Από το 1914 που πέθανε η γυναίκα του Βασιλική (μοναχή Αθανασία), ο Μωραϊτίδης ζούσε ολομόναχος, σαν ασκητής κλεισμένος σ’ ένα σπιτάκι- ερημητήριο της οδού Καποδιστρίου συντροφιά με τους χλωμούς αγίους κρεμασμένους στους τοίχους και στολισμένους στο εικονοστάσι.

Από το 1908 είχε σταματήσει να γράφει ‘’κοσμικά διηγήματα’’ και ασχολούταν αποκλειστικά με τα Θεία ενώ τον ταλαιπωρούσε μόνιμα ο τραυματισμός του στο πόδι στο Μέγα Σπήλαιο το 1908, όταν πήγε εκεί σαν ανταποκριτής της εφημερίδας ‘’Αθήναι’’. Ωστόσο, τον Μάρτη του 1919 ο ποιητής Στέφανος Δάφνης τον προσέγγισε και με αφορμή μια συνέντευξη, τον έβγαλε προσωρινά απ’ την πλήρη απομόνωση και μάλιστα τον έπεισε να τυπώσει το έργο του. Έτσι το 1920 έβγαλε ο Σιδέρης τον πρώτο τόμο από τα ‘’Διηγήματα’’ του και το Υπουργείο τον τίμησε με το Εθνικό Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών.

Εκείνη ακριβώς την περίοδο, του άνοιξε η όρεξη γενικά… Στο γράμμα που έστειλε στις 18/9/1922 στο νεαρό φίλο του από τη Σκιάθο, τον γιατρό Σταμάτη Βιδελινή του ζήτησε, όταν πάει με το καλό στην Αθήνα, να του φέρει από την αδελφή του Κυριακούλα (που παντρεύτηκε τον πρωτομάστορα ναυπηγό Κων/νο Γ Μυτιληναίο), λεμόνια και κανένα πορτοκάλι, ολίγα παξιμάδια, κανένα χταπόδι ή αλμυρό της αλυκής του Στροφλιά και ολίγες ελιές μαύρες αλατισμένες.

Στην ανεψιά του Αρετώ (κόρη της μεγαλύτερης αδελφής του Σεραινώς) που της έγραψε τον επόμενο μήνα (23/10/1922), εξομολογήθηκε πως υποφέρει από ‘’περιποίησιν’’. «Είχα κακομάθει κοντά σας και τώρα πρέπει να περνάνε από τα χέρια μου όλα». Τώρα ζήτησε να του στείλει η Κυριακούλα καμμιά ‘’μυζιθρίτσα’’ και ξανά «κανένα ξηρό χταπόδι.

Πέρασε το Σαρανταήμερο και βαρέθηκα τα όσπρια. Δεν έχει κανένα χταποδάκι;»

Την άλλη χρονιά (9/10/1923) τη ρώτησε πώς περνάνε στο νησί με την ακρίβεια. «Το αρνάκι του γάλακτος έχει εδώ δρ. 50 την οκάν και κρυφά πωλείται, διότι είναι εμποδισμένον»

Και συνέχισε: «Ευτυχώς ο Θεός εφώτισε μίαν καλήν κυρίαν, φίλη μας παλαιάν , γειτόνισσαν, όπου κάθε μέρα μου στέλνει φαγητό και δεν κουράζομαι πλέον να μαγειρεύω μόνος μου…Μόνον μία άλλη γειτόνισσα οπού με εσκούπιζε τακτικά, εκύτταζε τους κοριούς, μου άναπτε την θερμάστραν, αυτή πέθανε προχθές…»