30 αναχώρησε για τους Ωρεούς, αποβιβάζοντας επιβάτες και φορτία. Παράλληλα παρέλαβε από εκεί επιβάτες και φορτία και συνέχισε για την Αιδηψό. Σε απόσταση 10 ναυτικών μιλίων από τους Ωρεούς βρίσκονται τα Λιχαδονήσια (νήσος Στρογγύλη), με τα μεγάλα πλοία να διέρχονται έξω από αυτά. Τα υπόλοιπα όμως περνάνε από μέσα, προκειμένου να κερδίσουν 5-6 ναυτικά μίλια απόσταση. Ο καιρός ήταν καλός και επικρατούσε άπνοια.
«Φαίνεται πως το φως της πανσελήνου δημιουργών οπτικάς απάτας υπήρξεν η αιτία του κακού» αναφέρει ο συντάκτης της «Θεσσαλίας» και συνεχίζει λέγοντας πως το «Αμβρακία» έπεσε σε ύφαλο με αποτέλεσμα να υποστεί μεγάλο ρήγμα η πρύμνη και έτσι τα τρία τέταρτα του σκάφους καλύφθηκαν από νερό. Το πρωί της 26ης Οκτωβρίου (ανήμερα Αγίου Δημητρίου) η αγωνία για την τύχη των επιβαινόντων και των μελών του πληρώματος από συγγενείς και φίλους που είχαν σπεύσει στο πρακτορείο της ΚΔΑΣ εντεινόταν. Το μεσημέρι υπάλληλος του πρακτορείου κατόρθωσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με την Αιδηψό, ενώ ο τηλεγραφητής της ευβοιωτικής κωμόπολης ενημέρωσε πως και τα 15 μέλη του πληρώματος διασώθηκαν, όπως και 42 από τους επιβάτες, χωρίς όμως να γνωρίζει τα ονόματά τους, ενώ ενημέρωσε πως υπάρχουν δύο θύματα και συγκεκριμένα οι αδελφές Παπαστεφάνου (Κούλα και Γεωργία από τη Μακρινίτσα) που ταξίδευαν με το πλοίο. Επίσης έδωσε την πληροφορία ότι ο επιβάτης ονόματι Ρήγας, ταχυδρόμος στο επάγγελμα, εντοπίστηκε το πρωί και διασώθηκε μετά από οκτώ ώρες πάλης με τα κύματα.

Το σκάφος νηολογίου Βόλου 11, που έκανε το δρομολόγιο Βόλος -Πειραιάς

Η ανακοίνωση του υπουργείου
Το μεσημέρι ο λιμενάρχης του Βόλου ονόματι Κουτούπης μετέδωσε στους συγγενείς και στους φίλους των επιβατών το ανακοινωθέν που έλαβε τηλεφωνικά από την Αθήνα. «Το υφυπουργείον Εμπορικής Ναυτιλίας ανακοινοί ότι το επιβατηγόν ατμόπλοιον «Αμβρακία» πλοιοκτήτου Ριζόπουλου ολικής χωρητικότητος 286 τόνων ερχόμενον εκ Βόλου και εκτελούν γραμμήν Ευβοϊκού εξώκειλεν περί το μεσονύχτιον της χθες Τετάρτης εις θέσιν Λιχαδονήσι και εις μικράν απόστασιν από της Αιδηψού» σημειώνει και συνεχίζει αναφέροντας τα ονόματα του πλοιάρχου και του υποπλοιάρχου (ο 55χρονος Ευστάθιος Βλασσόπουλος και ο 54χρονος Ιωάννης Χριστοδουλόπουλος, οι οποίοι είχαν μεγάλη εμπειρία από ταξίδια και ειδικά στη συγκεκριμένη γραμμή του Ευβοϊκού). «Εκ των πρώτων πληροφοριών προκύπτει ότι το ατμόπλοιον προσέκρουσε επί βράχου και ανετράπη σχεδόν αμέσως», ενώ το ανακοινωθέν λέει πως μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν πληροφορίες για το αν υπάρχουν ανθρώπινα θύματα και πόσα είναι αυτά. Το υπουργείο αναφέρει τις ενέργειες που έκανε: «Ευθύς ως ελήφθησαν αι πρώται πληροφορίαι περί του ναυαγίου το Υφυπουργείον Ναυτιλίας διέταξε τους λιμενάρχας Χαλκίδας και Αιδηψού να μεταβώσιν αμέσως επί τόπου μετά των αναγκαίων διά την διάσωσιν των ναυαγών πλοιαρίων, ο δε λιμενάρχης Πειραιώς να αποστείλη πάραυτα το ρυμουλκόν του Β. Ν. (προφανώς εννοεί Βασιλικό Ναυτικό) «Κένταυρος» προς ανέλκυσιν του σκάφους. Επίσης το ατμόπλοιον «Μάνα» ευρισκόμενον εις Ευβοϊκόν διετάχθη, όπως καταπλεύση αμέσως εις Αιδηψόν προς παραλαβήν των ναυαγών οι οποίοι μεταφέρονται εκεί. Εκ των καταστάσεων των Πρακτορείων Βόλου και Ωρεών εμφαίνεται ότι επέβησαν του πλοίου εκ Βόλου 35 επιβάται και εξ Ωρεών 19 ήτοι επέβαινον του πλοίου εν συνόλω 54 επιβάται, πλην των ανδρών του πληρώματος οίτινες ανέρχονται εις 26». Το υπουργείο αναφέρει πως το σκάφος βάσει της Επιθεώρησης Εμπορικών Πλοίων μπορούσε να μεταφέρει μέχρι 157 επιβάτες, διαθέτοντας και τα κατάλληλα σωστικά μέσα για μέχρι αυτόν τον αριθμό. Το ανακοινωθέν καταλήγει «διετάχθη ο Διευθυντής της Ναυτιλίας Πλοίαρχος Λιμ. Κ. Κατσαμπής να μεταβή πάραυτα εις τον τόπον του ναυαγίου».

Το απόγευμα η είδηση για τους 7 νεκρούς
Το απόγευμα τηλεφώνησαν από την Αιδηψό στο πρακτορείο του Βόλου ενημερώνοντάς τους ότι υπάρχουν 7 συνολικά νεκροί, από τους οποίους οι τρεις ήταν επιβάτες από τον Βόλο και οι υπόλοιποι τέσσερις από τους Ωρεούς.
Οι τρεις ήταν οι αδελφές Παπαστεφάνου και ο Λάζαρος Τσοϊκίδης ή Τσοβακίδης από τον Αλμυρό, όπως αναφέρει ο συντάκτης, που συνεχίζει γράφοντας πως έγινε γνωστό ένα ακόμα όνομα από τους νεκρούς των Ωρεών, ο οποίος λεγόταν Μακρίδης και υπηρετούσε στο τηλεγραφείο της Σκύρου.

Η τραγική ιστορία των αδελφών Παπαστεφάνου
Ο ρεπόρτερ της εποχής κάνει ειδική αναφορά στις αδελφές Παπαστεφάνου από τη Μακρινίτσα, λέγοντας πως ήταν 20 και 18 ετών, ορφανές από πατέρα. Ταξίδευαν για πρώτη φορά με τελικό προορισμό το Αγρίνιο, όπου θα έφταναν μέσω της Αθήνας για να βρουν τον αδελφό τους που εργαζόταν ως υποδιευθυντής της Εμπορικής Τράπεζας.
Η πιθανότερη εκδοχή σχετικά με τον θάνατό τους αφορά στο γεγονός ότι δεν πρόλαβαν να βγουν από τις καμπίνες τους, όπου κοιμόντουσαν, όπως έκαναν οι υπόλοιποι επιβάτες. Μάλιστα αναφέρεται η περίπτωση του συνταξιούχου τελωνειακού από τον Βόλο Δ. Γιαννακουλόπουλου, ο οποίος ήταν ηλικιωμένος και ως εκ τούτου διέτρεχε μεγαλύτερο κίνδυνο, αλλά κατόρθωσε να σωθεί.

Η λίστα επιβατών
Ο συντάκτης της «Θεσσαλίας» παραθέτει και τη λίστα επιβαινόντων από τον Βόλο:
«Μεσσηνέζης παραγγελιοδόχος διά Πειραιά, Κούλα και Γεωργία Παπαστεφάνου εκ Μακρυνίτσης διά Χαλκίδα, Μπουκουβάλας διά Λίμνην, Τσακογιάννης διά Πειραιά, Μπούρδης στρατιώτης διά Πειραιά, Γεώργιος Αντωνίου παντοπώλης διά Λίμνην, Γκουτζούλης σπουδαστής Πολυτεχνείου διά Πειραιάν, Τσάκαλος διά Χαλκίδα, Ζαφειρόπουλος και Γιαννούτσος διά Πειραιά, Μιχαήλ Ρήγας ιδιωτικός ταχυδρόμος εκ Βόλου διά Πειραιά, Τσιρογιάννης στρατιώτης διά Πειραιά, Διαβάσης στρατιώτης διά Πειραιά, Χουρσανίδης πρόσφυξ διά Πειραιά, Μπαλτσαβιάς καφεϋπάλληλος διά Πειραιά, Χριστοφορίδης διά Πειραιά, υπάλληλος οπωροπωλείου διά Πειραιά, Καλούδης (απόφοιτος των φυλακών, βαρυποινίτης) διά Πειραιά, Κατσαρός, Βάγιας, Μπαλάνος, και Καρέλος ζωέμποροι και κρεοπώλαι εκ Χαλκίδος, και Δημοσθ. Γιαννακουλόπουλος ελεγκτής του Τελωνείου Βόλου διά Χαλκίδα». Ακόμα αναφέρει και τους επιβάτες που αποβιβάστηκαν στους Ωρεούς, προσθέτοντας ότι ανέβηκαν στο πλοίο από εκεί 19 άτομα για τη Χαλκίδα και τον Πειραιά.
Κατόπιν παρατίθενται τα ονόματα των μελών του πληρώματος που αποτελούνταν από 26 συνολικά άτομα, με πλοίαρχο τον Ευθύμιο Βλασσόπουλο από το Γαλαξίδι, τον Ιωάννη Χριστοδουλόπουλο, υποπλοίαρχο, επίσης από το Γαλαξίδι.

Μετέφερε εκατοντάδες γίδια
Το πλοίο είχε φορτωθεί από τον Βόλο με 60 τόνους διάφορα εμπορεύματα που προορίζονταν για τον Πειραιά, για λιμάνια της Πελοποννήσου, καθώς και 345 γίδια που θα αποβιβάζονταν στη Χαλκίδα. Ειδικότερα το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου ήταν σουσάμι, φασόλια, φουντούκια που προορίζονταν για λιμάνια της Πελοποννήσου και από φρούτα – λαχανικά για τον Πειραιά. Επιπλέον στους Ωρεούς φορτώθηκαν επιπλέον εμπορεύματα, ενώ πληροφορούμαστε και για την τύχη των αιγοπροβάτων, τριάντα από τα οποία πνίγηκαν και τα υπόλοιπα διασώθηκαν.
Στον τόπο του ναυαγίου μετέβη ακόμα και ένας από τους ιδιοκτήτες του πλοίου, ο Β. Καρακαστανιάς, ενώ ο βασικός μέτοχος της Ατμοπλοΐας «Παγασητικού» Σοφοκλής Ριζόπουλος βρισκόταν στην Αθήνα και μετέβη από εκεί στην Εύβοια. Επίσης στην Αιδηψό έσπευσε ο νομάρχης Εύβοιας και ο λιμενάρχης Χαλκίδας.

Η Ατμοπλοΐα Παγασητικού
Ο συντάκτης δίνει πληροφορίες και για την εταιρεία, στην οποία ανήκε το σκάφος, λέγοντας πως το «Αμβρακία» άλλοτε εντασσόταν στην Κορινθιακή Ατμοπλοΐα, η οποία αγοράστηκε πριν χρόνια από τον Σ. Ριζόπουλο και μαζί με το πλοίο «Αμφιτρίτη» δημιουργήθηκε η Ατμοπλοΐα Παγασητικού. Καταλήγοντας αναφέρει ότι οι πράκτορες εκτιμούν πως το «Αμβρακία» ήταν ανασφάλιστο.

Το «Αμβρακία» δεμένο στο νέο λιμάνι του Μεσολογγίου

Ανταπόκριση από το σημείο
«Επέστρεψα τη 10ην νυχτερινήν εκ του τόπου του ναυαγίου με το ατμόπλοιον «Μάννα». Το πλήρωμα της «Αμβρακίας» παραμένει επί του σκάφους εν αναμονή ναυαγοσωστικού. Ο Λιμενάρχης Χαλκίδος εδήλωσεν ότι ενδεχομένως ο αριθμός των θυμάτων να υπερβαίνη τα δέκα. ΜΑΚΡΗΣ».
Σε νεότερο τηλεγράφημα από την Αιδηψό, σημειώνεται πως ο πλοίαρχος Βλασσόπουλος προτίμησε αντί να παρακάμψει τα Λιχαδονήσια να διαπλεύσει το στενό των εν λόγω νησιών, προκειμένου να συντομευθεί το δρομολόγιο κατά μισή ώρα. Λόγω του φεγγαριού ο πλοίαρχος δεν διέκρινε την αμμώδη ακτή και το πλοίο προσάραξε απότομα στη θέση «Άγιος Ελευθέριος» λαμβάνοντας κλίση 80 μοιρών από τη δεξιά μεριά, με τα νερά να το κατακλύζουν μέσα σε δευτερόλεπτα βυθίζοντας το μεγαλύτερο μέρος του. Και συνεχίζει σε δραματικό τόνο: «Αι μηχαναί εσταμάτησαν αμέσως, έσβυσαν τα φώτα, επεκράτησε πανικός, πανταχόθεν ηκούοντο γοεραί, απέλπιδες κραυγαί. Η επακολουθήσασα σύγχυσις δεν περιγράφεται».
Στο ίδιο τηλεγράφημα αναφέρονται τα ονόματα των πνιγμένων και συγκεκριμένα: «Φέρονται ως απώλειες οι Παναγιώτης Γιαμπλές 19 ετών εκ Καμπιών της Χαλκίδος, Λάζαρος Τσοπουρίδης εξ Αλμυρού, Σταμάτιος Καραμάνος 20 ετών εκ Παλιούρας της Χαλκίδος, δύο αδελφαί Παπαστεφάνου εκ Μακρυνίτσης του Βόλου, Γεώργιος Μαυρίκης, τηλεγραφητής εκ Σκύρου».
Με νυχτερινό επίσημο ανακοινωθέν αναφέρεται πως στην Αιδηψό βρίσκονται 43 διασωθέντες επιβάτες και 23 μέλη του πληρώματος, ενώ αγνοείται η τύχη οκτώ ατόμων και ελήφθησαν μέτρα για την περίθαλψη των ναυαγών.

Τριγύριζαν χωρίς αποσκευές και χρήματα
Στο φύλλο του Σαββάτου 28 Οκτωβρίου 1939 ο ανταποκριτής της εφημερίδας στην Αιδηψό Φαίδωνας Μακρής εξιστορεί τις λεπτομέρειες του ναυαγίου, παραθέτει μαρτυρίες των επιβατών, αλλά και περιγράφει το τραγικό θέαμα των ναυαγών που περιφέρονταν στην Αιδηψό. Αναφέρει ότι στους δρόμους και στα καταστήματα περιφέρονταν θλιβεροί στη θέα οι ναυαγοί και σε κάθε τους βήμα τούς σταματούσαν περίεργοι και απεσταλμένοι των αθηναϊκών εφημερίδων και τους υποχρέωναν να τους αφηγηθούν κάθε σχετικό με τη ναυτική τραγωδία, της οποίας υπήρξαν θεατές και πρωταγωνιστές μαζί.
«Τη στιγμή μάλιστα που αποβιβαζόμουν από το αυτοκίνητο, ένα αλιευτικόν πλοιάριον έφερεν από τον τόπον του ναυαγίου εις την Αιδηψόν, το πτώμα ενός βρέφους το οποίον η θάλασσα ανήρπασε από τας φιλοστόργους αγκάλας της μητρός του, κατά τας στιγμάς του ναυαγίου της «Αμβρακίας». Η μητέρα του όμως, ονόματι Μαρία Αποστολίδου εξ Ωρεών, είχε φύγη διά την πατρίδα της με το αυτοκίνητον της συγκοινωνίας και έτσι το πτώμα του ατυχούς βρέφους αφού εκόρεσε την περιέργειαν των φωτογραφικών φακών των φωτορεπόρτερ, φορτωθέν επί φορτηγού αυτοκινήτου εστάλη προς τους γονείς του. Όλοι ανεξαιρέτως οι επιβάται της «Αμβρακίας» εξήλθον ημίγυμνοι εις την Αιδηψόν και χωρίς αποσκευάς αίτινες κατεστράφησαν ή παρεσύρθησαν υπό των ισχυρών εις το μέρος του ναυαγίου ρευμάτων της θαλάσσης. Η θέσις των ανθρώπων αυτών που ευρέθησαν εις ένα ξένο μέρος χωρίς χρήματα και ενδύματα υπήρξε άκρως τραγική. Ευτυχώς ευθύς ως ανηγγέλθη το ναυάγιον ο Νομάρχης Ευβοίας έσπευσεν εις Αιδηψόν και ωργάνωσε επιτυχώς την περίθαλψιν αυτών, βοηθηθείς εις τούτο από την άκραν φιλοξενίαν και προθυμίαν που επέδειξαν οι κάτοικοι της Αιδηψού».

Οι περιγραφές επιβατών και πληρώματος
Συγκλονιστικές είναι οι περιγραφές των επιβατών και μελών του πληρώματος σχετικά με τις συνθήκες του ναυαγίου. Όπως ανέφεραν στις 11 τη νύχτα οι περισσότεροι επιβάτες και οι εκτός υπηρεσίας άνδρες του πληρώματος βρίσκονταν στις καμπίνες τους. Ξαφνικά μέσα στην απόλυτη ηρεμία της νύχτας, την οποία τάραζε μόνο ο ρυθμικός ήχος της μηχανής του ατμόπλοιου, ακούστηκε ένας βαρύς και υπόκωφος θόρυβος και η πορεία του πλοίου ανακόπηκε απότομα, η πλώρη του «Αμβρακία» ανυψώθηκε και η πρύμνη του κατακλύστηκε από νερά. Αμέσως ακολούθησαν σκηνές αλλοφροσύνης και πανικού μεταξύ των επιβατών. Την κατάσταση χειροτέρεψε το γεγονός ότι στο κατάστρωμα υπήρχαν περίπου 350 αιγοπρόβατα, τα οποία άρχισαν να βελάζουν και να τρέχουν πανικόβλητα, ακολούθησε τρομερή σύγχυση, στην οποία ήταν αδύνατο κανείς να ξεχωρίσει τι ακριβώς συνέβαινε.
Εν τω μεταξύ ο πλοίαρχος, στον οποίο οφειλόταν η προσάραξη του πλοίου εξαιτίας κακού υπολογισμού, διέταξε αμέσως να σβήσουν οι μηχανές και να ανοίξουν οι ασφαλιστικές δικλείδες των λεβήτων και έτσι αποφεύχθηκε η έκρηξη. Οι επιβάτες του καταστρώματος που βρίσκονταν οι περισσότεροι προς το μέρος της πλώρης, κατόρθωσαν κάποιοι να πηδήξουν στην ξηρά και άλλοι να παραμείνουν για λίγα λεπτά στο κατάστρωμα. Κατόπιν όμως το σκάφος, ενώ είχε κλίση προς τα δεξιά, έκλεινε απότομα στα αριστερά (νεότερες αναφορές υποστηρίζουν ότι τόσο αρκετοί επιβάτες, όσο και τα αιγοπρόβατα είχαν μαζευτεί στα αριστερά, με αποτέλεσμα να μπατάρει σε αυτή την πλευρά το πλοίο) και τους έριξε όλους στη θάλασσα προς το μέρος της ξηράς και έτσι οι περισσότεροι κολυμπώντας κατόρθωσαν να πατήσουν έδαφος.
Σε δυσχερή θέση βρέθηκαν οι επιβάτες της πρώτης θέσης γιατί οι καμπίνες τους βρίσκονταν στην πρύμνη, η οποία άρχισε αμέσως να κατακλύζεται από τα νερά.

Η ντροπή υπήρξε μοιραία
Ο Φαίδων Μακρής παραθέτει τη μαρτυρία του θαλαμηπόλου Νίκου Βογιατζόπουλου, ο οποίος έσπευσε στις καμπίνες της πρώτης θέσης ειδοποιώντας τους επιβάτες για το ατύχημα. «Πρώτα εκτύπησε την πόρταν των αδελφών Παπαστεφάνου και τας είπε: «Βγήτε γρήγορα έξω, πνιγόμεθα. Εκείνες δε του απάντησαν: Δεν μπορούμε, είμαστε γυμνές, μια στιγμή, να ντυθούμε. Ακολούθως έσπευσε εις την ανδρικήν καμπίναν, όπου ευρίσκοντο δύο τηλεγραφηταί και εις φοιτητής. Εκείνοι εσηκώθησαν αμέσως με τις πυτζάμες των και έσπευσαν προς την σκάλαν απ’ όπου μετά σφοδρότητος ήρχισε να εισρέει το θαλάσσιον ύδωρ». Οι δύο, όπως περιγράφει ο συντάκτης, κατόρθωσαν να σωθούν, όμως ο τηλεγραφητής Μαυρίδης έχασε μάλλον την ψυχραιμία του και παρασύρθηκε από τα νερά στο εσωτερικό της σάλας χωρίς να δώσει έκτοτε σημεία ζωής.

Διάσωση με ένα… παντελόνι
Ο καμαρότος της πρώτης θέσης εγκλωβίστηκε από τα νερά στην αίθουσα καπνιστηρίου και δεν μπορούσε να βγει. Καλούσε σε βοήθεια, κολυμπώντας ταυτόχρονα, με τον βοηθό του να προσπαθεί να τον σώσει βγάζοντας το παντελόνι του και δίνοντάς του το ένα μπατζάκι τραβώντας τον τελικά έξω, σε κακή κατάσταση. Επίσης ο δεύτερος βοηθός του καμαρότου, ο οποίος δεν γνώριζε κολύμπι, για να σωθεί αναρριχήθηκε μέχρι το ύψος του πρωραίου ιστού, όπου παρέμεινε μέχρι την ανατολή του ήλιου.
Εν τω μεταξύ από το βάθος ακούγονταν οι σπαρακτικές κραυγές των δύο πνιγόμενων στην καμπίνα τους αδελφών Παπαστεφάνου, αλλά δεν μπορούσε να τις παρασχεθεί καμία ανθρώπινη βοήθεια «που αντί να σωθούν γυμνές επροτίμησαν να πνιγούν ντυμένες» σχολιάζει με μια δόση κυνισμού ο συντάκτης.
«Εις τα καμπίνας επίσης των αξιωματικών του πλοίου αίτινες ευρίσκοντο επί του καταστρώματος διεδραματίζοντο άλλαι σκηναί αλλοφροσύνης. Λόγω της κλίσεως του πλοίου, βαρέλια και κόφες έπεσαν εις τις πόρτες των καμπινών και τις έφραξαν, οι δε εντός αυτών ευρισκόμενοι β’ πλοίαρχος, α’ μηχανικός και λογιστής ήτο αδύνατο να εξέλθουν, ενώ από στιγμής εις στιγμήν αι καμπίνες των εκινδύνευον να κατακλυσθούν από τα εισρέοντα ύδατα. Με υπερανθρώπους προσπάθειας κατώρθωσαν να απελευθερωθούν και αυτοί την τελευταίαν στιγμήν».
Οι υπόλοιποι επιβάτες που δεν κατόρθωσαν να βγουν στη στεριά πάλευαν κολυμπώντας ανάμεσα στα αιγοπρόβατα, κάτι που δυσχέραινε εξαιρετικά τις κινήσεις τους. Ευτυχώς όμως ένας επιβάτης ονόματι Αθ. Κρεμμύδας από το Τρίκερι κατόρθωσε από τους πρώτους να βγει στη στεριά και έλυσε μια βάρκα που ήταν δεμένη εκεί κοντά και άρχισε να περισυλλέγει τους ναυαγούς και να τους αποβιβάζει στην ξηρά.

Τους παράτησαν στην τύχη τους…
Ο Μακρής αναφέρει πως 15 λεπτά μετά το ναυάγιο εθεάθη ένα αλιευτικό σκάφος, το οποίο με κωδωνοκρουσίες και φωνές το καλούσαν σε βοήθεια. Οι ασυνείδητοι όμως που επέβαιναν σε αυτό, προτίμησαν αντί να περισυλλέξουν τους ναυαγούς να μαζέψουν από τη θάλασσα μερικά κιβώτια με εμπορεύματα και να σπεύσουν να εξαφανιστούν χωρίς να συγκινηθούν από τις αγωνιώδεις επικλήσεις των ναυαγών… Ευτυχώς όμως ένα δεύτερο αλιευτικό έσπευσε σε βοήθεια περισυλλέγοντας 14 ναυαγούς και τους μετέφερε στις 3 το πρωί της Πέμπτης στην Αιδηψό, ενημερώνοντας τις Αρχές για το ναυάγιο. Κατόπιν ο τελωνοσταθμάρχης Αιδηψού, ο πράκτορας της ΚΔΑΣ και ο υποδιοικητής Χωροφυλακής επιβιβάστηκαν σε βενζινόπλοιο και κατευθύνθηκαν στον τόπο του ναυαγίου, φτάνοντας στις 4 το πρωί, ειδοποιώντας παράλληλα και το Λιμεναρχείο Χαλκίδας.
Στις 8 το πρωί πάνω σε μια έρημη νησίδα εντόπισαν ημιθανή τον Βολιώτη Μ. Ρήγα. Αυτός επί οκτώ ώρες κολυμπούσε και επέπλεε κρατώντας ένα κασόνι υφασμάτων του εργοστασίου Παπαγεωργίου, πριν τα ρεύματα τον πετάξουν γυμνό και ημιθανή στη νησίδα. Όπως κατέθεσε, πέρασε από κοντά του ένα αλιευτικό και παρόλο που κάλεσε τους ψαράδες σε βοήθεια, αυτοί δεν του έδωσαν σημασία παρά πλιατσικολογούσαν τα επιπλέοντα εμπορεύματα…

Ευθύνη του πλοιάρχου
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, την ευθύνη για το ναυάγιο την έφερε ο καπετάνιος του «Αμβρακία» καθώς μπερδεύτηκε από το σεληνόφως και εξέλαβε την αμμώδη ξηρά ως θάλασσα.
Παράλληλα η «Θεσσαλία» μάς πληροφορεί πως όλο το φορτίο του πλοίου καταστράφηκε πλην λίγων ασήμαντων ποσοτήτων, επίσης από τα 400 περίπου αιγοπρόβατα, σώθηκαν μόνο τα 48, ενώ χάθηκαν και 110.000 δραχμές από τις εισπράξεις των πρακτορείων Βόλου και Ωρεών που βρίσκονταν στην καμπίνα του πλοιάρχου. Το υπουργείο με ανακοίνωσή του ενημέρωσε πως λόγω τρικυμίας το κουφάρι του «Αμβρακία» βυθίστηκε εντελώς, χωρίς να προλάβουν τα συνεργεία να ανασύρουν τα πτώματα που βρίσκονταν μέσα. Ο υπουργός Κρατικής Αντιλήψεως έστειλε στην Αιδηψό χρήματα ως βοήθημα στους ναυαγούς.
Την επόμενη ημέρα Κυριακή 29 Οκτωβρίου το δημοσίευμα αναφέρεται στα εμπορεύματα του πλοίου που φορτώθηκαν από τον Βόλο: 7 βαρέλια οινόπνευμα για τη Χαλκίδα, 356 σάκοι σουσάμι, 139 σάκοι φουντούκια, 15 σάκοι φασόλια και 3 κιβώτια υφάσματα για την Πάτρα, 110 σάκοι άλευρα και ένα κιβώτιο υφάσματα για το Μεσολόγγι, ένα κιβώτιο με είδη ρουχισμού για την Κέρκυρα, 260 κιλά φρούτα και λαχανικά για τον Πειραιά, 4 κιβώτια ψάρια για τον Πειραιά και τέλος 345 γίδια για τη Χαλκίδα. Τέλος το πλοίο είχε παραλάβει από τους Ωρεούς και 150 σάκους ρεβίθια.

Στη λίστα των σημαντικών ναυαγίων
Αναφορά του ναυαγίου του «Αμβρακία» γίνεται και στο βιβλίο του αντιναυάρχου Χρήστου Ντούνη, με τίτλο «Τα ναυάγια στις ελληνικές θάλασσες 1900-1950», όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ονόματα των νεκρών και μια λίστα με μέλη του πληρώματος. «Ενώ πλησίαζε την άκρη Λιθάδα και πριν παραλλάξει αυτήν έθεσε το πηδάλιο αριστερά με αποτέλεσμα να προσαράξει σε απόσταση 30 μέτρα από την ακτή σε αμμώδη βυθό, πάνω στον οποίο επέπεσε ολοταχώς. Αμέσως μετά την προσάραξη τα νερά άρχισαν να κατακλύζουν γρήγορα το πρυμναίο τμήμα του σκάφους, έφτασαν μέχρι το λεβητοστάσιο και τις γαιανθρακαποθήκες μέχρι που ολόκληρη η πρύμνη καλύφθηκε από τα νερά. Κατά την προσάραξη το πλοίο έκλινε προς τα αριστερά και ο πλοίαρχος έχασε τελείως την ψυχραιμία του και δεν έδωσε διαταγή για την καθαίρεση της σωσίβιας βάρκας. Οι μηχανικοί πανικοβλήθηκαν, εγκατέλειψαν το μηχανοστάσιο και ανέβηκαν στη γέφυρα. Η κλίση επιταχύνθηκε, γιατί όλοι οι επιβαίνοντες, καθώς και τα 545 αιγοπρόβατα που μετέφερε, παρασύρθηκαν προς την αριστερά πλευρά. Σε λίγα λεπτά σταμάτησε και η ηλεκτρομηχανή του πλοίου, επήλθε πανικός και σε λίγο το πλοίο καλύφθηκε σχεδόν ολόκληρο από την επιφάνεια της θάλασσας με κλίση 45ο. Εγκαταλείφθηκε με αποτέλεσμα να πνιγούν 7 επιβάτες.

Κατά την προσάραξη του «Αμβρακία» πνίγηκαν:
1. Γυναίκα με το όνομα ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ.
2. Γυναίκα με το όνομα ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ (αδελφή της).
3. Παναγ. ΓΙΑΜΠΛΕΣ.
4. Λάζαρος ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΙΔΗΣ.
5. Σταμάτιος ΚΑΡΑΜΑΝΗΣ.
6. Γεώργιος ΜΑΥΡΙΚΗΣ.
7. Αβάπτιστο τέκνο της Μαρίας ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ.
Το πλήρωμα του «Αμβρακία» αποτελούσαν:
1. Ευθύμιος ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ Πλοίαρχος, ετών 54, Γαλαξίδι.
2. Δημήτριος ΚΑΡΜΗΣ, Ναύτης.
3. Σπυρίδων ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ, Ναύτης.
4. Ευθύμιος ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, Αρχιθερμαστής, Γαλαξίδι.
5. Νικόλαος ΨΑΛΤΗΣ, Α’ Μηχανικός.
6. Ευθύμιος ΒΑΒΜΗΣ, Ανθρακεύς, Γαλαξίδι.
7. Νικόλαος ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ, Θερμαστής.
8. Κων/νος ΜΠΕΓΙΑΝΝΗΣ, Ναύκληρος, Γαλαξίδι.
9. Βασίλειος ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ, Βοηθός Τροφοδότου.
10. Νικόλαος ΒΟΓΙΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ, Θαλαμηπόλος.
11. Νικόλαος ΜΟΥΣΤΑΪΔΗΣ, Αρχιθαλαμηπόλος.
12. Αλέξανδρος ΠΑΓΙΔΑΣ, Β’ Μηχανικός.
13. Αντώνιος ΚΟΜΜΑΤΑΣ, Θερμαστής.
14. Ζήσιμος ΖΗΣΙΜΟΥ, Ναύτης 1 Γαλαξίδι.
15. Νικόλαος ΔΡΟΣΟΓΙΑΝΝΗΣ 1 Ναύτης, Γαλαξίδι».