Πίσω από κλειστές πόρτες, δράματα μικρά στα μάτια των απ’ έξω, καταιγιστικά για όσους ξύπνησαν μια μέρα σε μια νέα πραγματικότητα. Να φροντίσεις έναν άνθρωπο κατάκοιτο στη χώρα τού «να μη σου τύχει» είναι, για όποιον δεν το έχει ζήσει, κάτι αδιανόητο…

Νίκη Λυμπεράκη

Σε πόσα σπίτια σ’ αυτήν τη χώρα ζουν άνθρωποι που επιφορτίζονται με την 24ωρη φροντίδα αγαπημένων τους;

Πίσω από κλειστές πόρτες, χιλιάδες δράματα μικρά στα μάτια των απ’ έξω, καταιγιστικά κι αναπόδραστα για όσους ξύπνησαν μια μέρα σε μια νέα πραγματικότητα. Να φροντίσεις έναν άνθρωπο κατάκοιτο ή ανοϊκό στη χώρα του «να μη σου τύχει» είναι, για όποιον δεν το έχει ζήσει, κάτι αδιανόητο. Η περιπέτεια αρχίζει συνήθως μετά από ένα ατύχημα ή κάποιο βαρύ εγκεφαλικό.

Τα πρώτα επεισόδια γράφονται σε κάποιο δωμάτιο νοσοκομείου. Σ’ αυτό το στάδιο η ελπίδα ζει ακόμη. Το «γίνονται και θαύματα» των γιατρών σε κρατάει για εβδομάδες, μήνες, καμιά φορά και για χρόνια. Αρκεί μια αναλαμπή, μια λέξη, μια κίνηση ή ένα βλέμμα που θυμίζει τον άνθρωπό σου όπως ήταν πριν και παίρνεις δύναμη. «Λες να γίνει το θαύμα;». Αλλά δεν γίνεται το θαύμα κι ούτε θα γίνει.

Στο μεταξύ έρχεται η ώρα του εξιτηρίου. Η επιστροφή στο σπίτι. Λένε φίλοι που έγιναν γονείς πως καταλαβαίνουν ότι η ζωή τους άλλαξε για πάντα με την επιστροφή στο σπίτι. Κάτι αντίστοιχο, αλλά βαρύ και θλιβερό, συμβαίνει και όταν γυρνάς στο σπίτι με τον άνθρωπό σου που δεν μοιάζει πια με εκείνον που ήξερες. Η ζωή σου δεν θα ναι ποτέ πια η ίδια.

Αν είσαι τυχερός, δεν είσαι μόνος. Μοιράζεστε τη νέα πραγματικότητα περισσότεροι του ενός. Μια μάνα, μια κόρη, μια αδελφή, ο πατέρας ή ένας γιος. Σε μια χώρα με μηδενικές δομές και σχεδόν μηδενική πρόνοια, άνθρωποι σαν εσένα που διαβάζουν πίνοντας χαλαροί τον κυριακάτικο καφέ τους, βρίσκονται ξαφνικά να εξελίσσονται σε αυτοδίδακτες νοσοκόμες.

Δεν προλαβαίνεις ούτε να πενθήσεις για εκείνον που ενώ είναι ζωντανός μπροστά στα μάτια σου, μόνο στα όνειρά σου θα έρχεται πια ως ο άνθρωπος που ήξερες. Μέσα στο χάος της νέας σου πραγματικότητας, το πένθος είναι πολυτέλεια. Αν είσαι τυχερός, υπάρχουν κάποια χρήματα. Έρχεται στο σπίτι μια γυναίκα.

Να ταιριάξεις, να εμπιστευθείς, αλλά και να συμφιλιωθείς με τις τύψεις που νιώθεις απέναντι σε μια γυναίκα που ξέρεις μέσα σου πως δεν δουλεύει απλώς για σένα, αλλά μοιάζει να νοικιάζεις τη ζωή της με τον μήνα. Τι νοίκι να δώσεις για τη ζωή ενός ανθρώπου; Και οι μήνες περνούν και τα χρόνια περνούν. Και η ελπίδα λιγοστεύει και τελικά πεθαίνει. Και εσύ συνεχίζεις μηχανικά να φροντίζεις έναν άνθρωπο που τον έχεις πια αγαπήσει από την αρχή.

Στο πρόσωπό του δεν αγαπάς πλέον μόνο τον μπαμπά ή τη μαμά που αρρώστησε, αλλά κι αυτόν τον νέο άνθρωπο που μπορεί να σου δείχνει ένα αχλάδι και να το αποκαλεί βάτραχο, που του συστήνεσαι κάθε μέρα από την αρχή, που ξεκαρδίζεται βλέποντας ελληνικές ταινίες χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει γιατί, και που στην αγκαλιά και στο χάδι ανταποκρίνεται πάντα, γιατί έτσι είμαστε φτιαγμένοι οι άνθρωποι.

Αυτόν τον άνθρωπο, που ζει χάρη στη φροντίδα σου, αλλά την ίδια ώρα καταδυναστεύει με το δράμα του τη ζωή σου, τον αγαπάς. Και αν είσαι μόνος; Κι αν δεν έχεις τα χρήματα ούτε για τα στοιχειώδη; Πώς αντέχεται άραγε αυτή η ζωή; Μιλάμε συχνά για τα προβλήματα του Συστήματος Υγείας στην Ελλάδα. Μιλάμε για τις τιμές των φαρμάκων, τις κλίνες στις ΜΕΘ που δεν επαρκούν, τις ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις, τα ραντεβού που περιμένεις μήνες για να κλείσεις.

Να μιλήσουμε και για την υποχρέωσή μας να είμαστε εκεί για εκείνους που καλούνται μόνοι να σηκώσουν ένα βάρος ασήκωτο. Να φτιάξουμε δομές και να βρούμε τρόπο να κάνουμε τη ζωή τους λιγότερο αβίωτη.

Με βοήθεια στο σπίτι, με οικονομική ενίσχυση, με λιγότερη γραφειοκρατία, με ψυχολογική υποστήριξη. Ας συμφωνήσουμε πως οφείλουμε να πάρουμε από τους ώμους τους τα πρακτικά. Αρκετό βάρος ρίχνει στην ψυχή τους η απώλεια.

Πηγή: Protagon.gr