Την παραμονή κι όχι ανήμερα που κατέφθαναν όλοι οι επίσημοι με τα καλά τους, γιορτάζαμε σαν παιδιά τον Αι- Νικόλα μας. ‘’Μας’’ γιατί στόλιζε τη συνοικία μας γαντζωμένος στην κορυφή της ανατολικής μύτης του Κοτρωνιού να εποπτεύει το πέλαγο με τα καράβια, και γιατί τα περισσότερα είμαστε τέκνα ναυτικών που στη γιορτή του προτιμούσαν να θαλασσοδέρνονται και να επιστέφουν στο νησί το καλοκαίρι για να ρίξουν στο γιαλό -τι άλλο από…- τη βάρκα τους!

Την παραμονή λοιπόν, κατά την αγρυπνία, οι μανάδες μας στοιβάζονταν στο εκκλησιδάκι ικετεύοντας ευλαβικά τον άγιο για ήρεμες θάλασσες και καλή επιστροφή των πατεράδων μας, κι εμείς, απαλλαγμένα απ’ την ασφυκτική τους επιτήρηση, βολοδέρναμε μέσα στο πέπλο της νύχτας παντού στα βράχια παίζοντας κρυφτό ακόμα και με τον κίνδυνο. Το τραγουδάκι ‘’Χιόνια στο καμπαναριό /που Χριστούγεννα σημαίνει’’, νομίζαμε πως γράφτηκε για το καμπαναριό του Αι- Νικόλα μας. Ανεβαίναμε στο εσωτερικό του βιαστικά τη στενή σιδερόσκαλα, που μας φαινόταν πως έτριζε απ’ τα οστά των πεθαμένων , και φτάναμε ως το πλάτωμα της κρεμάστρας με την καμπάνα.

Εκεί μας ταξίδευε το ασύλληπτο πανόραμα που αγκάλιαζε τα ερημονήσια μέχρι τη βόρεια Εύβοια, την ακύμαντη θάλασσα κι όλο τον ουρανό με τα πλουμίδια του. Δεν χτυπούσαμε όμως το σήμαντρο καθώς κάτι τέτοιο θα τραβούσε την προσοχή των μεγάλων και θα μας επανάφεραν στον ‘’ίσιο’’ δρόμο. Απ’ το καμπαναριό βλέπαμε και το φως των καντηλιών και των κεριών που τρεμόπαιζαν στο ναΐδριο γλυκαίνοντας τα χλωμά πρόσωπα των πιστών που έψελναν με δικαιολογημένη κατάνυξη. Και κατεβαίνοντας κάτω, στον λιθόστρωτο περίβολο του Αγίου, γυρνοβολούσαμε σαν τις σβούρες ασταμάτητα κυνηγώντας έτσι χωρίς λόγο, το ένα το άλλο.

Πού να ξέρουμε πως αυτό το ‘’χωρίς λόγο’’ είναι το νόημα που θα ψάχναμε μετέπειτα σ΄όλη μας τη ζωή, δίχως ποτέ, δυστυχώς να βρίσκουμε μια ώρα ξέγνοιαστη έκτοτε για μας και ‘’χωρίς λόγο’’…