Παλιό ελαιοτριβείο Τσουγκριάς, photo Thomas Nedelkos

Αμέσως μετά τη μετοίκηση των κατοίκων της Σκιάθου από το Κάστρο στη σημερινή και αρχαία πόλη περί το 1830, άρχισε ν’ αναπτύσσεται η καλλιέργεια της ελιάς στο νησί με φυσική συνέπεια να δημιουργηθούν και δεκάδες λιοτρίβια ή ‘’ταλιάγριες’’ όπως τα ονόμαζαν χωρίς να γνωρίζω το γιατί.
Από τα χρόνια του Παπαδιαμάντη ήδη, όλο το ποτόκι μύριζε μούργα, είχε δηλαδή την ευωδιά από το κατακάθι του λαδιού που έτρεχε στο χείμαρρο της σημερινής κεντρικής οδούς. Μ’ αυτό και κι άλλα πολλά, όπως «τοὺς ἀστάχυς, τοὺς πίπτοντας ἀπὸ τῶν δραγμάτων τῶν θεριστῶν, ἀπὸ τῶν φορτωμάτων καὶ κάρρων», προσπαθούσε η δόλια θεια- Αχτίτσα η Σταχομαζώχτρα «νὰ ζήσῃ τὰ ὀρφανά». Γράφει ο κυρ- Αλέξανδρος:
«…κατὰ Ὀκτώβριον, ἅμα ἤνοιγαν τὰ ἐλαιοτριβεῖα, ἔπαιρνεν ἕνα εἶδος πῆχυν, ἓν πενηντάρι ἐκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ᾿ ἐγύριζεν εἰς τὰ ποτόκια, ὅπου κατεστάλαζαν αἱ ὑποσταθμοὶ τοῦ ἐλαίου, κ᾿ ἑμάζωνε τὴν μούργα. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ὠκονόμει ὅλον τὸ ἐνιαύσιον ἔλαιον τοῦ λυχναρίου της».

Στα «Ρόδινα ακρογιάλια» μας δίνει περισσότερες πληροφορίες για τα 14 ‘’εργοστάσια’’ του χωριού:
«Τὰ ἐλαιοτριβεῖα εἶχον ἀνοίξει ἤδη, τρεῖς ὥρας πρὶν φέξῃ. Ἓν τούτων μ᾿ ἐξυπνοῦσε κάθε πρωί, δίπλα εἰς τὴν πατρικήν μας οἰκίαν. Ἄλλα δύο ἦσαν ἀντικρύ, πέραν τοῦ μικροῦ ποταμίσκου τῆς μούργας. Ἓν ἄλλο ἔκειτο ἐκεῖθεν τοῦ δρόμου, καὶ ἄλλα ὀκτὼ ἢ δέκα εὑρίσκοντο εἰς τὰς ἄκρας τοῦ χωρίου, ὁλόγυρα εἰς τοὺς κήπους.
» Πολλοὶ ἄνθρωποι ἐκυκλοφόρουν, πρωινοί. Κρότοι εὐάρεστοι ἔπληττον τὰς ἀκοάς. Ἠκούοντο πανταχόθεν ὁμιλίαι, γέλωτες καὶ ᾄσματα· μᾶλλον κελεύσματα ἀρχαιοπρεπῆ, συνοδεύοντα τὴν βαρεῖαν ἀγγαρείαν τοῦ ἀδρακτιοῦ μὲ τὴν μακρὰν ὀγκώδη μανέλαν, τοῦ ἐργάτου, καὶ τοῦ ἐλαιοτρίπτου. Τηγανίτες ἐμοσχοβολοῦσαν παντοῦ. Οἱ ἐλαιοτριβεῖς ἐκαλοπερνοῦσαν καθημερινῶς ἀπὸ τὰ φιλεύματα καὶ τὰ κεράσματα τῶν οἰκοκυράδων.»
Για το τι γινόταν εκείνη την περίοδο σχετικά με την ελαιοπαραγωγή, μας πληροφορεί διεξοδικότερα ο Μωραϊτίδης στο εκτενές διήγημά του «Ο δεκατιστής» (1894), όπου ο ήρωας είναι ένας φορατζής ελαιόκαρπου. ‘’Δεκατής’’ ή ‘’Δεκατιστής’’ λεγόταν το άτομο που μετά από πλειοδοτικό διαγωνισμό εξασφάλιζε το δικαίωμα να εισπράττει τον φόρο του οποίου ήταν υποχρεωμένοι οι κάτοικοι να πληρώνουν στο Δημόσιο . Ο εν λόγω φόρος που αφορούσε το λάδι , το κρασί , κατά μερικούς δε και το σιτάρι , ισοδυναμούσε με το 1/10 της παραγωγής των παραπάνω προϊόντων και από αυτό προήλθε το όνομα ‘’δεκατής’’…

Τα ίδια λίγο- πολύ ίσχυσαν και όλο τον 20ο αιώνα στο νησί μέχρι περίπου τη δεκαετία του 70. Έκτοτε εγκαταλείφθηκε σταδιακά η καλλιέργεια της ελιάς και έκλεισαν οι ‘’φάμπρικες’’ του λαδιού ως και η τελευταία…Οι παλιότεροι έχουμε βέβαια ζωηρές αναμνήσεις απ’ αυτή την εποχή όπου λειτουργούσε τουλάχιστον ο αγροτικός συνεταιρισμός που ξεκίνησε τη δράση του λίγο πριν τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο.
Η λαδιά, αν και εμφανιζόταν κάθε δεύτερο χρόνο, στήριξε τον τόπο σε περιόδους δύσκολους που μακάρι να μην ξανάρθουν ποτέ. Αν, ω μη γένοιτο, όμως εμφανιστούν, μόνο η τουριστική μονοκαλλιέργεια δε θα μπορεί να τον σώσει…