ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΝΙΔΑΣ «Η λογοτεχνία δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί όμως να μας
δείξει προς τα πού είναι το φως»

Ο Γιώργος Σανιδάς γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1963 και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε και εργάστηκε ως οικονομολόγος, από μικρός όμως ασχολείται με τη λογοτεχνία καθώς συγγράφει διηγήματα, νουβέλες, δοκίμια, μυθιστορήματα και θεατρικά. Είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Β.Ε., της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Μελετών και της Διεθνούς Ένωσης Φίλων Νίκου Καζαντζάκη. Διδάσκει δημιουργική γραφή και συγγραφή θεατρικού έργου.
Βραβεύτηκε από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών για το θεατρικό «Ο Χρυσός μας Χωρίζει» (όπου εκδόθηκε το 2018 από την iWrite) και από τον σύλλογο γυναικών Σκιάθου και την ΕΛΒΕ για τη λογοτεχνική προσφορά του.
Έχουν δραματοποιηθεί οκτώ (8) έργα του.
Έργα του οι νουβέλες «Το παιδί της βασίλισσας« (iWrite 2012), «Λοχία γιατί (δεν) εκκινήθεις;» (Αφοί Κυριακίδη 2012), «Ο Αδάμ χορεύει ακόμα» (2017).
Επίσης τα δοκίμια «Δεν χάθηκαν όλα (Κύμα 2014)», «Εγχειρίδιο δόκιμου συγγραφέα» (iWrite 2014), «Βιογραφία Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη» (iWrite 2017).
Μυθιστορήματά του είναι «Ναυαγισμένοι Έρωτες» (Κύμα 2014), «Το Κάστρο της Ελευθερίας και ο Μπαρμπαρόσα» (Κύμα 2014), «Στα χρόνια της παρακμής» (Ανάτυπο 2015), το παιδικό «Ο Λευκός Πύργος θυμάται» (iWrite 2016), τα θεατρικά «Αν ξυπνούσε ο κυρ- Αλέξανδρος» (Κύμα 2014), «Χριστούγεννα με τον Παπαδιαμάντη» (Ανάσα 2015).
Συμμετείχε, τέλος, στα συλλογικά έργα «Αχτίδες στο σκοτάδι» (Ανάτυπο 2016), «Ασύνορες μνήμες» (Ανάτυπο 2017).

«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΝΙΔΑΣ: Στο περιβάλλον ενός νησιού όπου την καλοκαιρινή υπερένταση διαδέχεται η χειμερία νάρκη και στα πλαίσια μιας οικογένειας μ’ ένα παιδί και τον πατέρα συνήθως να λείπει στα καράβια ως ναυτικός (λοστρόμος).
«Π»: Τι πήρατε μαζί σας από την γενέτειρά σας, την Σκιάθο;
Γ.Σ.: Πρόσωπα, μνήμες και χρώματα κι αρώματα που αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στις πέντε μου αισθήσεις και πιο πολύ, την αύρα τη θαλασσινή που θέλει ανοιχτωσιά για ν’ αναπνεύσει.
«Π»: Τι είναι η Θεσσαλονίκη για εσάς;
Γ.Σ.: Ανοιχτός ορίζοντας, σημείο συνάντησης πολιτισμών, βυζαντινή ξερολιθιά, σταυροδρόμι των Βαλκανίων όπου οι άνθρωποι καλούνται όχι να φαγωθούν, παρά να σμίξουν τους καημούς τους.
«Π»: Πώς συνάδει το επάγγελμα του οικονομολόγου με την συγγραφή;
Γ.Σ.: Πιστεύοντας πως η συγγραφή είναι πράξη αμφισβήτησης και αντίδρασης, υπηρετώ το επάγγελμα στο χώρο της κοινωνικής οικονομίας που (πρέπει να) έχει στο επίκεντρο της δράσης της τον άνθρωπο. Έτσι νομίζω πως υπάρχει συνάφεια και συγγένεια με τη συγγραφή και συγκεκριμένα τη λογοτεχνία.
«Π»: Ποια ανάγκη σας οδηγεί να γράφετε;
Γ.Σ.: Η δίψα της ψυχής που θέλει να εκφράσει το είναι της, να στηλιτεύσει το φαίνεσθαι, να δηλώσει την ύπαρξή της σ’ ένα κόσμο που γέμισε με κάλπικες εικόνες και ψεύτικους ανθρώπους.
«Π»: Ποιές οι πηγές έμπνευσής σας;
Γ.Σ.Ο,τιδήποτε το αυθεντικό και ιδιαίτερα οι απλοί άνθρωποι που ξέρουν να ζουν την κάθε στιγμή, που δεν ξοδεύουν τη ζωή τους αναζητώντας χίμαιρες κι όταν το κάνουν, το κάνουν συνειδητά για ένα σκοπό ανώτερο κι από διάθεση αυτοθυσίας.
«Π»: Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της Τέχνης;
Γ.Σ.Για μένα η τέχνη πρέπει να στοχεύει προς το ωραίο και υψηλό. Δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά το μέσο για να πούμε την αλήθεια μας, για να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο και τη ζωή μας. Η τέχνη είναι πρώτα διαδικασία αυτογνωσίας και αυτοβελτίωσης και μετά κατάθεση ψυχής προς τρίτους.
«Π»: Διδάσκετε δημιουργική γραφή, ποιο είναι το κύριο εργαλείο – υλικό του συγγραφέα;
Γ.Σ.Ασφαλώς η γλώσσα. Χρέος του συγγραφέα είναι νομίζω, να υπερασπιστεί το εύρος και τη συνέχεια της γλώσσας. Συγγραφέας που δεν τη μελετά συνεχώς, βαλτώνει σε μέσα εκφραστικά και αδικεί τον εαυτό του και το έργο του. Δεν εξελίσσεται, τα όριά του (μας) εξαντλούνται στον αριθμό των λέξεων που χρησιμοποιεί.
«Π»: Ποιο είδος γραφής αγαπάτε;
Γ.Σ.Την κατανοητή, την απλή χωρίς να γίνεται απλοϊκή, τη ρεαλιστική μα κι εκείνη που δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τη μαγεία των ακατάληπτων πραγμάτων προσπαθώντας να ξεδιαλύνει την ομίχλη τους.
«Π»: Ποιός ο ρόλος της λογοτεχνίας στην πολλαπλή κρίση που βιώνουμε;
Γ.Σ.: Η λογοτεχνία, όπως και καμιά τέχνη άλλωστε, δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί όμως να τον βοηθήσει να δει προς τα πού είναι το φως στο βάθος του τούνελ της κρίσης στο οποίο έχουμε μπει, και δεν αναφέρομαι μόνο στην οικονομική ούτε αποκλειστικά στην Ελλάδα. Μπορεί επίσης, να τον ανατάξει να δει την ουσία και την αξία του ελαχίστου και της αλληλεγγύης.
«Π»: Πώς σας επηρεάζει το προσφυγικό κύμα που έχει κατακλύσει την χώρα μας;
Γ.Σ.: Με θλίβει αφάνταστα, αυξάνει το χτυποκάρδι μου για το αύριο, μου θυμίζει τη δική μας προσφυγιά, ξυπνά τα φαντάσματα του παρελθόντος μας, προσθέτει στην ατομική μου ευθύνη μα και στον θυμό μου ενάντια σ’ εκείνους που ακόμα κι αν δε το δημιούργησαν, επιτρέπουν να συνεχίζεται και να αυξάνει.
«Π»: Το Παπαδιαμαντικό έργο είναι αχανές, ανεξάντλητο… Ποιές δυσκολίες συναντήσατε κατά την διάρκεια της συγγραφής της βιογραφίας του Σκιαθίτη Παπαδιαμάντη;
Γ.Σ.: Περισσότερο δέος συνάντησα απέναντι στον ίδιο και τους σπουδαίους βιογράφους του, παρά δυσκολίες καθώς τον μελετώ, ως συντοπίτη, γείτονα και πνευματικό γονιό, από παιδί. Η δική μου οπτική στο συναξάρι του, περιορίζεται στους μετρημένους τόπους που περπάτησε στην ολιγόχρονη σχετικά, ζωή του και κυρίως στη Σκιάθο, τον τόπο «της δοκιμασίας και της μικράς αναψυχής» που σημάδεψε ολόκληρο το έργο του.
«Π»: Το βραβευμένο έργο σας «Ο χρυσός μας Χωρίζει», τι πραγματεύεται;
Γ.Σ.: Τη διαμάχη των ανθρώπων με αφορμή τη βίαια ανατροπή που επιφέρουν κάποιοι στη φύση προκειμένου να κερδίσουν περισσότερα και γρηγορότερα. Για μένα είναι παρήγορο να υπάρχουν άνθρωποι που αντιδρούν σε τέτοια φαινόμενα, αρκεί να το κάνουν από ανιδιοτέλεια. Οφείλουμε να κατανοήσουμε επιτέλους πως πρέπει να προστατεύσουμε το περιβάλλον στο οποίο ζούμε, αλλιώς δε θα μπορεί να μας φιλοξενήσει…
«Π»: Τι πρέπει να κατέχει καλά ο συγγραφέας στο θεατρικό έργο; Ποιές οι δυσκολίες στην δημιουργία του;
Γ.Σ.: Ο δραματικός λογοτέχνης οφείλει να γνωρίζει τις βασικές θεωρίες του θεάτρου και να έχει την ικανότητα να αναπτύσσει δραματικές καταστάσεις με το διάλογο και τα λοιπά θεατρικά εργαλεία. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο είδος καθώς τα πάντα αναπτύσσονται σε μια σκηνή και σε χρόνο περιορισμένο. Επίσης, να ξέρει πως το θεατρικό κείμενο αποτελεί μέρος της εικόνας, την πρώτη ύλη στα χέρια του σκηνοθέτη.
«Π»: Οι νέοι μπορούν να διαβάσουν Παπαδιαμάντη; Χρειάζεται μετάφραση;
Γ.Σ.: Ασφαλώς και μπορούν αρκεί να θέλουν. Μιλάμε σήμερα και δίκαια, για μια ιδιαίτερα ευφυή γενιά που παίζει στα δάχτυλα την τεχνολογία και τις ξένες γλώσσες, τον κυρ- Αλέξανδρο δεν μπορεί; Κι αλίμονο αν τον μεταφράσουμε· θα χάσει όλη τη μαγεία του. Πρέπει να καταλάβουμε πως τα πάντα μπορούν να μας τα «κλέψουν», όπως και μας «έκλεψαν» τα περισσότερα, εκτός από τέτοια κείμενα που βγήκαν μέσα από τον ασύγκριτο πλούτο της γλώσσας μας κι αποτελούν αποκλειστικά δική μας κληρονομιά. Είμαστε τυχεροί που έχουμε το προνόμιο να μιλούμε και να διαβάζουμε ελληνικά κι ας μην απεμπολούμε το μοναδικό ίσως, προτέρημά μας.
«Π»: «Χριστούγεννα με τον Παπαδιαμάντη» από την Ανάσα (2015). Ποια η πορεία αυτού του θεατρικού έργου σας;
Γ.Σ.: Αυτό το τρυφερό ανάγνωσμα που περιέχει αποκλειστικά συρραμμένα αποσπάσματα από κείμενα του Παπαδιαμάντη, δραματοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2016 από την θεατρική ομάδα του Συλλόγου Γυναικών Σκιάθου για λογαριασμό του Δήμου και του Μουσείου Παπαδιαμάντη και παίχτηκε στο νησί την ημέρα που τιμούμε τον θάνατό του (3/1). Έκτοτε το έργο ανέβηκε αρκετές φορές ως θεατρικό αναλόγιο στη Θεσσαλονίκη. Διατίθεται δε δωρεάν από εμένα και τον εκδότη, σε όποια θεατρική ομάδα επιθυμεί να το ανεβάσει.
«Π»: Είναι η Τέχνη του Παπαδιαμάντη πρωτοποριακή; Τι άλλο την χαρακτηρίζει, κατά την γνώμη σας;
Γ.Σ.: Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας και μοναδικός, «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Καβάφη. Αξία αξεπέραστη και κλασική γι’ αυτό και παραμένει πάντα επίκαιρος. Τον επαίνεσαν όλοι οι μεγάλοι ποιητές μας και δεν είναι τυχαίο, καθώς είναι ο μόνος που η πεζογραφία του αγγίζει τα όρια της ποίησης, της ανώτατης μορφής τέχνης. Εκφράζει απόλυτα το ωραίο και το ωραίο δεν έχει ιδιαίτερη εξήγηση, σ’ αρέσει ή δεν σ’ αρέσει, όπως πχ το ηλιοβασίλεμα.
«Π»: Πώς χτίζετε τους χαρακτήρες των βιβλίων σας;
Γ.Σ.: Αν δεν αντιγράφω υπαρκτά πρόσωπα, χτίζονται μόνοι τους σιγά – σιγά μέσα από τις πράξεις και τις λέξεις τους στην εξέλιξη του έργου και πολλές φορές, ξαφνιάζουν κι εμένα.
«Π»: Κάθε άνθρωπος είναι «προϊόν» του τόπου που γεννιέται και της εποχής του;
Γ.Σ.: Ασφαλώς, «έχουμε όλοι την ίδια μητέρα, την εποχή μας και θα φύγουμε μαζί της», έγραψε ο Τάσος Αθανασιάδης και κάτι ανάλογο ισχύει και για τον τόπο, ιδιαίτερα εκείνον που μεγαλώσαμε όπου διαμορφώθηκε η προσωπικότητά μας. Ωστόσο, πρέπει να αντιληφθούμε πως κι εμείς, με τις πράξεις ή τις παραλείψεις μας, εκφράζουμε σήμερα τον τόπο και την εποχή μας και θα κριθούμε απ’ τους επόμενους.
«Π»: Συγγραφικά σχέδια;
Γ.Σ.: Να οικειωθώ μέσα απ’ τη γραφή, όλα μου τα σκοτάδια, όπως ίσως θα’ λεγε κι ο σπουδαίος Θεσσαλονικιός Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης.