Το πιο άφθονο και παγωμένο νερό του χωριού, έβγαινε στα δυο πηγάδια. Μπούζι, κρύσταλλο καθώς περνούσε μέσα απ’ το ριζιμιό βράχο του Κοτρωνιού και στράγγιζε εκεί στο λιβάδι με το ασύγκριτο περιβόλι του Τσιλικούδη και το ασίγαστο ποτόκι. Τούτο το νερό θέριευε τα πλατάνια, όπως και παρακάτω στην πλατε-ίτσα της Πανώρας.

Δεν υπήρχε περαστικός να μην ξαποστάσει στα δυο πηγάδια και να μη δροσιστεί με το γιουρδέλι πριν πάρει το μεγάλο ανήφορο. Εκεί μαζεύονταν τα κουρίτσα να γιομίσουν τα πήλινα σταμνιά και να κρυφοκοιτάξουν τους υποψήφιους γαμπρούς ή να κουνιστούν στη μεγάλη αιώρα που κρέμονταν απ’ τα θεόρατα κλαδιά όπου δεν μπορούσε να εισχωρήσει αχτίδα ήλιου. Εκεί στάνιαραν οι αμπελουργοί τα ξύλινα βαρέλια για να μην στάζουν σαν έμπαινε το ρόδινο κρασί.

Στο στενάκι κι η ταβέρνα της θειας Λενιούς της Μπιζάναινας όπου μαζεύονταν τα βραδάκια οι μερακλήδες να τα κουτσοπιούν και να λυθεί η γλώσσα τους άδοντας τα ντέρτια, τα σεκλέτια και τους κρυφούς καημούς τους. Ανάμεσα στις δυο πλατείες το μπακάλικο-διάδρομος του Μήτσου του Σαμαρά, ύστερα του Σπανού του πρωτοχορευτή, απέναντι το ελληνικό σχολειό και στη γωνία της πλατείας, ανεβαίνοντας δεξιά, του Γιάννη του Σταματά που πουλούσε ως και γυαλικά.

Και τις Απόκριες εδώ κατέληγε ο μεγάλος χορός των ενοριτών αφού προηγουμένους πέρναγε απ’ όλες τις γειτονιές και τις ρούγες σκορπώντας κέφι κι αισιοδοξία. Ναι αισιοδοξία, γιατί τα χρόνια ήταν όντως δύσκολα, στερημένα, βουτηγμένα στην ανέχεια, μα περίσσευε η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη…