Όταν ο Παπαδιαμάντης τον Μάρτη του 1908 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε για το βραχύ υπόλοιπο της ζωής του στη Σκιάθο, κουβάλησε μαζί του ένα μπαούλο όπου φύλασσε επιμελώς το αρχείο του. Ήταν η μόνη ‘’προίκα’’ που μπορούσε να κληροδοτήσει στις ανύπαντρες αδελφές του για να πορευτούν στη ζωή τους καθώς αισθανόταν πως έφερε στους αδύναμους ώμους του, το βάρος της συντήρησής τους.

Ο συγγραφέας Ιωάννης Ζερβός, εκδότης μετέπειτα διηγημάτων του κυρ- Αλέξανδρου, πιστοποίησε το 1912 την ύπαρξη του μπαούλου γράφοντας: «Εις το δωμάτιόν του το συνήθως πενιχρόν υπήρχε απαραιτήτως ένα κιβώτιον με βιβλία κ’ ένα κερί» Πολύ αργότερα, ο Στ. Στεφάνου σε άρθρο του στα ΑΘΗΝΑΙΚΑ ΝΕΑ (10/2/1936) μας πληροφορεί :«ο Ππδ καθότανε σ’ ένα σπίτι στη Δεξαμενή. Στης Παυσανίενας.

Στο δωμάτιό του ειχε μία κασέλα…» Επίσης, ο φίλος του Μιλτιάδης Μαλακάσης μετέφερε στο ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ (28/04/1940) τη μαρτυρία προς αυτόν του ίδιου του Παπαδιαμάντη.: «Για να τακτοποιήσω την κασέλα με τα χαρτιά μου θέλω ένα έτος ησυχία και θάλπος. Αλλ’ αυτοί (οι εκδότες) δε μου δίδουν τίποτα, μου ζητούν ακόμα. Ακούς, αδελφέ, να ζητούν από εμένα;»

Στις 13/1/1961 ο ανιψιός του Απόστολος Παπαδιαμάντης σε συνέντευξη που παραχώρησε στο δημοσιογράφο Κυριάκο Καζάκο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΤΥΠΟΣ, αναφέρει σχετικά : « (έμενε) σε ένα άθλιο δωμάτιο της οδού Σαρρή, όπου το μοναδικό έπιπλο ήταν ένα σεντούκι. Μερικοί νεαροί της εποχής, επίδοξοι κλέπτες, θέλησαν ένα βράδυ ν’ αρχίσουν τις επιχειρήσεις απ’ το δωμάτιό του. Ίσως να νόμιζαν ότι έκρυβε χρήματα. Μπήκαν μέσα, άναψαν ένα κερί κι επιδόθησαν στο ψάξιμο του σεντουκιού. Ανακάτεψαν τα χαρτιά του Παπαδιαμάντη, δεν έβρισκαν τίποτα κι άρχισαν να βρίζουν…»

Η κασέλα και το περιεχόμενό της γλύτωσαν τότε απ’ τους ‘’επίδοξους κλέπτες’’, η τύχη της όμως αγνοείται ως σήμερα, όσο για το περιεχόμενό της με το υπερπολύτιμο αρχείο του κυρ- Αλέξανδρου, σκόρπισε στους πέντε ανέμους χωρίς να ανακουφιστούν ουσιαστικά οι άπορες αδελφές του….