Χθες, ο 60χρονος δημοσιογράφος της «Καθημερινής» και συγγραφέας, βρέθηκε στον Βόλο και μίλησε για το λεύκωμα «Φωτομνήμες που μας ταξιδεύουν», που κυκλοφόρησε το περασμένο φθινόπωρο από το Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης Σκιάθου. Ο κ. Βατόπουλος, ο οποίος συνδέεται με προσωπική φιλία ετών με τον καπετάν-Γιάννη Παρίση, πρόεδρο του Μουσείου και επιμελητή της έκδοσης, ήταν μεταξύ των ομιλητών της παρουσίασης ενός βιβλίου, που αποθεώνει με τρόπο απαράμιλλο την ομορφιά του αιγαιοπελαγίτικου νησιού και των ανθρώπων του.

Εστίασε στην ανάγκη διάσωσης της μνήμης, λέγοντας πως «αυτό είναι το βασικό ερευνητικό εργαλείο», ενώ επισήμανε πως το φωτογραφικό λεύκωμα είναι «ένα παράδειγμα του πώς μπορεί κάποιος να διαχειριστεί ένα τεράστιο ερώτημα, για το εάν οι Έλληνες είναι ένας λαός αμνήμων».
Ο κ. Βατόπουλος, ο οποίος θεωρείται ειδικός σε θέματα αθηναϊκού περιβάλλοντος και δίνει ομιλίες με θέμα την πρωτεύουσα, έκανε λόγο για τον αντίλογο που υπάρχει πλέον, μέσω της ανασύστασης του ενδιαφέροντος και που πάει κόντρα στη διάχυτη βαρβαρότητα του πολιτιστικού τοπίου. «Αυτό που με συγκίνησε στο πόνημα του κ. Γιάννη Παρίση για τη Σκιάθο και το οποίο ολοκλήρωσε με τόσο μόχθο και επιμονή, είναι το πώς μία ιδέα, μία επιθυμία, μία ανάγκη, έγινε βιβλίο. Ένα βιβλίο με συνεκτική επίδραση, που ευτυχώς θα ζήσει περισσότερο απ’ όλους εμάς, ενώ έρχεται να υπηρετήσει κάτι ιερό, πολύ πέραν του προφανούς, που είναι η συγκέντρωση τεκμηρίων μνήμης για τη Σκιάθο και της αποθησαύρισης καταλοίπων περασμένης ζωής. Έχω την αίσθηση πως προσπάθειες, όπως αυτή, που εκβάλλουν σε χειροπιαστά αποτελέσματα, πηγαίνουν πολύ μακριά. Πέραν του τόπου, τον οποίον διασώζουν και της ευεργεσίας στη μνήμη της κοινότητας», είπε στη συνέχεια.

Γύρισε πίσω τον χρόνο στην παιδική του ηλικία, όταν βρέθηκε για πρώτη φορά στο νησί. «Είχα την τύχη, όταν ήμουν παιδί, να έρθω τρία συνεχόμενα καλοκαίρια στη Σκιάθο. Από το 1966, μέχρι το 1968. Και θυμάμαι σαν σε όνειρο την ομορφιά του νησιού, με το οποίο οι γονείς μου και οι φίλοι τους, είχαν κυριολεκτικά ξετρελαθεί. Στα καΐκια, που μας πήγαιναν στα Λαλάρια και στον Τσουγκριά, στους περιπάτους που κάναμε στον Ξάνεμο, προτού γίνει το αεροδρόμιο, μαγεμένοι πάντα από εκείνο το φως του δειλινού, με τις καλοκαιρινές μυρωδιές να μας μεθούν, γνωρίζαμε αυτό το σπάνιο νησί. Θυμάμαι Γάλλους τουρίστες, να κοιτούν βουβοί τον τόπο, υπό την επήρεια της ανόθευτης, εκείνα τα χρόνια, ομορφιάς, της απλότητας και του μεγαλείου της Σκιάθου. Οι ξένοι επισκέπτες μιλούσαν τότε για τον παράδεισο που έβρισκαν στο νησί», τόνισε ο κ. Βατόπουλος, για να καταλήξει: «Η Σκιάθος παραμένει ένας τόπος ιδιαίτερος. Παρά την έντονη τουριστική κίνηση το καλοκαίρι, παραμένει ένα νησί που κερδίζει τον επισκέπτη. Την έχω επισκεφτεί πολλές φορές και κάθε φορά μπορώ να βρω καταφύγιο στις όψεις της, που δεν είναι άμεσα ορατές, αλλά είναι πιο μύχιες και ζουν παράλληλα με τη μαζική εικόνα της. Όμως, όλες οι πλευρές του νησιού συνυπάρχουν σ’ αυτό το βιβλίο, που θυμίζει μία «κιβωτό» αγάπης. Μου έμειναν στον νου και χαράχτηκαν στη μνήμη, μορφές και βλέμματα σ’ αυτές τις παλιές φωτογραφίες και είναι ιδιαιτέρως σημαντικό ότι οι περισσότερες απ’ όσες δημοσιεύτηκαν, προέρχονται από τους κατοίκους. Τεκμήρια απλής ζωής. Μίας ζωής αναβλύζουσας, ανόθευτης και πολύτιμης, καθώς εάν δεν υπήρχε αυτή η πρωτοβουλία του κ. Παρίση, όλες αυτές οι φωτογραφίες θα έμεναν στην αφάνεια και στη σκιά του ιδιωτικού βίου, έως ότου ορισμένες από αυτές ξεχαστούν πλήρως. Γι’ αυτόν τον λόγο, ετούτο το βιβλίο χαρίζει αθανασία».