Η τραγουδιστή ντοπιολαλιά της Σκιάθου σμιλεύτηκε για αιώνες όπως τα βότσαλα, από το ήπιο κλίμα της, την ιστορία της και το φυσικό της περιβάλλον. Οι κοφτές καταλήξεις προφταίνουν τη γρήγορη νησιώτικη σκέψη κι ο μελωδικός κυματισμός της γλώσσας προσφέρει δροσιά στον ακροατή της ακόμα κι αν αδυνατεί να την κατανοήσει.

Η Σκιαθίτικη γλώσσα είναι ολοζώντανη, μπριόζα και βγαλμένη από ψυχές αγνές, ανόθευτες που κουβαλούν την παράδοση του τόπου. Γεμάτη με θυμόσοφους ιδιωματισμούς, με παροιμίες, με λογοπαίγνια και υπονοούμενα για τις στιγμές του κεφιού και με παραπονιάρικες ατάκες και στεναγμούς για τις ώρες της θλίψης όπου τα πολλά λόγια υποκαθιστούν συχνά οι ομιλούσες παύσεις.

Όλο το σώμα χρησιμοποιούσε ο Σκιαθίτης για να εκφραστεί και το χρώμα της γλώσσας του αποκτούσε δραματικά στοιχεία αρχαίου θεάτρου. Υπερέβαινε τύπους και στερεότυπα κι ακόμα και τα ευτράπελα γίνονταν απαλό αεράκι που κοκκίνιζε τις παρειές.

Αντιγράφω μια τέτοια διήγηση όπως μας τη μετέφερε ο μακαριστός παπα- Γιώργης Ρήγας που σε λίγες μέρες θα τον τιμήσει και πάλι ο δήμος…

‘’Πέθανι μιανής ο άντρας τα κι σαν πέρασε λίγους κιρός, έκαμ’ η κακουμοίρα ένα πιάτου κόλλ’βα κι τα πήι σ΄ν ακκλησά, για του μακαρίτ’ τουν άντρα τς. Σαν ήρθι η ώρα να διαβαστούνι τα κόλλ’βα, πήρ’ ου παπάς του λ’βαν’στηρό κι πήι κουντά στου πιάτου. Κείν’ έσκυψι ν’ ανάψ’ του κηρί έτυχι όμους να μη φουρεί βρακί… Ου παπάς ου πουνηρός τ’ ν είδι ξιβράκουτ’ κι τσ’ λέει: «Μαύρου το’ εις βλουημέν!» Κειν’ η κακουμοίρα θαρρούσι πως τσ’ λέει ου παπάς για του σταρ’ στα κόλλ’βα, πως ήταν μαύρου. Κι τ’ λέει: «Μα’ που τότι απ’ πέθανι ου μακαρίτ’ς ποιος το κοίταξι παπά μ’;»