(διήγηση της ογδονταπεντάχρονης θείας μου Ελένης, όπως την άκουσε απ’ τον παππού της που μοιάζει με όσα αφηγείται σχετικά ο Παπαδιαμάντης στο ‘Ολόγυρα στη λίμνη’)

Περί το 1870 στη Σκιάθο ζούσε ο ταπεινός αγρότης Γιώργος Κοψιδάκης, νεαρός τότε και κατοπινός πεθερός του αείμνηστου παπά Γιάννη Πίτσιου συζύγου της κόρης του Κυρατσούλας.
Ο αγνός αυτός άνθρωπος καθώς κοιμόταν στο χωράφι του μια έναστρη εαρινή βραδιά, είδε στον ύπνο του τον Αι Γιώργη.
Ο Άγιος του παραπονέθηκε πως θέλει να φύγει απ’ το Καστέλι του Μπούρτζι, όπου οι Ενετοί είχαν φτιάξει το εκκλησάκι του κι αναγκάστηκε να βιώσει όλες τις μάχες που διεξήχθησαν σ’ αυτό, και να μετακομίσει στο βάθος του κόλπου, δίπλα στη λίμνη και τη στενή λωρίδα γης με το καρνάγιο. Του μίλησε μάλιστα για το μικρό μέγεθος της εκκλησίας που επιθυμεί!
Ο Νικολός έσπευσε να μεταφέρει το αίτημα του Αγίου στη δημοτική αρχή μα οι προύχοντες τον χλεύασαν κι επέστρεψε άπρακτος στους αγρούς του.
Ο Άγιος όμως επανήλθε στο όνειρό του και επέμενε. Ο φτωχός αγρότης ξαναπήγε στις Αρχές και τον έδιωξαν πάλι προσθέτοντας, προκειμένου να απαλλαγούν απ’ τον ενοχλητικό δημότη τους, πως δεν έχουν χρήματα για την ανέγερση.
Νύχτα μυροφόρα ξαναμπήκε ο Άγιος στο όνειρο του Γιωργού κι εκείνος του μετέφερε την αδυναμία της κοινότητας.
-Ξεκινήστε και θα βοηθήσω εγώ! Απάντησε ο τροπαιοφόρος Γεώργιος.
Ο Κοψιδάκης δεν έχασε καιρό. Μετέβη στην άκρη της λίμνης και στο σημείο που του υπέδειξε ο Αι Γιώργης, μέτρησε με το πέλμα του τα βήματα του σκελετού. Στη συνέχεια πήρε την τσάπα κι άρχισε να σκάβει τα θεμέλια συνεπικουρούμενος από εργάτες του παρακείμενου ναυπηγείου.
Και τότε ευρέθησαν λίρες! Και ο ναός αποπερατώθηκε και τον έχουμε και τον χαιρόμαστε ως και σήμερα!

(φωτο από πνευματικό κέντρο Σκιάθου)