Το καλό ή το κακό -όπως το δει κανείς- με την επικαιρότητα, αν είσαι δημοσιογράφος, είναι ότι πολλές φορές δεν την προλαβαίνεις. Μέχρι να ασχοληθείς με το ένα θέμα, έχει προκύψει το επόμενο και μέχρι να ετοιμάσεις το θέμα σου για δημοσίευση έχει βγει ήδη εκτός επικαιρότητας. Κάποια θέματα ωστόσο δεν εξαντλούνται στην τρέχουσα ειδησεογραφία. Όπως για παράδειγμα η αξιοπιστία της ενημέρωσης με την παραγωγή ψευδών ή ψευδεπίγραφων ειδήσεων που ολοένα και περισσότερο μας ταλαιπωρούν.

Ένα κόμμα δηλαδή και συγκεκριμένα το κόμμα που είναι στην εξουσία δημιουργεί ένα γραφείο που θα αξιολογεί ειδήσεις και πληροφορίες, που διακινούνται στο Διαδίκτυο και στα υπόλοιπα μέσα ενημέρωσης, εκτιμώ για δική του χρήση και για την δική του προστασία από την παραπληροφόρηση, αλλά πολλοί φοβούνται ότι θα είναι ένα παράκεντρο πληροφόρησης συχνά όχι μόνο για να καταγγείλει τις ψευδείς ειδήσεις – που κανονικά θα έπρεπε πρώτοι να το κάνουν οι δημοσιογράφοι – αλλά και για να θέματα ερμηνείας ειδήσεων, απόψεων, δημοσιευμάτων κτλ.

Στην Ελλάδα επιθέσεις στον Τύπο γίνονται και από τα δύο μεγάλα κόμματα με αφορμή δημοσιεύματα, άλλοτε δικαιολογημένα και άλλοτε όχι. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επιτεθεί ουκ ολίγες φορές σε μέσα ενημέρωσης και ενώ θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε τη δυσφορία για δημοσίευση ή αναπαραγωγή ψεμμάτων, δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο για την περίπτωση των απόψεων. Κάθε μέσο έχει το δικαίωμα να έχει τη δική του πολιτική άποψη και μπορείς να αντιπαρατεθείς αν θέλεις ή όχι.

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα να δυσφορεί που η συντριπτική πλειοψηφία των Μέσων είναι εναντίον του, αλλά αυτό, όπως έχει δείξει η ιστορία αλλάζει ανάλογα με τα συμφέρονταν των «μιντιαρχών». Με λίγα λόγια ας περιμένει λίγο, ποτέ καμία κυβέρνηση δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει ταυτόχρονα όλους τους «μιντιάρχες» στην Ελλάδα. Τώρα τι σημαίνει αυτό για την αξιοπιστία, τον πλουραλισμό και τελικά τη δημοκρατία είναι μια άλλη κουβέντα.

Θέλω να πω ότι είναι πολύ πιο περίπλοκα τα πράγματα από την εικόνα της πρώτης ανάγνωσης μπολιασμένης με μπόλικη προπαγάνδα.

Πρόσφατη έρευνα του Reuters, έδειξε ότι στην Ελλάδα η εμπιστοσύνη στα μέσα ενημέρωσης είναι η χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εφημερίδες μέσα σε μία δεκαετία έχασαν το 75% των αναγνωστών τους, ενώ η τάση που κυριαρχεί στο διαδίκτυο είναι οι αναγνώστες να προτιμούν μέσα που δεν υπήρχαν πριν ως brand με τη μορφή εφημερίδας ή τηλεοπτικού καναλιού, γεγονός που οφείλεται επίσης στο χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης και στην πόλωση που επικράτησε στα χρόνια της κρίσης. (πόλωση η οποία εξακολουθεί να είναι έντονη και δεν βλέπω το λόγο αυτό να αλλάξει)

Αυτό που παρατηρεί η έρευνα του Reuters είναι ότι ακόμη και μεγάλα site στην Ελλάδα, ανακυκλώνουν fake news και ιστορίες συνωμοσίας κυνηγώντας τα “κλικ”.
Τα κόμματα στην Ελλάδα επίσης αλληλοκατηγορούνται, όπως και δημοσιογράφοι μεταξύ τους, για διασπορά fakes και όλο το παιχνίδι περνά από τα social media.
Με δεδομένο το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μία από τις τρεις χώρες μεταξύ των 37 χωρών τις οποίες περιέλαβε η έρευνα στις οποίες η ενημέρωση μέσω των social media ξεπερνά τη ενημέρωση μέσω της τηλεόρασης (60%) και με δεδομένο επίσης ότι η διείσδυση του ίντερνετ στην ελληνική κοινωνία είναι η χαμηλότερη, (69% που σημαίνει ότι μόνο ανοδικά μπορεί να κινηθεί στα χρόνια που έρχονται) η πολιτική επικοινωνία μέσω των social και γενικότερα μέσω του ίντερνετ είναι καθοριστικής σημασίας για το ποιος θα κυβερνά στα επόμενα χρόνια.

O βουλευτής της ΝΔ Μπάμπης Παπαδημητρίου βγάζει ανακοίνωση καταγγέλλοντας κυκλώματα που διασπείρουν ψεύτικες ειδήσεις σχετικά με δηλώσεις του για το αν οι αστυνομικοί μπορούν να “ξεβρακώνουν μπαχαλάκηδες”. Ουσιαστικά καταγγέλλει δημοσιεύματα ως ψεύτικα με μια ψεύτικη ανακοίνωση.
Ισχυρισμός του Μπ. Παπαδημητρίου:”Τα ίδια πάντοτε κυκλώματα διασποράς ψεύτικων ειδήσεων «κόβουν και ράβουν» λέξεις και ατάκες από δημόσιες κουβέντες με σκοπό τη διαστρέβλωση και την βρώμικη επίθεση εναντίον της προσωπικότητας των πολιτικών αντιπάλων τους.”

Πραγματικότητα: Στο βίντεο που προβάλουν οι ενημερωτικές ιστοσελίδες ο Μπάμπης Παπαδημητρίου σε ερώτηση του Βουλευτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Χρήστου Σπίρτζη, “αν θα πρέπει να ξεβρακώνουμε τους “μπαχαλάκηδες”, απάντησε: “Ναι, βεβαίως, μπορείς να τους ξεβρακώσεις”

Η ηγεμονία στην ενημέρωση και στην προπαγάνδα μέσω του ίντερνετ και των social media είναι το χρυσό δισκοπότηρο για τα κόμματα. Όποιος κυριαρχήσει εκεί, κυριαρχεί στην ενημέρωση ή τουλάχιστον σε ένα μεγάλο βαθμό, μέχρις ότου περάσουμε σε μια νέα φάση των διαδικασιών ενημέρωσης που ακόμη δεν είμαστε σίγουροι για το πως θα μοιάζει.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το ότι το κυβερνών κόμμα αποκτά παρατηρητήριο fakes και προβλέπω ότι δεν θα αργήσει και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Πάμε όμως να δούμε λίγο σε θεωρητικό επίπεδο αρχικά τι συμβαίνει και με τα fake news. Ο όρος περιλαμβάνει όλο αυτό που θα αποκαλούσαμε ψεύτικη, ή παραπλανητική ή ψευδεπίγραφη είδηση και ταιριάζει μάλλον στο να περιγράψει αυτό που ο φιλόσοφος Ερνέστο Λακλάου αποκάλεσε, “Floating signifier” (ας το πούμε εδώ “πλωτό σημαίνον” αν και δεν αποδίδεται ακριβώς όπως στα αγγλικά ο όρος). Δηλαδή, θέλει να μας πει, το σημαίνον (ο τρόπος με τον οποίο δηλώνεται μια λέξη, φράση, είδηση στη περίπτωσή μας) χρησιμοποιείται με διαφορετικές και σε πολλές περιπτώσεις αντίθετες πολιτικές έννοιες, προκειμένου να δημιουργήσει πολιτικές ταυτότητες και συγκρούσεις, με απώτερο σκοπό τον επηρεασμό της κοινής γνώμης.
Τα fake news έχουν γίνει πλέον τμήμα ενός πολύ ευρύτερου αγώνα για να δώσουν σχήμα και σκοπό στη σύγχρονη πολιτική αντιπαράθεση, να απονομιμοποιήσουν τον πολιτικό αντίπαλο, τον οικονομικό αντίπαλο, τον απεργό, τον μετανάστη, τον διαφορετικό κτλ, και να δημιουργήσουν τους όρους για πολιτική ηγεμονία.

Η καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Ιλινόις Ζιζή Παπαχαρίση τονίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα social media και φυσικά έχει δίκιο, καθώς υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα ψευδών ή παραπλανητικών ειδήσεων από τα επώνυμα παραδοσιακά μέσα και πάρα πολλά ακόμη που εκστομίζονται από ανθρώπους που έχουν θεσμικό ρόλο. Κάθε φορά που τα επώνυμα μίντια κλείνουν τα μάτια και τα αυτιά σε αυτές τις περιπτώσεις και αρνούνται να τις καταδικάσουν χάνουν λίγο ακόμη από την αξιοπιστία τους.
Τα ηλεκτρονικά μέσα στην Ελλάδα, αν δεν χρηματοδοτούνται από άλλες δραστηριότητες των ιδιοκτητών τους, βγάζουν χρήματα από τις μετρήσεις και τα κλικ. Οι παραπλανητικές ειδήσεις δημιουργούν κλικ και δυστυχώς οι παραπλανητικές ειδήσεις δημιουργούνται με άξονα το δίπολο “γεγονότα VS προπαγάνδα”.

Για την περίφημη επιχείρηση της αστυνομίας στο Κουκάκι δεν βρέθηκαν στοιχεία για τους γιούς του σκηνοθέτη Δ. Ινδαρέ στο κατειλημμένο κτίριο. Στην παρούσα ανάρτηση ενοχοποιούνται τα αδέρφια Ινδαρέ

Επιπλέον τα fake news είναι ένας καλός λόγος για περισσότερη ενασχόληση με τα social media. Σε έρευνα που έκανε στις ΗΠΑ, ο ιστοχώρος, Buzzfeed News φάνηκε ότι κατά την προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ τα fake news προκάλεσαν περισσότερη κινητικότητα στα social media από ότι οι πραγματικές ειδήσεις.

Ανάγκη για εκπαίδευση

Η Ζιζή Παπαχαρίση πιστεύει ότι η λύση είναι η εκπαίδευση του κοινού που “καταναλώνει” πληροφορία καθώς του λείπει η κριτική σκέψη ώστε να αξιολογήσει το on line περιεχόμενο και τις πολιτικές πληροφορίες.
Αν πάμε λίγο πίσω στην τελευταία έκθεση του ευρωβαρόμετρου (2ος 2018) βλέπουμε ότι στην Ελλάδα το πρόβλημα για το οποίο μιλά η κ. Παπαχαρίση είναι εντονότερο, καθώς οι Έλληνες εμπιστεύονται περισσότερο τις πλατφόρμες που διακινούν fake news και δυσπιστούν περισσότερο από τους άλλους Ευρωπαίους με τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, τηλεόραση, τύπο, ραδιόφωνο.

Το γεγονός μπορεί να αποδοθεί στο ρόλο που έπαιξαν τα ΜΜΕ στην περίοδο της κρίσης στην Ελλάδα και στην απόλυτη ταύτισή τους με πολιτικές και την μονόπλευρη παρουσίαση γεγονότων έως και την εκ των υστέρων παραδοχή μετάδοσης ψευδών ειδήσεων από δημοσιογράφους (“με πίεζαν να γράφω υπέρ του ΔΝΤ”, “δεν λέγαμε την πραγματικότητα γιατί είχαμε bank run”, “τι φταίμε εμείς αν όλοι οι πολίτες είναι υπέρ του Ναι στο δημοψήφισμα” κτλ )
Το αστείο είναι πως παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες θεωρούν σε ποσοστό 90% ότι τα fake news είναι πρόβλημα (ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 85%) είναι από τους μεγαλύτερους “καταναλωτές” fake news αφού έχουμε το υψηλότερο ποσοστό εμπιστοσύνης στις οn line πλατφόρμες στην Ευρώπη, οι οποίες είναι οι κύριοι φορείς fakes.

Ο βουλευτής της ΝΔ Γιάννης Λοβέρδος συνδέει τον σκηνοθέτη Δ. Ινδαρέ με την κατάληψη στο Κουκάκι με σχόλια για την επαγγελματική του υπόσταση.

Αυτός όμως είναι ο λόγος που τα fake news κάνουν τη δουλειά τους παραπλανώντας και δημιουργώντας αποτελέσματα χρήσιμα για συγκεκριμένες πολιτικές ή οικονομικές ομάδες.
Το γιατί δημιουργούνται και διαχέονται όμως έχει να κάνει πρώτον με αυτήν τους την επιτυχία, δηλαδή τον επηρεασμό της κοινής γνώμης και της απονομιμοποίησης του πολιτικού αντιπάλου, και δεύτερον για καθαρά οικονομικούς λόγους που σχετίζονται με την επιβίωση των ηλεκτρονικών media, σε εποχές που η ενίσχυση με κρατική διαφήμιση έχει περιοριστεί.

Αυτοί είναι και οι λόγοι που δεν θα σταματήσει η παραγωγή faκe news γιατί από τη μία έχει αποδειχθεί πολύ αποτελεσματικό εργαλείο για την πολιτική προπαγάνδα. Η περίπτωση της Cambridge Analytica και η χρήση των δεδομένων των χρηστών του Facebook και άλλων social σε περίπου 60 χώρες για τη δημιουργία προσωποποιημένου περιεχομένου μέσω τεχνητής νοημοσύνης για να το πούμε απλά, ήταν μια επανάσταση χωρίς προηγούμενο για τον τρόπο που θα γίνονται οι εκλογές και οι εκλογικές εκστρατείες από εδώ και πέρα.

Ίσως η φράση του Έντουαρντ Σνόουντεν: “Ποτέ ξανά δεν θα υπάρξουν δίκαιες εκλογές” μπορεί να είναι λίγο τραβηγμένη αλλά καλό είναι να ξέρουμε ότι τα δεδομένα μας πλέον δεν είναι μόνο δικά μας και μπορούν να αποτελέσουν μια καλή βάση για προεκλογική εκστρατεία, δημοψήφισμα, εμπορικές συνήθειες, κάθε είδος φακέλωμα κτλ.
Στην περίπτωση των αμερικάνικων εκλογών και του Μπρέξιτ, η βρώμικη προπαγάνδα αποκαλύφθηκε.
Τίποτα δεν μας εγγυάται ότι δεν θα επαναληφθεί και στο μέλλον με αυτούς που θα την καθοδηγούν να είναι πιο προσεκτικοί.

Οικονομία VS αξιοπιστία

Ο δεύτερος λόγος που δεν σταματήσουν τα fake news όπως εξηγεί η καθηγήτρια επικοινωνίας στο Κολέγιο Μέριμακ Μελίσα Ζίμπαρς, σε άρθρο της στην Washington Post, είναι γιατί “η παραγωγή fakes είναι φτηνή, πολύ πιο φθηνή από τις πραγματικές ειδήσεις” και όπως είπαμε παραπάνω είναι και κερδοφόρα, τόσο, που έρευνες σε μέσα της Ανατολικής Ευρώπης έχουν δείξει ότι οι εκδότες εσκεμμένα επινοούσαν ειδήσεις όσον αφορά τις αμερικανικές εκλογές γιατί αυτό τους έφερνε χρήματα.
Στην Ελλάδα η διαφημιστική δαπάνη στο ιντερνετ υπολείπεται προς το παρόν της δαπάνης στην τηλεόραση αλλά ίσως στα επόμενα χρόνια να δούμε να ανατρέπεται αυτή η ζυγαριά.
Στο ιντερνετ με βάση στοιχεία του 2018 η διαφήμιση ήταν 62 εκατομμύρια ευρώ, με τα πραγματικά λεφτά να φτάνουν περίπου τα 40-45 εκατομμύρια αν υπολογίσει κανείς τις εκπτώσεις και τις επιστροφές. Όμως οι διαφημιζόμενοι στην Ελλάδα δίνουν άλλα 150 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο στη Google, άλλα 50 εκατομμύρια ευρώ στο Facebook και άλλα τόσα σε άλλα social (instagram, Linkedin), πάνω κάτω δηλαδή 250 εκατομμύρια ευρώ. Με βάση το γεγονός ότι οι Έλληνες δίνουν μεγαλύτερο βάρος στα social και με βάση επίσης ότι η διείσδυση του ίντερνετ είναι στο 69% το κονδύλι αυτό μόνο ανοδικά μπορεί να κινηθεί στα επόμενα χρόνια, αν βέβαια το ευνοήσουν και οι γενικότερες οικονομικές συνθήκες.

Η σελίδα Ελληνικά Hoaxes αποκαθιστά την αλήθεια για τα επεισόδια στο Μαρούσι.

Μπορούν να εξαφανιστούν, να απαγορευτούν ή τέλος πάντων να σταματήσουν τα fake news; Η απάντηση προς το παρόν εκτιμάται ότι είναι “όχι” ή “μάλλον όχι”. Και το ζήτημα θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι τεχνικό αλλά και οικονομικό. Έχοντας δημιουργηθεί μια κατάσταση στα ΜΜΕ με τις ψευδείς πληροφορίες οι οποίες συνδέονται με τα έσοδα του κάθε μέσου (και ας αφήσουμε στον παρόν συλλογισμό το θέμα της προπαγάνδας) αν εξαφανίζονταν με κάποιο τρόπο αύριο, το όλο σύστημα των μέσων θα βρισκόταν σε κρίση.
Όπως λένε σε ένα ενδιαφέρον άρθρο τους με τίτλο “Τα fake news ως πλωτό σημαίνον: Ηγεμονία, ανταγωνισμός και η πολιτική του ψεύδους” οι Γιόχαν Φάρκας και Τζανίκ Σου, η εξαφάνιση των fake news θα απαιτούσε να δημιουργηθούν εκ νέου τα καπιταλιστικά κίνητρα και οι οικονομικές δομές του οικονομικού μιντιακού συστήματος. Ο κόσμος έχει μάθει να “καταναλώνει” ειδήσεις και πληροφορίες από social media και συγκεκριμένες ιστοσελίδες. Έχει αποκτήσει έναν εθισμό στα fakes και στα viral θέματα που ταιριάζουν στην δική του ιδεολογική τοποθέτηση. Θέλει να διαβάζει θέματα που επιβεβαιώνουν παγιωμένες του απόψεις.
Σκεφτείτε το λίγο: Φανταστείτε την απορρύθμιση στο μιντιακό τοπίο, στα κλικς, στην επισκεψιμότητα, στα κριτήρια βάσει των οποίων μοιράζεται η διαφήμιση. Θα έπρεπε να επαναπροσδιοριστούν πολλά πράγματα. Θα έπρεπε να σχεδιαστούν όλα από την αρχή.
Οι διαφημιστές θα πάθαιναν νευρική κρίση, ο διαφημιστικός σχεδιασμός  που στήθηκε σε βάθος χρόνου θα ήταν άχρηστος.

Η κριτική κατά των fake news γίνεται επομένως ταυτόχρονα και κριτική κατά του ψηφιακού μιντιακού οικονομικού συστήματος γιατί τα fake news είναι συνυφασμένα με αυτό το σύστημα και απόρροιά του μας λένε οι Φάρκας και Σου.

Το fake και το επείγον

Στον κόσμο του ιντερνετ η διαχείριση της πληροφορίας γίνεται ιδιαίτερα περίπλοκη λόγω της ταχύτητας που επιβάλει ο ανταγωνισμός. Στην τηλεόραση έχουμε τρία δελτία ειδήσεων τη μέρα. Οι ιστοσελίδες είναι ένα διαρκές δελτίο ειδήσεων.
Έτσι αντιμετωπίζουμε συχνά τη διάχυση των fakes ή της παραποιημένης, ή της ελλιπούς μη διασταυρωμένης πληροφορίας. Κάποιες φορές ΜΜΕ ή δημοσιογράφοι μπορεί να παρασυρθούν και να γίνουν φορείς μιας πληροφορίας με σαφές ή κρυφό πολιτικό περιεχόμενο άθελά τους, ακόμη και κόντρα στην πολιτική γραμμή του μέσου για το οποίο εργάζονται. Και όταν το fake “φύγει”, δεν επιστρέφει και δύσκολα μπορεί να γίνει επανόρθωση. Γιατί η κάθε επανόρθωση σε μια εσφαλμένη πληροφορία – μας δίδασκε η σημειωτική – προσθέτει νέους δέκτες στο σύνολο αυτών που θα πιστέψουν την εσφαλμένη πληροφορία και κάποιοι από αυτούς που πήραν το μήνυμα της επανόρθωσης θα εξακολουθήσουν να έχουν αμφιβολίες. Στην Ελλάδα ειδικά, με τα χαρακτηριστικά του κοινού που περιγράψαμε παραπάνω, αυτό αναμφίβολα ισχύει. Ευτυχώς όχι πάντα.

Το 11μηνο βρέφος δεν είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και πολλά μέσα βιάστηκαν να δημοσιεύσουν την εκτίμηση του ιατροδικαστή που ήταν εσφαλμένη.

Ο υποτιθέμενος βιασμός του 11μηνου βρέφους και η βεβιασμένη διάγνωση του ιατροδικαστή πριν μερικές ημέρες χτύπησαν καμπανάκι στα ΜΜΕ που είδαν αμέσως πεδίο δόξης λαμπρό. Το ότι οι γονείς ήταν μετανάστες ήταν ακόμη ένα στοιχείο που ευνοούσε την αντιμεταναστευτική ρητορική κάποιων μέσων και έτσι η ελαφρά τη καρδία είδηση του ιατροδικαστή, έγινε αμέσως πρώτο θέμα. Ο συνειρμός είναι σαφής: Μετανάστες=μουσουλμάνοι=βιάζουν τα παιδιά τους=αλλοιώνουν τον πολιτισμό μας κτλ κτλ

Η είδηση όμως είναι είδηση και πρέπει να μεταδοθεί. Μέχρι εκεί καλά. Εκτός από τον ιατροδικαστή όμως υπήρχε και το ιατρικό ιστορικό του βρέφους το οποίο δεν αξιοποιήθηκε σαν στοιχείο του ρεπορτάζ ή υποβαθμίστηκε. Η εκτίμηση του ιατροδικαστή έδινε τόσο ισχυρό πρώτο θέμα για τα δελτία και τις ιστοσελίδες που δεν γινόταν να χαλάσει για χάρη της πραγματικότητας.
Όταν αποκαλύφθηκε ότι δεν υπήρξε βιασμός, η διάψευση έγινε μονόστηλο ή χάθηκε στα βάθη κάποιων ιστοσελίδων (ευτυχώς όχι παντού). Αν ρωτήσετε τον κόσμο εκεί έξω να σας πει τι έμαθαν για την υπόθεση πολλοί θα έχουν μείνει στην είδηση του βιασμού, κάποιοι ότι έγινε βιασμός και γίνεται προσπάθεια κουκουλώματος και διάφορες άλλες θεωρίες συνωμοσίας και κάποιοι ότι έγινε λάθος από τον ιατροδικαστή και ότι δεν υπήρξε βιασμός. Δεν βάζω ποσοστά, μπορώ να υποθέσω βάσει εμπειρίας, αλλά δείτε πόσο ζημιά έκανε η μετάδοση μιας παραπλανητικής είδησης.

Αντίστοιχη περίπτωση, Ζακ Κωστόπουλος.
To παιδί αυτό δολοφονήθηκε μέρα μεσημέρι δύο βήματα από την Ομόνοια. Έχουν προκύψει ευθύνες για την αστυνομία, το ΕΚΑΒ, το βίντεο της επίθεσης που δέχθηκε είναι ξεκάθαρο, η δίκη εκκρεμεί και είναι σχεδόν σίγουρο ότι σε πολλούς θα έχει μείνει η εντύπωση των πρώτων μεταδόσεων βάσει των οποίων “ήταν ένας ναρκομανής που πήγε να κλέψει και τον περιποιήθηκαν οι αγανακτισμένοι πολίτες”.
Για να μην θυμίσουμε το “τον σκότωσε για το ποδόσφαιρο” ή “ το παραποιημένο βίντεο από τη δολοφονία Γρηγορόπουλου” και ο κατάλογος είναι τεράστιος.

Εδώ ο κ. Γεραπετρίτης συνδέει την άνοδο του Χίτλερ με την απλή αναλογική: “Από την απλή αναλογική της Βαϊμάρης οδηγηθήκαμε στις εκλογές του 1933 (…), όπου εξαιτίας της αδυναμίας να συγκεντρωθεί ένας ισχυρός κυβερνητικός πόλος, ο Χίτλερ αναλαμβάνει την εντολή”

Η ταχύτητα εχθρός της σκέψης

Θα πει κανείς και με το δίκιο του, ότι η αναπαραγωγή ειδήσεων όπως οι παραπάνω με τον τρόπο αυτό είναι μια επιλογή κάποιων γραφείων σύνταξης. Πως όμως περνάμε από μια επιλογή μερικών γραφείων σύνταξης σε μια μιντιακή ομοιομορφία που δημιουργεί γρήγορα την πραγματικότητα, και έχει το αβαντάζ στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης;
Μιλώντας πριν από αρκετά χρόνια για την τηλεόραση ο Γάλλος κοινωνιολόγος Πιέρ Μπουρντιέ έκανε λόγο για το “επείγον και το fast thinking”. O Μπουρντιέ μιλούσε για την τηλεόραση, καθώς το διαδίκτυο τότε ακόμη δεν είχε τη διείσδυση και την επιρροή που έχει σήμερα, ωστόσο οι βασικές αρχές που καθορίζουν το δελτίο ειδήσεων της γρήγορης δημοσιογραφίας έχουν εφαρμογή και στο διαδίκτυο.
Ο ανταγωνισμός των ψηφιακών μέσων παίρνει τη μορφή ενός χρονικού ανταγωνισμού για την αποκλειστικότητα έστω και με την έννοια της πρωτιάς για λίγα λεπτά. Η τηλεόραση χάνει σταδιακά την μάχη της ενημέρωσης από το διαδίκτυο. Τα θέματα ενός δελτίου ειδήσεων των 20.00 αν δεν είναι αποκλειστικότητες είναι γνωστά από το πρωί ή το απόγευμα της ίδιας μέρας. Κι αν είναι αποκλειστικότητες είναι συνήθως θέματα ποικίλης ύλης ή όπως λέει ο Μπουρντιέ “ειδήσεις omnibus που δεν απαιτούν μια ειδική γνώση, πολιτική συνήθως, και είναι ειδήσεις που αποπολιτικοποιούν, και συρρικνώνουν το βίο του κόσμου στο ανέκδοτο και στη φημολογία στρέφοντας και καθηλώνοντας την προσοχή σε γεγονότα χωρίς πολιτικές συνέπειες”.

Για να επιστρέψουμε στο επείγον λοιπόν, στο διαδίκτυο – και στην τηλεόραση φυσικά – τα γραφεία σύνταξης και οι διευθυντές εξωθούνται στο να καλύψουν το θέμα που κάλυψε κάποιος άλλος ίσως με λίγο διαφορετικό τρόπο ή με μια πτυχή που δεν αποκαλύφθηκε μέχρι εκείνη την ώρα επειδή αυτό επιβάλει ο ανταγωνισμός.
“Αν το έχει ο ανταγωνιστής πρέπει να το έχουμε και μεις. Για ψάξτε το…” θα ακούσετε σε ένα γραφείο σύνταξης ή “Για δείτε… το τάδε site ανέβασε αυτό. Τό ΄χουμε;”

Με λίγα λόγια έχουμε θέματα που επιβάλλονται στους χρήστες του διαδικτύου ή της τηλεόρασης επειδή επιβάλλονται στους διευθυντές των γραφείων σύνταξης λόγω του ανταγωνισμού με άλλους διευθυντές και γραφεία σύνταξης. Στο ιντερνετ ειδικά που δεν υπάρχει χρόνος για σκέψη ή για έρευνα το copy paste δίνει τη λύση. Αν το τάδε μέσο μεταδίδει το τάδε θέμα με έναν συγκεκριμένο ο τρόπο, οι ανταγωνιστές του, αν δεν έχουν μια διαφορετική πτυχή, επιβάλλεται να το μεταδώσουν τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο.
Το είδος αυτό της διασταυρούμενης πίεσης που οι δημοσιογράφοι ασκούν οι μεν στου δε, έλεγε ο Μπουρντιέ, “είναι γενεσιουργό αλλεπάλληλων συνεπειών, οι οποίες αναμεταφράζονται μέσω επιλογών, απουσιών και παρουσιών”.

Η πίεση δημιουργεί μια αρνητική σχέση μεταξύ του επείγοντος και της σκέψης. Δεν υπάρχει ο χρόνος για έρευνα και διασταύρωση με αποτέλεσμα όταν γίνονται λάθη να έχουμε τις γνωστές συνέπειες.
Λάθη θα γίνονται αλλά ας μου επιτραπεί η προσωπική θέση: Αν τα αναγνωρίζεις και τα διορθώνεις σήμερα αυτό δεν είναι στοιχείο αδυναμίας αλλά υπευθυνότητας και μια μικρή κίνηση για την ανάκτηση της αξιοπιστίας σου.

Μια δύσκολη μάχη

Πως θα εξελιχθεί η κατάσταση. Πανεπιστημιακοί και επαγγελματίες της επικοινωνίας σε όλο τον κόσμο το ίδιο αναρωτιούνται και παρά το ότι είναι πολύ καλοί στο να εξηγούν και να ερμηνεύουν “τις λέξεις και τα πράγματα” έχουν λίγες προτάσεις με πρακτική εφαρμογή για άμεσα αποτελέσματα.
Κάπως έτσι τα λέει και ο Μάρτιν Μπάρον, διευθυντής της Washington Post, προτρέποντας μας να συνεχίσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας.

“Ζούμε σε μία εποχή που ο κόσμος έχει πολλές επιλογές για να πάρει πληροφορίες. Και φτάνει στο σημείο να απορρίπτει τις πληροφορίες που έρχονται σε αντίθεση με τις πάγιες απόψεις του. Στο ιντερνετ μπορείς να βρεις, θεωρίες συνωμοσίας, τρελές θεωρίες και ψεύτικες ιστορίες. Ο κόσμος πάει σε sites για να επιβεβαιώσει απόψεις και θεωρίες που ήδη έχει, για να πάρει επιχειρήματα και σε αυτό το σημείο έχουμε χάσει σε επιρροή.
Το αν αυτό θα είναι μια μόνιμη κατάσταση δεν το ξέρουμε. Είμαστε σε μεταβατική περίοδο και ο μόνος τρόπος να το αντιμετωπίσουμε είναι να συνεχίσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας με μεγαλύτερη διαφάνεια, παρουσιάζοντας στοιχεία, ντοκουμέντα, ηχητικά, βίντεο, τα πάντα για να αποδείξουμε την αξιοπιστία των ειδήσεων που δημοσιεύουμε”.

Κώστας Πλιάκος , CNN Greece

1. Fake News as a Floating Signifier: Hegemony, Antagonism and the Politics of Falsehood https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/13183222.2018.1463047#

2. The Future of Truth and Misinformation Online https://www.pewresearch.org/internet/2017/10/19/the-future-of-truth-and-misinformation-online/

3. Reuters Institute Digital News Report 2019 http://www.digitalnewsreport.org/survey/2019/overview-key-findings-2019/

4. Ετήσιο report ADEX Hellas Benchmark 2018 από το IAB Hellas, https://www.iab.gr/press-releases/Etisio-report-ADEX-Hellas-Benchmark-2018-apo-to-IAB-Hellas

5. IAB internet advertising revenue report https://www.iab.com/news/iab-advertising-revenue-q1-2019/

6. Entrevista íntegra con Martin Baron, director de ‘The Wahington Post’ sobre el discurso del odio, https://www.rtve.es/alacarta/videos/en-portada/entrevista-integra-martin-baron-director-the-wahington-post-sobre-discurso-del-odio/4272655/

7. Final results of the Eurobarometer on fake news and online disinformation, https://ec.europa.eu/digital-single-market/en/news/final-results-eurobarometer-fake-news-and-online-disinformation

8. Πιερ Μπουρντιέ, Για την τηλεόραση. Εκδόσεις Πατάκη