Με αφορμή τη βράβευσή του πρωτοπρεσβυτέρου π. Κων/νου Καλλιανού από το Δήμο της γενέτειράς του Σκοπέλου –κατάγεται από το Κλήμα- την 1/8/2020 σε εκτέλεση της απόφασης 95 του ΔΣ, σημειώνουμε τα εξής ελάχιστα σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης προς την αγιοσύνη του η οποία σκέπει και ημάς του Σκιαθίτες.

Ο πάτερ Κων/νος Καλλιανός κρατά τα σκήπτρα της μεγάλης πνευματικής παράδοσης των Σποράδων που ξεκινά απ’ τον Σκοπελίτη Καισάριο Δαπόντε, τον σημαντικότερο ίσως λόγιο των Ελλήνων κατά τον 18ο αιώνα, και κορυφώνεται με τους δύο Σκιαθίτες Αλεξάνδρους, τους Διόσκορους της λογοτεχνίας μας τους οποίους κι ο ίδιος λατρεύει και μελετά αδιάλειπτα. Είναι ο συνεχιστής του έργου του σημαντικού Σκιαθίτη φίλου του, αείμνηστου Χρήστου Β. Χειμώνα που έφυγε πρόωρα για τις γειτονιές των αγγέλων. Είναι η «βροχούλα» των δασκάλων του, Ιωάννη Φραγκούλα και παπά Γιώργη Ρήγα που του εμπότισαν την αγάπη για την ιστορία και τη λαογραφία.

Αυτή η αγάπη προστιθέμενη στην άπειρη που τρέφει για τον τόπο του, τα νησιά μας, -ο μόνος ίσως που γράφει με τον ίδιο ζήλο και για τα τρία- τον οδήγησαν σ’ ένα σπουδαίο έργο το οποίο ο Δήμαρχος Σκοπέλου «τιμώντας», όπως είπε, «όσους τιμούν τον τόπο», προτίθεται να εκδώσει στο σύνολό του κι αυτό αποτελεί το σημαντικότερο που μπορεί να πράξει για να τον τιμήσει.

Θα κλείσω το σύντομο σημείωμα για τον πατέρα Καλλιανό μ’ ένα απόσπασμα από το άρθρο του «Εἰσοδικὸ στὸ Φθινόπωρο»*. Το επέλεξα με αφορμή τη «βροχούλα» που μνημόνευσα παραπάνω για να δούμε και τον ευαίσθητο άνθρωπο και λόγιο, πίσω απ’ τον γνωστό και έγκυρο μελετητή που όλοι γνωρίζουμε…. «Θυμᾶσαι ἐπίσης τὴν πρώτη ἀπόπειρα νὰ γράψεις, μὲ τῆς καλῆς δασκάλας τὸ μητρικὸ τὸ χέρι νὰ κρατάει τὸ δικό σου, γιὰ νὰ χαραχτεῖ ἔτσι ἡ πρωτη γραμμούλα, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλο ἀπό τὴ βροχούλα. Πότε κάθετη, πότε λοξή… Ὅπως τὴ βλέπαμε ἀπό τὰ μεγάλα τὰ παράθυρα τοῦ Σχολείου νὰ πέφτει καὶ νὰ ποτίζει τὸ χῶμα, τὰ δέντρα, τὰ φυτά.

Γυαλοκοποῦσαν τὰ φύλλα τότε, ἀλλὰ καὶ τὸ μωσαϊκὸ στὰ σκαλιά. Κοιτούσαμε κι ἐμεῖς καὶ σχεδιάζαμε αύτὲς τὶς κάθετες ἤ λοξὲς λεπτὲς ὓδάτινες κλωστές… Καὶ χαιρόμασταν, καθὼς γεμίζαμε τὰ φύλλα τοῦ τετραδίου, τοῦ ντυμένου μὲ κόλλα σκοῦρα μπλὲ καὶ στολισμένου μὲ τὴν ἀσπρογάλαζη ἐτικέτα ποὺ ἔγραφε τὸ ὄνομά μας.

Ποῦ νὰ ξέραμε τότε πὼς ἡ λιτὴ βροχούλα θὰ μεταμορφωνόταν ἀργότερα σὲ γράμματα, σὲ λέξεις, αὐτὰ τὰ μαγικὰ στοιχεῖα τοῦ λόγου, σὲ φράσεις, ποὺ θὰ μᾶς βοηθοῦσαν νὰ γράφουμε τόσα καὶ τόσα, νὰ ἐπικοινωνοῦμε καὶ ν᾿ ἀφήνουμε κομμάτια τῆς ψυχῆς μας ὡς κληρονομιά στοὺς μεταγενέστερους: τὰ βιβλία δηλαδή, τὶς ἐπιστολές, ἀκόμα καὶ τὰ πλέον λιτὰ σημειώματα…»

* το πρωτοδημοσίευσε στις 10/09/2013 στη διεύθυνση frear. gr