Ένα κτηματάκι μας στην τραχανοπλαγιά, που έβαζε ο παππούς μου κάποτε καρπούζια, το χαρακτήρισαν στα καλά καθούμενα, δασική περιοχή και πρέπει να κάνουμε ένσταση για να μας το δώσουν πίσω. Σιγά μην κάνουμε τσάμπα κόπο κι έξοδα περιττά…
Άρθρο του Γιώργου Σανιδά / Φωτογραφία : Άλεξ Γκόγκας
Τέτοιες ώρες όμως σκέφτομαι τα όσα έχουν συμβεί κι εξακολουθούν να συμβαίνουν, κάτω απ’ τον κεντρικό δρόμο των 10-12 χιλιομέτρων ως τις Κουκουναριές, όπου, με τις ευλογίες και του δημοσίου, έχουμε και το τελευταίο κρούσμα και μάλιστα σε τεράστια έκταση… Κτίσματα και πεζούλες πάνω στ’ ακροθαλάσσι, βίλες και ξενοδοχεία μέσα στα πεύκα, συρματόφραχτες ολόκληρες παραθαλάσσιες περιοχές και κλειστές ακτές πολλών χιλιομέτρων.
Για πολλές ακρογιαλιές ή τμήματά τους, τα όποια μονοπάτια δεν τ’ αποτυπώνει κανένας χάρτης. Ακόμα κι οι ντόπιοι που υποτίθεται ξέρουμε τα κατατόπια, δεν επιχειρούμε να τις προσεγγίσουμε, συμβιβαστήκαμε πως είναι ‘’ιδιωτικές’’. Κάποιοι επιμένουν ν’ ανοίξουν ή αν δεν υπάρχουν να χαραχθούν, καθαροί κάθετοι δρόμοι.
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Όσοι έχουν κλείσει κομμάτια της πρόσβασης, φροντίζουν να οχυρώνονται πίσω από νόμους κι αστυνόμους, έχοντας με το μέρος τους το δίκαιο του ισχυρού. Κι εμείς, οι πολλοί, με τα τόσα που έχουμε ν’ αγανακτήσουμε, δεν ασχολούμαστε πια ‘’με τα μπάνια του λαού’’. Το θεωρούμε πολυτέλεια ή και μάταιο κόπο. Εκεί καταντήσαμε ή μας κατάντησαν, χάνοντας το συλλογικό στο ατομικό, αντί να πάρουμε τα φτυάρια και τις αξίνες… ‘’Να λύσει το θέμα ο δήμος’’, λένε άλλοι μα ο δήμος είμαστε εμείς κι όσο καθόμαστε επί του καναπέως κανένας δεν θα (μας) λύσει τέτοια καυτά θέματα.
Όσο για την Πολιτεία, βλέπω να’ ρχονται και να ξανάρχονται διώκτες του εμποράκου που αργοπεθαίνει, αν δεν πέθανε κιόλας. Δίωξη κατά των παραβάσεων και των αυθαιρεσιών στην ακτογραμμή -τη μόνη που πουλάει η Σκιάθος πια- είδατε ποτέ να καταφθάνει; Νομίζω πως ούτε και πρόκειται…