«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» 3 Ιανουαρίου 1911, ο Αλ. Παπαδιαμάντης αφήνει την τελευταία του πνοή στη γενέτειρα γη, στην αγαπημένη του Σκιάθο. Πριν τρία χρόνια, διαισθανόμενος, ίσως, το τέλος, είχε αφήσει την πολύβουη και πολυτάραχη Αθήνα, για να επιστρέψει στην πηγή της έμπνευσής του, στους δικούς του ήρωες, στον δικό του μοναδικό μικρόκοσμο με τους γίγαντες πρωταγωνιστές του. Ο θάνατός του συγκλονίζει αυτούς που τον γνώριζαν καλά και τον αγαπούσαν ειλικρινά. Ανάμεσά τους και ο γιατρός-συγγραφέας Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Αποστολίδης το πραγματικό του όνομα), ο οποίος δημοσιεύει στις 6 Ιανουαρίου 1911 στη στήλη «Πρόσωπα και Πράγματα» της εφημερίδας ΑΘΗΝΑΙ, φ. 80-2976, άρθρο με τίτλο «Αλ. Παπαδιαμάντης», το οποίο καταδεικνύει εμφανώς τη θλίψη του για τον θάνατο του πεζογράφου, αλλά και τη δυσαρέσκειά του για τον εν ζωή εκδοτικό παραγκωνισμό των έργων του. Τα πλήθη, γράφει, δεν εθορύβησαν γύρω από τον θάνατό του και μόνο κάποια ερημική γλυκόλαλη καμπάνα εθρήνησεν, εις τον μοσχοβολημένο αέρα του νησιού διά τον χαμόν του.

Τον συνέδεε αδελφική φιλία με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και είναι ο μόνος που κατάφερε να τον φωτογραφήσει έξω από το καφενεδάκι της Δεξαμενής, ενώ η φωτογραφία του δημοσιεύεται ολοσέλιδη και εκτός κειμένου στο περιοδικό Παναθήναια, μαζί με εκτενές άρθρο του ίδιου του Νιρβάνα για τη ζωή και το έργο του Σκιαθίτη λογοτέχνη. Κυκλοφορούν τρεις φωτογραφίες: Μία ενός πλανόδιου φωτογράφου που τον δείχνει με τον Βλαχογιάννη στη Δεξαμενή, ένα πορτρέτο από τον ζωγράφο Γεώργιο Χατζόπουλο και η φωτογραφική λήψη από τον φίλο του, Παύλο Νιρβάνα. Η τελευταία έγινε κυρίαρχη και περιθωριοποίησε τη φωτογραφία του Χατζόπουλου που ήταν πλησιέστερη στις στερεότυπες φωτογραφίες λογοτεχνών σε εφημερίδες και εγκυκλοπαίδειες. Ο ίδιος θα πει: «Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη».

Για τον Νιρβάνα, όπως αναφέρει στο άρθρο του, ο Παπαδιαμάντης ήταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας επί της γης και κανείς άλλος δεν δικαιούται περισσότερο αυτόν τον τίτλο. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν επικήδειο λόγο, ένα αποχαιρετιστήριο κείμενο εν είδει εξομολόγησης, θρήνου από καρδιάς, με ύφος απολογητικό, καθώς δεν κατάφερε να μεταπείσει τον επιστήθιο φίλο του να παραμείνει στην Αθήνα για ιατρικές εξετάσεις, παρά τις έντονες συστάσεις να μην το αμελήσει, και από την άλλη για ένα κείμενο γραμμένο με διάχυτη πικρία, απογοήτευση και δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι μεταθανατίως πάνω στον τάφο του μεγάλου πεζογράφου ξύπνησε με αιφνίδιο τίναγμα, όλως περιέργως, ο ενθουσιασμός και το ενδιαφέρον για το έργο του.
Εξόχως σημαντική θεωρούμε αυτή την αναφορά του Νιρβάνα στην κλονισμένη υγεία του φίλου του, ότι δηλαδή τελευταία τον ταλαιπωρούσε μια νευρική διαταραχή που έχρηζε τακτικής επίβλεψης και θεραπείας σε ειδική κλινική, γεγονός, όμως, που δεν είχε θορυβήσει τόσο τον Παπαδιαμάντη, ώστε να λάβει σοβαρά πια το θέμα της άμεσης κι επείγουσας αποκατάστασης της υγείας του. Όλοι γνώριζαν ότι από τις κακουχίες και τις ατελείωτες ώρες γραψίματος στις εφημερίδες είχε κλονισθεί σε σοβαρό βαθμό. Αυτός, όμως, επιθυμούσε, διακαώς να επιστρέψει στο νησί το οποίο ένιωθε ως βάλσαμο. Του άρεσε να ζει ασκητικά στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητεί την πνευματική ανακούφιση, ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματά του και στον πεζό λόγο, στα διηγήματά του, που τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του.
Παρόλα αυτά ο Παπαδιαμάντης, γράφει ο Νιρβάνας, δεν είχε καμία πέρασιν εις τον τόπο όπου τον έριξε η μοίρα. Το έργο του, ένα έργο μνημειώδες, σκορπισμένο στους τέσσερις ανέμους περιμένει τα ευλαβή χέρια που θα το συλλέξουν, πλούσιο καρπό σε καιρούς σιτοδείας, και θα το παραδώσουν στους μεταγενέστερους, τίτλο και τιμή μιας γενεάς. Ένα έργο όμως που δεν κατάφερε να δώσει τίποτα στον δημιουργό του, ούτε καν τον πολύτιμο άρτο. Αυτός που έφερε χρυσό και πολύτιμους λίθους σε έναν τόπο αγρίων, κινδύνεψε να πεθάνει από την πείνα και τη στέρηση.
Στον ίδιο συγκινησιακό τόνο σχολιάζει ο Νιρβάνας τα τεκταινόμενα του χώρου, γράφοντας ότι αυτοί οι εξερευνητές των αγρίων τόπων φεύγουν εφοδιασμένοι με αστραφτερά αθύρματα και θαμβωτικές μηδαμινότητες. Σε ένα άλλο σημείο του άρθρου παρομοιάζει τους μεγάλους καλλιτέχνες με γυναίκες που έχουν το προνόμιο να εμπνέουν μεγάλους έρωτες. Και όταν είναι κανείς ερωτευμένος βλέπει μόνο ωραιότητες και μόνο αρετές. Τέτοιος έρωτας ήταν και ο αναχωρητής της Σκιάθου, του όποιου τον θάνατον κλαίει σήμερα με τον προσφιλέστερον στην ψυχή του θρήνο, μια ερημική καμπάνα του αλιβρέκτου νησιού. Από τους λόγγους του και τους αιγιαλούς του ανέστησε ο τεχνίτης έναν κόσμο αρμονικό και μεγάλο. Ανάμεσά του κοιμάται στεφανωμένος τον αιώνιο ύπνο.
Πάνω από όλα, όμως, εκείνο που τον συνταράζει είναι το θέμα της κριτικής, η οποία θα μπορούσε να λείψει από το έργο των μεγάλων συγγραφέων, όπως γράφει, από το οποίο ο κόσμος έχει μόνο να διδαχτεί όχι να μετρήσει τι έλειψε και τι περίσσεψε. Όσο ζούσε κριτική, εκτός από τον Παλαμά στα 1899, και τον Νιρβάνα στα 1906, δεν γράφτηκε καμιά, και στα εικοσιπεντάχρονα του Παπαδιαμάντη στον «Παρνασσό» πάλι το 1908, μόνο ο Νιρβάνας μίλησε: «Εκείνος πού θα δώσει μίαν ημέραν μακρινήν (…) την εικόνα του Παπαδιαμάντη, του πρώτου και μοναδικού της εποχής μας, δεν πρέπει να χωρίσει ποτέ τον συγγραφέα από τον άνθρωπον (…). Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι γραμματάνθρωπος, είναι ποιητής…».
Ο πρόωρος θάνατος του Παπαδιαμάντη αποτέλεσε την αιτία για το πρώτο μεγάλο κύμα κριτικών μελετών. Εμφανίστηκε αδυσώπητη κριτική για το έργο του πεζογράφου, οι περισσότεροι όμως, ειδικά οι κατανοούντες το πνεύμα συγγραφής του λογοτέχνη, ομόφωνα σχεδόν τον εγκωμίασαν αυθόρμητα. Ο Γρ. Ξενόπουλος τον τίμησε με μια από τις καλύτερες κριτικές μελέτες του. Όπως έγραψε: «Ο Παπαδιαμάντης δεν εψεύστηκε ποτέ, δεν εμιμήθη ποτέ, δεν έπροσποιήθη ποτέ, δεν εκιβδηλοποίησε ποτέ. Έκοψε μόνον ολόχρυσα νομίσματα από το μεταλλείον της ψυχής του, της αγνής και αδιαφθόρου… Η ψυχή του είναι καθαυτό η ρωμέικη λαϊκή ψυχή», ενώ θεωρεί αριστούργημα του Παπαδιαμάντη τη Φόνισσα και τη χαρακτηρίζει «τραγωδίαν μεγαλοπρεπεστάτην».

«Όντις πέθανε ο Παπαδιαμάντ’ς, η αδελφή τ’, η Ουρανία, του ’πε για μοιρολόι:
Να σε παινέσω ήθελα μα συ ’σαι παινεμένος,
Στου βασιλιά την κάμαρη είσαι ζωγραφισμένος

Το δίστιχο είναι από διήγηση της Αρετώς Σαρρή Γαρυφάλλου

Η σημερινή μας αναγνωστική ραστώνη, αλλά κι η πνευματική μας ατολμία, λειτουργούν ως προφάσεις στο να διαβάσουμε Παπαδιαμάντη, ειδικά στα νεανικά ακροατήρια. Η παπαδιαμαντική γραφή δεν αναλύεται εύκολα σε ένα δημοσιογραφικό σημείωμα. Δύσκολα πράγματα για τους νέους αναγνώστες, γι’ αυτό χρειάζεται μια φρέσκια μύηση στο αφηγηματικό ύφος του λογοτέχνη, ειδικά στην εκπαίδευση. Απαιτείται ένα λογοτεχνικό άνοιγμα, ένας επαναπροσδιορισμός της γραφής του και των νοημάτων της απέναντι στο κεφάλαιο Άνθρωπος και στις ψυχικές του διβουλίες με το ανελέητο εσωτερικό κομμάτιασμα, σε αυτούς τους χαλασμένους καιρούς που ζούμε. Οι έχοντες ευήκοα ώτα και αναγνωστικό νόστο ας το λάβουν σοβαρά υπόψη τους…

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 1911
«Ο θάνατος κάμνει θαύματα εις την Ελλάδα»
Ο Π. Νιρβάνας συντετριμμένος ακόμη από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, κινούμενος στο ίδιο πλαίσιο γραφής με το προηγούμενο άρθρο, αλλά αυτή τη φορά με πιο εριστικό και δηκτικό ύφος απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις, δημοσιεύει στις 11 Ιανουαρίου 1911 νέο άρθρο του, στην ίδια στήλη της εφημερίδας ΑΘΗΝΑΙ, φ. 88-2981, με τίτλο «ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ». Το συγκεκριμένο άρθρο ξεκινά με τη φράση: «Ορισμένως ο θάνατος κάμνει θαύματα εις την Ελλάδα». Στις γραμμές του ξεδιπλώνεται περίτρανα ο θυμός του για την αδιαφορία που έδειξαν κάποιοι απέναντι στον πεζογράφο, όχι μόνο στο πολύπαθο θέμα της εκδόσεως των έργων του, αλλά κυρίως για το γεγονός ότι κανείς ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τον Παπαδιαμάντη αν ζει ή αν πέθανε. Όσον αφορά στην έκδοση των έργων του εκατό φορές έγινε λόγος περί αυτής χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Τη μια πρόκειται να τα εκδώσει η βιβλιοθήκη Μαρασλή, την άλλη σχεδίαζε να τα τυπώσει η «Νέα Ζωή» της Αλεξανδρείας, μετά ένας άλλος εκδότης, και αυτό συνεχιζόταν επί χρόνια χωρίς τελειωμό. Και τα χρόνια περνούσαν και κανείς δεν τα είδε ούτε τα άκουσε. Κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η αναφορά του Νιρβάνα στην αδιάλειπτη δημοσίευση κάθε φιλολογικής «σαβούρας» σε πολυτελείς εκδόσεις και «αναλώμασι» εθνικών ευεργετών και σωματείων, αλλά καμία ενέργεια και προσπάθεια δεν ευοδώθηκε όσον αφορά στα έργα του Παπαδιαμάντη, τα οποία, κατά τον Νιρβάνα, φαίνεται ότι δεν θεωρήθηκαν από κάποιους ούτε αρκετά επικερδή ούτε βεβαίως και αναγκαία.
Μόλις, όμως, έγινε γνωστός με χίλιες σάλπιγγες ο θάνατος του πεζογράφου και η απώλεια μιας ακόμη δόξης της Ελλάδος, περιέργως εμφανίστηκε μια ανεξήγητη προσπάθεια ανεύρεσης κι εντοπισμού κάθε του διηγήματος σε εφημερίδες, περιοδικά και άλλα έντυπα. Άνθρωποι τρέχουν δεξιά κι αριστερά ζητούντες να διαβάσουν έστω κι ένα έργο του, ενώ, σύμφωνα με τον Νιρβάνα, τρεις εκδότες αναγγέλλουν τώρα την έκδοση των έργων, σπεύδοντες να εξασφαλίσουν αυτοί τα πρωτεία. Η κ. Μπενάκη για παράδειγμα προσφέρει δυο χιλιάδες για τον σκοπό αυτό.
Με ικανοποίηση ο Νιρβάνας γράφει στο εν λόγω άρθρο ότι επιτέλους τα τυπογραφικά πιεστήρια θα ενασχοληθούν μια φορά και με τον Παπαδιαμάντη, ο οποίος δεν ευτύχησε να δει την αποκατάσταση των πνευματικών των τέκνων, όπως ονειρεύεται κάθε φιλόστοργος πατέρας. Εκφράζει, βέβαια, έντονα την ανησυχία του, μήπως οι εκδόσεις αυτές δεν έχουν την αντίστοιχη επιμέλεια που τους αρμόζει, καθώς η αμέλεια και η ασυνειδησία είθισται να κυκλοφορούν ανενόχλητες στις εκδόσεις νεκρών συγγραφέων. Για τον λόγο αυτό ο Νιρβάνας προτείνει ξεκάθαρα μια εθνική έκδοση των έργων του Παπαδιαμάντη, η οποία θα συνοδευτεί από τις ακόλουθες ενέργειες: Τα έργα θα πρέπει να συγκεντρωθούν, να καταταχθούν μεθοδικώς, να απαλλαχθούν με ευσυνείδητη εργασία από τα λάθη και τις παραφθορές μιας εφημεριδογραφικής εκτύπωσης και να ταξινομηθούν χρονολογικά και κατ’ ύλη. Έπειτα θα πρέπει σαφώς να σχολιασθούν και να υπομνηματισθούν σε σημεία όπου λόγω της τοπικότητάς τους μπορεί να είναι ασαφή ή σκοτεινά.
Είναι σημαντικό ότι πέραν όλων αυτών ο Νιρβάνας προτείνει συγκεκριμένα πρόσωπα, δημοσιογράφους, λόγιους, συμπατριώτες του, τα οποία αγαπούσαν κι εκτιμούσαν ειλικρινά τον Παπαδιαμάντη, και θα μπορούσαν παντοιοτρόπως να επιμεληθούν ολοκληρωμένα τα στοιχεία της βιογραφίας του. Ανάμεσα σε αυτούς προτείνει τον άλλο άξιο, όπως γράφει, Σκιαθίτη διηγηματογράφο Α. Μωραϊτίδη, τον Βλαχογιάννη, που τον γνώριζε όσο λίγοι και τον χαρακτήριζε «προστάτη», αλλά κι όσους αισθάνονται ότι μπορούν να συμβάλουν σε αυτό όσο είναι ακόμη νωρίς.
Ωστόσο, εκφράζει έντονα τις ανησυχίες του και τον προβληματισμό του για το όλο εγχείρημα της έκδοσης των έργων, ισχυριζόμενος ότι λογικά θα έπρεπε να το επωμισθεί το κράτος, τα φιλολογικά σωματεία ή έστω μια ειδικά καταρτιζόμενη επιτροπή. Στον υπόλοιπο κόσμο η περισυλλογή όλων αυτών των στοιχείων των μεγάλων συγγραφέων, αποτελεί σοβαρότατη κι επείγουσα φροντίδα για την πνευματική ζωή του τόπου, προκειμένου να μη χαθεί τίποτα από χειρόγραφα, σημειώσεις, επιστολές τους. Όλα συγκεντρώνονται σε ειδικά τμήματα Μουσείων, Ακαδημιών, μελετώνται και δεν αφήνεται τίποτα να χαθεί από τη δόξα τους. Όπως έκανε κι η Ρωσία για τον Τσέχωφ. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε το ειρωνικό σχόλιο του Νιρβάνα για την άγνοια της ελληνικής πρεσβείας της Πετρούπολης, η οποία ανερυθρίαστα έδειξε ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη μεταφράσεων του Ρώσου συγγραφέα στην ελληνική, όταν ρωτήθηκε σχετικά.
Ο καημός του Παπαδιαμάντη, όπως εξομολογείται ο Νιρβάνας, ήταν ποιος θα φρόντιζε μετά τον θάνατόν του τις κασέλες με τα μισοτελειωμένα διηγήματα και τα χειρόγραφά του. Είναι κρίμα, συνεχίζει, να ακολουθήσουν τον δρόμο του μπακάλη όπως έγινε με τα χειρόγραφα του Αγώνα και τους μουσαμάδες του Αλταμούρα.
Τελικά, καταλήγει ο Νιρβάνας, ο Θάνατος έκαμε ζωηρά το καθήκον του, τώρα ας κάνει και η Ζωή τα δικό της!
Αιωνία η μνήμη σου Αλέξανδρε Παπαδιαμάντη!!!

*φιλολόγου – συγγραφέα,
υπεύθυνης Σχ. Δραστηριοτήτων
ΔΔΕ Μαγνησίας