Τα ασβεστοκάμινα του Κοτρωνιού, που έκαιγαν πριν ενταχθεί κι αυτό στο άπλωμα της Χώρας, ήταν των Ράλληδων που κοιτούσε κατά το Ξάνεμο και των Χρηστέληδων με αρχηγό το Σταύρο που έβλεπε κατά τον Αι- Φανούριο, κάτω κι αριστερά από το Μύλο. Η πέτρα του Κοτρωνιού τα’ φερε εκεί γιατί συνήθως τα έστηναν κοντά στα λατομεία. Και τι πέτρα! Νταμαρίσια, κάτασπρη ασβεστόπετρα, ριζιμιά, ατέλειωτη απ’ την οποία έβγαινε ο πιο καλός ασβέστης. Αφού έχτισαν τους πύργους των καμινιών, κουβάλαγαν ασταμάτητα κλάρες απ’ το βουνό τις οποίες έκαιγαν νυχθημερόν στα καμίνια βγάζοντας κάθε τόσο την καυτή στάχτη τους.

Από την πύρωση του ασβεστόλιθου σε θερμοκρασία 1000ο C ρίχνοντάς τον στη συνέχεια στο νερό, έβγαινε ο ασβέστης που χρησιμεύει στην οικοδομική, στο βάψιμο και στην απολύμανση των χώρων και σε τόσα άλλα. Το ‘’άσπρισμα’’ γενικά, συνδέθηκε στην Ελλάδα με την υγιεινή και τη δροσιά και έδεσε περίφημα με το μπλε τ’ ουρανού και της θάλασσας, ιδιαίτερα στα πελαγίσια νησιά της όπου οι οικισμοί μοιάζουν με λευκούς περιστερώνες. «Τὸ καμίνι, (λοιπόν), ὁποὺ λάμπει κοκκίνην λάμψιν τὴν νύκτα», όπως γράφει ο Παπαδιαμάντης, προϋπόθετε τέχνη, ατέλειωτες ώρες βαριάς δουλειάς, συνεχή επαγρύπνηση κι ήταν συνυφασμένο με τη ζωή των παππούδων μας .

Φτιαγμένο από «τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων, (και) τὴν σκληρὰν πάλην τῆς ζωῆς». Αλήθεια, αναλογιστήκαμε ποτέ «πὼς οἱ μυθώδεις ἐκεῖνοι δράκοι, οἱ Κύκλωπες, ὁποὺ ἐνυκτέρευον μακρὰν ἐκεῖ, ἐπότιζον μὲ ἱδρῶτα τὰς πέτρας καὶ τὰ ξύλα καὶ τοὺς κορμοὺς τοὺς ἁδρούς, προσπαθοῦντες διὰ τοῦ πυρὸς ἐκείνου νὰ παραγάγωσι χρήσιμόν τι εὐτελὲς πρᾶγμα, ὅπως λάβωσι μικρὰ ἀργύρια καὶ θρέψωσι καὶ αὐτοὶ μικροὺς ἀνθρωπίσκους, προωρισμένους νὰ εἶναι ἰσοβίως σκλάβοι ἄλλων πάλιν νεαρῶν τυράννων. Ὤ, ματαιότης!»