Σκιάθος (φωτο: Θοδωρής Κ. Τζούμας)

Αγαπητό  Skiathos life,
επανέρχομαι μ’ ένα όσο γίνεται πιο σύντομο σημείωμα, και μετά τη σημαντική τοποθέτηση του ευρύτερα γνωστού στο χώρο της γαστρονομίας, κυρίου Γ. Πίττα, να συμβάλλω κι εγώ μέσα από την παράθεση προσωπικών βιωμάτων, στην ανάδειξη της σκιαθίτικης «κουζίνας». Να επισημάνω κι εγώ ότι οι τοπικές γαστριμαργικές συνήθειες, το φαγητό της καθημερινότητας ενός τόπου, αναδεικνύει την πολιτισμική και οικονομική του ταυτότητα.
Η Σκιάθος, πριν το 60, ήταν, βασικά ένα νησί ναυτικών, γεωργών, ψαράδων και κτηνοτρόφων, και ήταν ένα νησί αυτάρκες σε προϊόντα. Υπήρχαν μποστάνια με οπωροκηπευτικά και ζαρζαβατικά και φρούτα. Και φυσικά υπήρχαν οι ελαιώνες, μ’ αυτό το υπέροχο λάδι. Υπήρχαν αιγοπρόβατα και γελάδια και βέβαια καθημερινά στην ψαραγορά υπήρχαν φρέσκα ψάρια. Εάν θυμάμαι καλά, τα αμπέλια, καταστράφηκαν με τον πόλεμο και το αεροδρόμιο, ενώ τα μαγαζιά της ψαραγοράς μετατράπηκαν σε μπαράκια γιατί «στέρεψε» η θάλασσα.

Το νησί λοιπόν είχε αυτό που λέμε μια οικονομική και πολιτισμική ταυτότητα. Τρώγαμε μαγειρεύοντας αυτά που είχαμε. Τι τρώγαμε; Τρώγαμε κατ’ αρχήν με βάση την ορθόδοξη παράδοση: Τετάρτη- Παρασκευή όσπρια (μόνο λάδι). Τις άλλες μέρες: ψάρια, τα μικρά  τηγανιτά, σούπες και βραστά τα μεγάλα (ροφοί, σφυρίδες), αλλά και στο ταψί πλακί ή με ρίγανη και λεμόνι (γαύρος). Αστακός με χόρτα όπως και σουπιές χόρτα. Επίσης χταπόδι καπαμά ή στο τηγάνι με αλεύρι, ξύδι, λάδι. Πίττες: τη σκιαθίτικη πίττα με τυρί ή με μυζήθρα ή με κρεμμύδι και τη χορτόπιτα, αλλά και τα περίφημα καλαπόδια με τα διαφόρων λογιών είδη χόρτων. Τις Κυριακές κρέας (μοσχαράκι γιουβέτσι, ή γιουβαρλάκια, ή μοσχάρι με μακαρόνι χοντρό σούπα με κόκκινη σάλτσα). Επίσης φρικασέ με καστρολάχανα. Πρωινό: τηγανίτες ή πλακόπιτες. Γλυκά: μπακλαβάδες (καρυδάτος, μυγδαλάτος), άσπρο, χαϊμαλιά, λουκουμάδες, αμυγδαλωτά.

Ανέφερα ορισμένα από τα φαγητά που θυμάμαι και που νομίζω ότι ήταν αντιπροσωπευτικά της σκιαθίτικης γαστρονομίας. Δεν αναφέρομαι  σε γνωστά πανελλαδικώς φαγητά που μαγειρευόντουσαν και στη Σκιάθο, π.χ. γεμιστά, μακαρόνια, γιαπράκια, κλπ.
Όταν τη δεκαετία του 1960, άρχισε δειλά-δειλά να προβάλλει το τουριστικό μέλλον του νησιού, δυστυχώς αυτό έγινε κυρίως ερήμην των σκιαθιτών και χωρίς οι ίδιοι να έχουν άποψη. Τη δεκαετία του 1970 που ο τουρισμός είχε πλέον μπει για τα καλά στο νησί, αναπτύχθηκαν μια σειρά από επιχειρήσεις από «ξένους» επιχειρηματίες και φυσικά, εν μέσω δικτατορίας χωρίς καμία στρατηγική και σχεδιασμό. Τότε λοιπόν αναπτύχθηκαν κάθε είδους «κουζίνες» χωρίς «αιδώ»! Εκτός ελαχίστων αλλά σημαντικών εξαιρέσεων, υπήρχε η άποψη ότι θα έπρεπε να μαγειρεύουμε με βάση τις γεύσεις των ξένων τουριστών και φυσικά δεν υπήρξε σκέψη για σκιαθίτικη κουζίνα. Αντίθετα μάλιστα εμείς οι ίδιοι προωθήσαμε τη σκοπελίτικη τυρόπιτα.

Χρειάστηκε  να περάσουν χρόνια, ώστε να μπορέσουν να αναλάβουν τις επιχειρήσεις νέοι σκιαθίτες επιχειρηματίες οι οποίοι, όπως και τώρα με τα αμπέλια, και τη μελισσοκομία, έφεραν, τουλάχιστον ποιοτικά, τα πράγματα σε μια άλλη βάση. Ωστόσο η σκιαθίτικη κουζίνα δεν έχει ακόμα βρει τη θέση της και αυτό είναι κάτι που χρειάζεται να μας απασχολεί σε σχέση με το τι είδους τουρισμό θέλουμε να έχουμε. Χρειάζεται να ξαναβάλουμε τις προτεραιότητες μας σε μια άλλη βάση και να απομακρυνθούμε από το λεγόμενο «μαζικό τουρισμό». Να δώσουμε έμφαση στην ποιότητα. Γίνεται από κάποιους, χρειάζονται κι άλλοι.
Κλείνοντας να πω ότι πριν μερικά χρόνια έγινε μια προσπάθεια για την ανάδειξη του σκιαθίτικου μπακλαβά, έμεινε στη μέση, γιατί;

Τέτοιου είδους προσπάθειες είναι εκείνες που θα ενώσουν το χθες με το σήμερα και το αύριο. Αυτό σημαίνει πολιτισμική ποιότητα που αναδεικνύεται όταν ανακαλύπτουμε τη σημαντικότητα του ταπεινού κάρδαμου ή τσιτσίραφου στον μεζέ του τσίπουρου, μαζί με τον γαύρο το ξιδάτο που θα προσφέρουμε στον φίλο μας αλλοδαπό κάνοντας τον να πει: τι είναι αυτό δεν το έχω δοκιμάσει ποτέ!

* Ο Αντρέας Βασιλιάς είναι Δρ. Ψυχολογίας- Ψυχαναλυτής
Εκδότης της εφημερίδας: “Τα Σκιαθίτκα”.